Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο φίλες, που ζούσαν πέρα στην Άπω Ανατολή, σε μια μεγάλη, σύγχρονη πόλη. Ήταν μαθήτριες και κάθε μέρα πήγαιναν για μάθημα ντυμένες με τη στολή του σχολείου τους. Τα κορίτσια είχαν ένα μεγάλο όνειρο: να φύγουν μαζί και να ταξιδέψουν στην Ευρώπη. Μαζί, γιατί εκτός από φίλες ήταν και ερωτικό ζευγάρι, όσο επέτρεπε η μικρή τους ηλικία. Στην Ευρώπη, γιατί έτσι έλεγε το όνειρό τους.

Έπρεπε να βρουν λεφτά για τα εισιτήρια – και ανακάλυψαν τον τρόπο. Γνώριζαν διάφορους τύπους στο ίντερνετ και τους έκλειναν ραντεβού. Η μία πηδιόταν μαζί τους. Η άλλη, παρέμενε παρθένα και υπεύθυνη για το οργανωτικό μέρος της επιχείρησης.

Η παρθένα ζήλευε φρικτά τη φίλη της, η οποία είχε μετατραπεί σε μια μικρή θεά του σεξ. Δεν τη ζήλευε επειδή γαμιόταν, αλλά επειδή μιλούσε με τους άντρες – κι όταν ομολογούσε ότι κάποιος της άρεσε, τρελαινόταν. Την πίεζε, καθώς την έπλενε με το σφουγγάρι, να μην τους πιάνει κουβέντα. Τα δάκρυα κυλούσαν απ’ τα μάτια της. Συμφωνούσαν, αγκαλιασμένες: μόνο σεξ με τους άντρες! Ο καιρός κυλούσε, οι εισπράξεις είχαν πια ξεπεράσει την αξία του ενός εισιτηρίου. Ώσπου τα πράγματα στράβωσαν άσχημα.

Εκείνη τη μέρα η μικρή με το μόνιμο χαμόγελο στα χείλη ανέβηκε στον τρίτο όροφο του ξενοδοχείου για να συναντήσει τον πελάτη της. Η άλλη έμεινε απέναντι και περίμενε, ως συνήθως. Το παράθυρο άνοιξε και χαιρετήθηκαν, κουνώντας τα χέρια. Μετά, ήρθε ο πελάτης. Και λίγο πιο ύστερα, οι μπάτσοι. Η κοπέλα άνοιξε το παράθυρο και ανέβηκε στο περβάζι. Οι μπάτσοι από μέσα προσπαθούσαν να την πείσουν να γυρίσει πίσω. Και η φίλη της κάτω στην πλατεία φώναζε τρελαμένη τ’ όνομά της, καθώς την έβλεπε να χαμογελά, κοιτάζοντάς την. Χαμογελώντας, έπεσε.

Η φίλη της την άρπαξε και την πήγε σε κάποιο νοσοκομείο. Εκεί, η τραυματισμένη συνήλθε για λίγο και επέμενε πως ήθελε να δει τον Μουσικό, έναν από τους τελευταίους πελάτες της, που τον είχε συμπαθήσει πολύ. Η άλλη, θέλοντας και μη, τον πήρε στο τηλέφωνο – και μετά πήρε ένα ταξί και πήγε στο σπίτι του, για να τον πείσει να έρθει. Αυτός δεν ήθελε, δεν είχε καμιά όρεξη, είχε και πολύ δουλειά. Η μικρή επέμενε και στο τέλος, για να τον καταφέρει, έκανε σεξ μαζί του – η πρώτη της φορά. Έφτασαν στο νοσοκομείο την ώρα που περνούσε μπροστά από την πόρτα το φορείο με την νεκρή. Χαμογελούσε.

*

Έμεινε μόνη. Η μητέρα της είχε πεθάνει. Ζούσε με τον πατέρα της, έναν καλλιεργημένο και σοβαρό μπάτσο αξιωματικό.. Αυτός την είχε στα όπα όπα, τη λάτρευε. Κάθε πρωί ετοίμαζε το πρωινό και μετά την ξυπνούσε, βάζοντας στ’ αυτιά της τα ακουστικά από το φορητό της CD player. Την πήγαινε στο σχολείο – και στη διαδρομή της έλεγε ένα μικρό νέο ή μια μικρή ιστορία για την Ευρώπη. Συναντιόντουσαν ξανά το βράδυ. Στο μεταξύ, η μικρή είχε απόλυτη ελευθερία να κάνει ό,τι ήθελε.

Δεν ήθελε πια να κάνει εκείνο το ταξίδι στην Ευρώπη, μια και η αγαπημένη της ήταν νεκρή. Και ήθελε να επιστρέψει στους πελάτες τα χρήματα που είχαν κερδίσει, με το κορμί της. Άρχισε λοιπόν να τηλεφωνεί σε κάθε έναν απ’ αυτούς, να συναντιέται μαζί τους – και μετά το σεξ να τους επιστρέφει τα λεφτά που είχαν δώσει την προηγούμενη φορά. Σιγά σιγά, άρχισε να χαμογελάει κιόλας συνέχεια, όπως η άλλη.

*

Έτυχε μια μέρα στο ίδιο δωμάτιο, από το παράθυρο του οποίου είχε βουτήξει η δικιά της, να γίνει ένας φόνος’ μια μικρή πόρνη, μαχαιρωμένη. Οι μπάτσοι φωτογράφιζαν, και συγκέντρωναν βιολογικό υλικό. Ο επικεφαλής τους πήγε ως το παράθυρο, να πάρει ανάσα. Σήκωσε λίγο το βλέμμα και είδε. Είδε, από το ανοιχτό παράθυρο στο απέναντι ξενοδοχείο, την κόρη του αγκαλιά με έναν άγνωστο άντρα. Από εκείνη τη στιγμή, τον άρπαξαν οι σπείρες του παραλόγου.

Δεν ήξερε τι να κάνει. Ακολούθησε τον πελάτη της μικρής του κόρης, τον στρίμωξε σε μια γωνιά, του έριξε δυο σφαλιάρες και τον άφησε να φύγει.

Την άλλη μέρα ήξερε για το ραντεβού, με τον επόμενο, εκεί στα ίδια φτηνά ξενοδοχεία. Τον εντόπισε πριν μπει, και τον άφησε να φύγει έντρομος, κρατώντας το κινητό του. Το τηλέφωνο χτύπησε – και άκουσε την κόρη του να απευθύνεται στον άγνωστο και να τον μαλώνει για την καθυστέρηση, υποσχόμενη να…

Οι σπείρες γυρνούσαν χωρίς σταματημό, κι αυτός τις ακολουθούσε σαν υπνωτισμένος, προσπαθώντας να αποτρέψει το καθημερινό μέλλον. Ο ευγενικός σαραντάρης πελάτης πήρε την κόρη του και την πήγε με το αυτοκίνητο σ΄ ένα απόμερο στέκι. Καθώς έσκυβε πάνω της, το αυτοκίνητο δέχτηκε καταιγισμό από πέτρες, που έσπασαν τα μισά τζάμια. Έντρομος, αποχώρησε, χωρίς την κοπέλα. Ο μπάτσος τον ακολούθησε στο συνεργείο και μετά στο σπίτι του. Ο πελάτης κατάλαβε και ζήτησε ταπεινά συγγνώμη, ξανά και ξανά. Ανέβηκε στο διαμέρισμά του και κάθισε στο τραπέζι, με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Χτύπησε η πόρτα, μπήκε ο αναπάντεχος εισβολέας. Χωρίς να καταλαβαίνουν οι υπόλοιποι γιατί, τον χαστούκιζε μπροστά τους και τον έβριζε κι αυτός στεκόταν ακίνητος, χωρίς την παραμικρή αντίδραση. Όταν ο μπάτσος έφυγε, ο ταπεινωμέμος παιδεραστής βγήκε στο μπαλκόνι και έπεσε στο κενό.

Την επόμενη φορά τα πράγματα πήραν διαφορετική τροπή. Ο μπάτσος καθυστέρησε στο δρόμο, κι όταν έφτασε, το σεξ είχε τελειώσει, μέσα στο αυτοκίνητο. Ο τύπος βγήκε να κατουρήσει και μπήκε στις δημόσιες τουαλέτες, που ήταν εκεί κοντά. Τον ακολούθησε, του επιτέθηκε, αυτός αντιστάθηκε όσο μπορούσε, αλλά στο τέλος του έλιωσε το κεφάλι.

*

Την άλλη μέρα της πρότεινε να πάνε μαζί, πρώτα στον τάφο της μάνας της και μετά μια εκδρομή στην επαρχία. Είχε ετοιμάσει το φαγητό που θα έπαιρναν μαζί. Στον τάφο πρόσφερε χοές. Κι όταν δοκίμασε να φάει, έσπασε, για πρώτη φορά. Τρανταζόταν από λυγμούς, γονατισμένος στο χώμα – και η κόρη του τον αγκάλιασε. Μπορεί να είχε καταλάβει, μπορεί και όχι.

Έφυγαν και περιπλανήθηκαν σε κακοτράχαλους δρόμους. Ο πατέρας είχε συνεχείς μεταπτώσεις στην κατάθλιψη. Τότε, η κόρη λειτουργούσε αντ’ αυτού και η περιπλάνηση συνεχιζόταν. Δε μιλούσαν.

Το βραδάκι έφτασαν σε μια αγροικία, όπου ζήτησαν να μείνουν για τη νύχτα. Ο γέρο- αγρότης τους καλοδέχτηκε. Της είπε πως αν είχε κάποιο πρόβλημα μπορούσε να του μιλήσει, αλλά δεν πήρε απάντηση. Τη νύχτα ο πατέρας ξύπνησε και είδε πως η κόρη του έλειπε. Ήταν έξω, στο σκοτάδι - και έκλαιγε.

Σταμάτησαν σε μια ακροποταμιά. Η μικρή έμεινε στο αυτοκίνητο και κοιμόταν, ο μπάτσος τηλεφώνησε στους συναδέλφους του, που τον αναζητούσαν ήδη για το φόνο και τους είπε που βρίσκονται.

Όταν η κοπέλα ξύπνησε και βγήκε από το αμάξι, ένοιωσε δυο δυνατά χέρια (του πατέρα της) να την αρπάζουν και να τη στραγγαλίζουν. Την ξάπλωσε στον ανοιχτό λάκκο και άρχισε να τη σκεπάζει με το χώμα και τα χαλίκια της ακροποταμιάς. Της πέρασε στ’ αυτιά τα ακουστικά – και όταν τη σκέπασε εντελώς, σύνδεσε το φορητό της CD player.

Αλλά ήταν μονάχα ένας πρωινός εφιάλτης. Ο πατέρας της είχε βάψει κίτρινες πολλές πέτρες και είχε φτιάξει δίπλα στο ποτάμι ένα διάδρομο εξάσκησης για μαθητευόμενους οδηγούς. Άρχισε το μάθημα, η μικρή τα κατάφερνε μια χαρά. Ήταν η πρώτη φορά που πατέρας και κόρη χαμογέλασαν ταυτόχρονα ο ένας στον άλλον. Απορροφημένη, δεν είδε παρά την τελευταία στιγμή τον πατέρα της, καθώς έμπαινε στο τζιπ της ασφάλειας.

Προσπάθησε να τον ακολουθήσει, αλλά το πρώτο της μάθημα οδήγησης δεν ήταν αρκετό. Πολύ γρήγορα κόλλησε στη λάσπη. Βγήκε από το αυτοκίνητο και έμεινε να κοιτάζει ένα γύρω, μονάχη, στη μέση του πουθενά.