Θα αναρωτηθείτε τι δουλειά έχει το παρακάτω ελεεινό και τρισάθλιο κείμενο στο σεμνό και μετρημένο περιβάλλον της καλύβας – θα σας εξηγήσω.
Πριν λίγες μέρες έλαβα ένα «συστημένο» από κάποια επαρχιακή πόλη, από τον φίλο μου το Λευτεράκη. Είναι χειρουργός εκεί, Διευθυντής του ΕΣΥ, επικεφαλής της οικογένειας των Δρολάπηδων, η οποία θα μπορούσε άνετα να κερδίσει τον τίτλο της ελληνικής οικογένειας Άνταμς, αν γινόταν σχετικός διαγωνισμός. Ο φάκελος είχε μέσα μερικές παμπάλαιες σελίδες, γραμμένες σε γραφομηχανή – κι ένα σύντομο χειρόγραφο σημείωμα, γραμμένο πάνω σε φύλλο νοσηλείας του νοσοκομείου:
γεια σου ρε μεγάλε σερφαριζα για τσοντες στο ιντερνετ πεφτω πανω στην καλυβα λεω ας δω τι κολπο είναι τουτο δω και επεσα πανω στη σελιδα σου ρε λεω για δες τι κανει ο μεγάλος ωραια σελίδα ιδιως κατι φωτογραφιες με κωλους που βαζεις που και που αλλα κι αυτες πολυ κουλτουριαρικες ρε παιδι μου γιατι δε βλεπεις τι διαλεγει εκεινος ο αντωνιαρος πηγα και τον ειδα γιατι μου εκανε εντυπωση το ονομα χα χα χα λεω ας του στειλω μια ιστορια που έχω γραψει θυμασαι ρε την ιστορια με την ευη δηλαδη μαγκες ειναι οι αλλοι καλυτερα γραφουνε ειπα να την πληκτρολογησω αλλα βαρεθηκα λεω ας του στειλω τις σελιδες οπως ειναι κι ας βγαλει αυτος ακρη χα χα χαιρετισμους απο συζυγο και παιδια μην αμελησεις ειναι κανονι
Πληκτρολόγησα το κείμενο του Λευτεράκη, άλλοτε γελώντας, άλλοτε δυσφορώντας. Μόλις τελείωσα έκανα την αυθόρμητη κίνηση να το στείλω στο καλάθι της οθόνης άνω αριστερά, αλλά…
…αλλά οι ιστορίες του Λευτέρη είναι απολύτως ακριβείς, τις γνωρίζω από τον καιρό που ήμουν φοιτητής – εκείνος ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος. Ντέφι να γίνει, το ανεβάζω!
* * *
Τίποτα δε με ευχαριστούσε. Γύριζα στους δρόμους κακόκεφος και γκρινιάρης και μουρμούριζα, μια για την απεργία των οδηγών, μια για τα σκουπίδια, μια για τα ατελείωτα ξηλώματα των πεζοδρομίων – αλλά και για τη ζέστη, την ακρίβεια, τις πιτσιρίκες που κυκλοφορούσαν χωρίς σουτιέν και μας έδιναν τα μάτια στο πιάτο.
Η γκρίνια μου έφτανε σε επίπεδα επικίνδυνα όταν πήγαινα στη σχολή. Είχα δώσει έξι μαθήματα εκείνη την περίοδο, είχαν βγει τα πέντε και κοβόμουν στα τέσσερα, με τέσσερα και στα τέσσερα, ενώ περνούσα ένα που δεν το είχα διαβάσει καθόλου, αλλά αντέγραψα με επιστημονικό τρόπο.
Ήταν ο κατάλληλος καιρός για να γνωριστώ με την Ευδοξία Παπαδοπούλου, την Εύη, φοιτήτρια στο πρώτο έτος της Νομικής, με γονείς ποντίους εκ ποντίων, κατοίκους Καλαμαριάς – και φανατικούς πασοκτζήδες.
Τρώγαμε στη φοιτητική λέσχη ένα φρικτό παρασκεύασμα κήτους, που βρωμούσε, και εξηγούσα στην παρέα μου πως αν έψηναν στο φούρνο κάποιο από τα πτώματα του νεκροτομείου της Ανατομίας, θα ήταν σίγουρα πιο νόστιμο – «και ειδικά εκείνη η γριά που έχει μισολιώσει και τρέχουν τα ζουμιά πάνω στο μάρμαρο». Οι φίλοι μου, αν και σκληροτράχηλοι φοιτητές της Ιατρικής, δεν άντεξαν και με ανάγκασαν να το βουλώσω για να φάνε χωρίς να ξεράσουν. Μετά η κουβέντα ήρθε στη Βιοχημεία, που τη δίναμε όλοι σε τρεις μέρες – και κάτι ξεκίνησα να λέω για τα ένζυμα που αποσυνθέτουν τα λευκώματα των ιστών, να καληώρα όπως της γριάς του ανατομείου.
«Μα τι θα γίνει επιτέλους;»
Γύρισα, έτοιμος για καυγά – είναι το καλύτερό μου. Τρεις κοπέλες στο από πίσω τραπέζι τρώγανε και είχαν μείνει με τα πιρούνια μετέωρα.
«Μας έχεις πεθάνει μ’ αυτή τη γριά!»
είπε επιθετικά η μεσαία – που ήταν η πιο τσαχπίνα, η πιο θαρραλέα και η πιο ωραία από τις τρεις.
«Άκουσα πως θα τη σερβίρουν την Πέμπτη, αντί για κοτόπουλο…»
«Το ξέρεις πως είσαι κρύος;»
«Το ξέρεις πως σου έχει πέσει μια λαδιά στο μπλουζάκι, ακριβώς πάνω στο αριστερό βυζί; Βλέπω εξάλλου πως δε φοράς και σουτιέν…»
«Φοράω!»
«Δε σε πιστεύω, για δείξ’ το μας»
«Βρε άντε να χαθείς… ο σέφτελον, παίζ’ με την καϊπανάτ’!»
είπε στις άλλες.
«Δεν κατάλαβα τι είπες, αλλά σίγουρα με έβρισες και αυτό δεν σε τιμά. Η ευγένεια είναι προσόν»
«Ποιος μιλάει…»
«Λευτέρης Δρολάπης. Εσένα, πως σε λένε;»
«Εύη… Ρε άντε που θα σου πω πως με λένε…»
«Το είπες κιόλας – και βάζω στοίχημα πως είσαι πόντια»
«Είμαι!»
«Και βάζω στοίχημα ότι είσαι φοιτήτρια της Νομικής»
«Που το ξέρεις;»
«Μου το είπε η γριά του ανατομείου πριν πεθάνει και αρχίσει να λιώνει…»
«Σκάσε!»
«Να σκάσεις και να πλαντάξεις!»
«Κορίτσια, πάμε να φύγουμε!»
«Μη μας το κάνετε αυτό, τι θ’ απογίνουμε…»
«Βλάκα!»
«Καυλοπουλάδα!»
Στο σημείο αυτό όρμησε να με δείρει – εν μέρει τα κατάφερε, αφού μου άστραψε ένα χαστούκι που είδα το Βούδα κοκκινοφρουρό στην πλατεία Τιεν – Αν – Μεν. Όταν συνήλθα όρμησα να τη σκίσω σα σαρδέλα, αλλά μπήκαν στη μέση οι δικοί μου και τη γλίτωσαν. Έγινε καταπληκτική βαβούρα, καθώς οι δικοί μου επευφημούσαν και οι δικές της τσίριζαν.
Έτσι γνώρισα την Εύη, 28 του μηνός Ιουνίου.
* * *
Την υπόλοιπη μέρα την περάσαμε μαζί, αφού φόρτωσα τη Βιοχημεία στον κόκκορα -που κουβαλούσε ήδη ένα σωρό μπαγάζια και ζητούσε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και υπερωρίες. Πήγαμε για καφέ στους Χορτατζήδες και για παγωτό στου Τζανή. Οι παρέες μας μας είχαν παρατήσει στην τύχη μας. Κατά τις έξι το απόγευμα φτάσαμε στο σπίτι μου, για να της δείξω την περίφημη συλλογή μου με τις πεταλούδες (πράγματι υπήρχε μια, μισοκολλημένη στον τοίχο της κουζίνας. Όταν φυσούσε, κουνιόταν το ελεύθερο φτερό, φρρρρ…). Λίγο αργότερα συνέβη ό,τι επέπρωτο να συμβεί, ενώ ο ανεμιστήρας έκλεινε τα μάτια του – να μη βλέπει το ακόλαστο θέαμα που ξετυλιγόταν μπροστά του. Βλέπετε, ήταν συνηθισμένος να με βλέπει να ιδροκοπάω με τη Φυσιολογία και τη Μικροβιολογία – όχι όμως και με την Ευδοκία.
Λίγο πριν τις έντεκα έμαθα ότι τα είχε με έναν αλλοδαπό, τον Ιμπραήμ, από την Αίγυπτο, έναν μιγάδα, φοιτητή του Πολυτεχνείου. Εξαντλημένος καθώς ήμουν δεν έδωσα σημασία, την καληνύχτισα και έφυγε.
* * *
Την άλλη μέρα ξύπνησα με φαγούρα και άναψα το θερμοσίφωνα, να πλυθώ. Ήμουν στην κουζίνα φορώντας μονάχα ένα λερό σώβρακο και έφτιαχνα καφέ, όταν χτύπησε το κουδούνι. Πέρασα από το κρεβάτι, έριξα πάνω μου το σεντόνι και άνοιξα. Αντίκρισα έναν πανύψηλο μελαμψό να γεμίζει την πόρτα – και πίσω του την Εύη. Ενστικτωδώς επιχείρησα να του βροντήξω την πόρτα στη μούρη, αλλά το είχε προβλέψει και πρόλαβε να χώσει το ποδάρι του μέσα. Πάνω στην αναταραχή, το σεντόνι έπεσε στο μωσαϊκό.
«Είσαι εσύ ο Λιφτέρης;»
«Είμαι εγώ ο Λιφτέρης; Όχι, δηλαδή ναι… Εσύ ποιος είσαι;»
«Μπάγκι Ουαλίτ Ιμπραϊμ»
«Κι έλεγα γιατί με φαγουρίζανε τ’ αρχίδια μου… Τι θέλεις ρε φίλε;»
«Εσύ γκάμησες Εύη;»
«Εγώ να γκάμησα την Εύη; Έτσι σου είπε;»
«Πρόσεχει, μη λέει ψέματα, γιατί εγκώ τρελό, κόψω κομμάτια…»
«Ήρεμα Ιμπραήμ, ήρεμα…»
«Λέγει!»
«Δεν περνάμε στην κουζίνα;»
(…όπου έβγαζε στο μπαλκόνι και θα μπορούσα στην ανάγκη να σαλτάρω)
Περάσαμε στην κουζίνα.
«Καθίστε να σας κάνω καφέ…»
«Ντεν τέλει καφέ, τέλει την αλήθεια!»
«Μα, Ιμπραήμ…»
ακούστηκε δισταχτικά, για πρώτη φορά, η Εύη.
«Εσύ σκάσει, γκιατί φας κι άλλο ξύλο!»
…αγρίεψε ο Αιγύπτιος. Η Εύη έσκυψε το περήφανο ποντιακό κεφάλι της και έκανε τουμπεκί. Στο μεταξύ εγώ προσπαθούσα να διακρίνω κάποιο φως, αλλά τα έβλεπα όλα μαύρα, γιατί ο μαυριδερός έφραζε με τις πλατάρες του τη μπαλκονόπορτα.
«Λέει!»
«Τι να λέει τώρα; Εντάξει ρε φίλε, τη γάμησα, αλλά έχε υπόψη σου ότι θα πουλήσω ακριβά το τομάρι μου!»
Με την τελευταία υπερήφανη ατάκα, πήρα θέση μάχης, για μποξ. Η απότομη κίνηση έφερε ως τη μύτη μου μια έντονη, γνώριμη μυρωδιά, από την περιοχή των γεννητικών μου μορίων.
«Τεέ μου!»
…μούγκρισε σπαραχτικά ο Ιμπραήμ, και συνέχισε:
«Ποιος τέλει το τομάρι σου, ηλίτιε; Εγκώ γαμιάς Εύης, εγκώ φορέα AIDS… Τι κοιτάει με στόμα ανοιχτό;»
«Εσύ φο… φο… φο…»
«Φορέα AIDS και ντεν το είχα πει Εύη ακόμα…»
Διέκρινα στα γουρλωμένα μάτια του μια πικρή μελαγχολία, αλλά αυτό ήταν το τελευταίο που με απασχολούσε εκείνη τη στιγμή.
«Μα τι λες, ρε αράπη; Και σύ, μωρή κουνίστρα, δε λες τίποτα;»
«Εγώ αγαπώ τον Ιμπραήμ, κι αν χρειαστεί θα πεθάνω μαζί του!»
…δήλωσε η Εύη τραγικά. Έγινα έξαλλος- οι επόμενες φράσεις μου δεν είχαν τη γνώριμη εκλεκτή ποιότητα και κομψότητα της σκέψης και του λόγου μου.
«Εγώ δεν αγαπώ τον Ιμπραήμ, στ΄ αρχίδια μου ο Ιμπραήμ και δεν έχω καμιά όρεξη να … Θα σας γαμ… όχι, θα σας …»
Δεν ήξερα πια τι έλεγα. Φορώντας το λερό σώβρακό μου και εντελώς θολωμένος άρπαξα ένα μουτζουρωμένο τηγάνι που βρήκα μπροστά μου και άρχισα να τους κοπανάω, ωρυόμενος. Κάπου εκεί εισέβαλε στην κουζίνα ο συγκάτοικός μου ο Κοσμάς, ερχόμενος απ΄ έξω πάνω στην ώρα – και με ακινητοποίησε (ήταν πρωταθλητής στις πολεμικές τέχνες) αφού πρώτα έφαγε κι αυτός μερικές με το τηγάνι.
* * *
Ο Ιμπραήμ και η Εύη είχαν φύγει, εγώ βρισκόμουν σωριασμένος σε μια καρέκλα της κουζίνας λίγο πριν την αποπληξία, ο Κοσμάς μου έφτιαχνε καφέ και σιγοτραγουδούσε -άνετος. Άρχιζα να απορώ με την αναισθησία του, όταν άκουσα για πρώτη φορά εκείνο το πρωί τη λέξη «πλάκα». Μετά, ενώ άλλαζα το ένα χρώμα μετά το άλλο, τον άκουσα να μου εξηγεί γελώντας ότι η Εύη είναι μακρινή του ξαδέρφη (πόντιος κι αυτός!) ότι ο Ιμπραήμ είναι ένας άσχετος, που δε λέγεται Ιμπραήμ αλλά Φαρίντ Ελ Χράουι (χέστηκα!) και δεν είναι Αιγύπτιος, αλλά Λιβανέζος (ξεναχέστηκα!) και βέβαια δεν είναι γκόμενος της Εύης (όπα!) η οποία άλλωστε δεν έχει γκόμενο (τι λες, ρε;) και μάλιστα Αιγύπτιο ή Λιβανέζο (ποσώς με ενδιέφερε αυτό) και ότι όλη τη μηχανή τη σκαρφίστηκε αυτή (τη μπουτάνα!) για να μου τη σπάσει επειδή την είχα πει καυλοπουλάδα στη λέσχη (δεν το βούλωνα κι εγώ;)
«Καλά ρε Κοσμά – θα ξηγηθούμε εμείς άλλη ώρα, ρε αρχίδι Κοσμά…- έκατσε και γαμήθηκε μόνο και μόνο για να μου κάνει πλάκα; Είναι δυνατόν;»
«Αυτό, μεγάλε, δεν το ξέρω, μπορεί να γούσταρε κιόλας…»
* * *
Πήγα στη Βιοχημεία άσχετος, αντέγραψα όμως και καθάρισα. Στο μεταξύ, έσπαγα το κεφάλι μου – πώς να ανταποδώσω στην Εύη, με την οποία ξεκινάγαμε μια ιστορία γεμάτη κόντρες και ανταγωνισμό. Όσο με καταλάβαινε που λύσσαγα, τόσο την εύρισκε να μου θυμίζει πως έκανα σαν υστερικός, τότε με τον Ιμπραήμ – και όρμησα με το τηγάνι, ξεβράκωτος και ελεεινός, και είχα (λέει…) κατακοκκινίσει – και είχαν φουσκώσει τα μάγουλά μου (μπά!) και ούρλιαζα (αυτό το θυμάμαι…) και τους γέμισα μουντζούρες (καλά, μην το κάνουμε θέμα, πλυθήκανε μετά)
Η εκδίκηση είναι ένα φαγητό που τρώγεται κρύο – κι εγώ το έφαγα αρχές του Νοέμβρη. Η Εύη έμενε με τους δικούς της στην Καλαμαριά, αλλά κάθε τόσο ερχόταν και κοιμόταν στο σπίτι μου, τάχα ότι έμενε σε μια φίλη της (οι γονείς της ήταν πόντιοι και πασοκτζήδες ταυτοχρόνως, άκρη δεν έβγαλα ποτέ αν ήταν τόσο γκαγκά όσο έδειχναν – ή αν μας δούλευαν όλους ψιλό γαζί) Είχε κλειδί, έμπαινε στο δωμάτιο – και αν τύχαινε να κοιμάμαι πλάγιαζε δίπλα μου χωρίς να κάνει θόρυβο – κι άρχιζε σιγά σιγά να με ζυγώνει, ενώ εγώ κουκουλωμένος με τις κουβέρτες, έκανα ότι δεν είχα πάρει χαμπάρι.
Ένα πρωί, πριν τις οχτώ – σκοτάδια ακόμα – ακούω την πόρτα του δωματίου ν’ ανοίγει, βλέπω την Εύη να μπαίνει στο δωμάτιο. Χαμογελάει που με βλέπει κουκουλωμένο να κοιμάμαι στο κρεβάτι, γδύνεται τελείως, ανασηκώνει προσεχτικά την κουβέρτα, χώνεται αποκάτω – και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα μπήγει τις φωνές, τινάζει αλλόφρονη τις κουβέρτες μακριά και πετάγεται πάνω ουρλιάζοντας, ενώ ο Κοσμάς ανάβει τα φώτα κι εγώ φωτογραφίζω την όλη φάση.
Όταν συνήλθε κάπως, όρμισε να μου βγάλει τα μάτια, κάτι που βέβαια δεν την άφησα να το κάνει.
Δε μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι θα έφερνα στο σπίτι το γέρο -ψωριάρη – βρωμιάρη – σιχαμένο – κουφό, αλλά με κάτι ορέξεις ΝΑ! ζητιάνο που είχε στέκι δίπλα στην Υπαπαντή, απέναντι από την Καμάρα, θα τον έφερνα λοιπόν στο σπίτι, θα τον ξάπλωνα στο κρεβάτι μου και θα τον άφηνα εκεί, να περιμένει αυτός αντί για μένα την πρωινή επίσκεψή της!
* * *
Μου κράτησε μια βδομάδα μούτρα, μετά έδειξε ότι διαθέτει λεπτή αίσθηση του χιούμορ – και τα ξαναφτιάξαμε. Για πολύ καιρό δεν είχε παραιτηθεί από την ιδέα της αντεκδίκησης, γι’ αυτό είχα κι εγώ τα μάτια μου δεκατέσσερα.
Ώσπου μια μέρα, όταν νόμιζα ότι το είχε ξεχάσει, η Εύη
*
Εδώ το δαχτυλόγραφο κόβεται απότομα – δεν ήταν βέβαια δυνατόν ο Λευτέρης να ολοκληρώσει μια δουλειά που ξεκίνησε. Πάντα αμφέβαλα αν ολοκληρώνει ο ίδιος τις εγχειρήσεις που κάνει ή τις παρατάει μισοτελειωμένες στους ειδικευόμενους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το ύφος του, όταν πήγα το σπιτονοικοκύρη μου, με πόνο στο στήθος, στο ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ. Γινόταν χαμός στα καρδιολογικά, γι’ αυτό αναζήτησα το Δρολάπη, που ήταν τότε επιμελητής. Προθυμότατος, εξέτασε τον παππού προσεχτικά, γύρισε και με κοίταξε σοβαρός: «Ή έμφραγμα είναι, ή ψύξη ή μάτιασμα!» είπε, έκανε μεταβολή κι εξαφανίστηκε.
Έχει αφήσει όμως μια χειρόγραφη σημείωση:
βαριεμαι τωρα θα τα γραψω και θα σου τα στειλω προσεχως γεια σου μεγαλε συνεχισε η σελιδα σου ειναι και πρωτη χα χα χα φιλια ελα ρε απο δω να πιουμε κανενα ουισκι γεια
—-
(Παραγγελιά του ΑΓΝΩΣΤΟΥ σχολιαστή, ο οποίος ζήτησε φωτογραφία της ΚΥΡΙΑΣ, ΝΤΥΜΕΝΗ)



46 σχόλια
Ροή σχολίων γι' αυτό το άρθρο
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 1:44 πμ
Ασμοδαίος
Απολαυστική η ιστορία του Λευτέρη. Περιμένω τη συνέχεια!
Αλλά… ουίσκι; Χάθηκε μια φρουτώδης μπιρα, ένα καλό κόκκινο κρασί;
ΥΓ: Πώς μπορεί κάποιος που σερφάρει για τσόντες να βρεθεί στην καλύβα;
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 1:54 πμ
Alcibiades (!??)
…Συμφωνα με ενδελεχεις (!!!??) ανθρωπολογικες (?)* ερευνες, οι ψηλοτεροι και πιο εμφανισιμοι φοιτητες ιατρικης, καταληγουν κατα συντριπτικη πλειοψηφια χειρουργοι. Οι πιο …μπασμενοι συνηθως παθολογοι. Το κολπο φαινεται να εχει να κανει με την μεγαλυτερη αυτιπεποιθηση που κατα κανονα εχουν οι κυριοι της πρωτης κατηγοριας…Ο “Λευτερης” παντως, παρ’ολη τη νιλα που επαθε, οζει αυτοπεποιθησεως…
*Δεν θυμαμαι που τη βρηκα την “ερευνα”-που δεν ειναι πλακα . Θα στειλω το λινκ εν καιρω (ψαχνω).
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 1:58 πμ
Ασμοδαίος
Αλκιβιάδη, μου φαίνεται θα το ξενυχτήσουμε απόψε!
Βρες το λινκ, γιατί είμαι στο δεύτερο καφέ και έπονται και άλλοι!
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 2:12 πμ
Alcibiades (!??)
http://dienekes.blogspot.com/2006_12_01_archive.html
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 2:14 πμ
Alcibiades (!??)
Το κειμενο γα…ει!! Μου φτιαξε το κεφι σε μια πολυ δυσαρεστη νυχτα…
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 4:01 πμ
Nikolakis
Απίστευτή ιστορία! Περιμένω εναγωνίως τη συνέχεια…
μα..γραφομηχανή;
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 8:15 πμ
Πάνος
Παίδες, καλημέρα και καλή βδομάδα.
*
Ασμοδαίε,
συνέχεια δεν υπάρχει – εκτός αν …ξαναχτυπήσει ο Λευτέρης. Όποιος ψάχνει τσόντες δίνοντας λέξεις- κλειδιά στις μηχανές, έρχεται στα μπλογκ. Στα στατιστικά υπάρχουν κάθε μέρα κάμποσοι που ήρθαν στην καλύβα ψάχνοντας διάφορες παραλλαγές. Αγνοώ αν μένει κανένας – υποθέτω πως ναι.
*
Αλκιβιάδη,
το στατιστικό δείγμα που έχω υπόψη μου δε συμφωνεί (ως προς το ύψος). Το κείμενο είναι της σχολής θείου Ισίδωρου…
*
Νικολάκη,
γραφομηχανή, βέβαια. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 που το έγραψε ο Λευτέρης ΔΕΝ υπήρχαν κομπιούτερ.
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 8:22 πμ
ΑΓΝΩΣΤΟΣ
ΜΑΣ ΕΦΤΙΑΞΕΣ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ
ΒΑΛΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ (ΝΤΥΜΕΝΗ)
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 8:46 πμ
Ασμοδαίος
Μετά από 6 καφέδες, έχοντας μόλις 4 ώρες για να παραδόσω μία εργασία που δεν έχω αρχίσει ακόμη να γράφω, και όντας ξύπνιος από χθες το πρωί σας καλημερίζω! (με το μάτι γλαρωμένο ως εκεί που δεν πάει.)
Να ξαναχτυπήσει (τα πλήκτρα της γραφομηχανής του ο Λευτέρης).
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 9:46 πμ
atheofobos
Eξαιρετικό !
Κάτι ανάλογο είχε γραψει ο Ρουμελιώτης στην Ελευθεροτυπία.
Μια ακόμη χωρίς από προσωπική μελέτη, παρατήρηση
-και οι πλέον γομαροειδείς γίνονται ορθοπεδικοί!
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 10:37 πμ
keimgreek
μεγάλο αλλά το διάβασα. και θέλω και τη συνέχεια.
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 11:33 πμ
penguin_witch
Το θυμάμαι από το παλιό blog το κείμενο… Oldie but goodie!
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 12:29 μμ
μαραμένα σύκα
Γμτ..έχω την αίσθηση ότι μπήκα σε καψιμί!
Σορυ,λάθος πόρτα.
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 2:44 μμ
άμμος
Συγχαρητήρια! Μόλις γίνατε ήρωας διηγήματος.
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 3:07 μμ
An-Lu
Να φάω τώρα την ουρά μου λέπι-λέπι ή να την αφήσω για αργότερα;!
Μοσχοκοκούζουλοι είστε όλοι σας!
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 3:36 μμ
spiretos72
Μόνο με το όρο «Καυλοπουλάδα» νομίζω νομίζω πως ο Λευτέρης σηματοδότησε την ελληνική λογοτεχνία
)))
Αμα δεν έχετε την συνέχεια να μαζεψουμε υπογραφές να τον πείσουμε να την γράψει!
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 4:34 μμ
Alcibiades (!??)
…δεν φανταζομουν οτι ο/η μαραμενα συκα περιμενει να εισελθει εις τον “Παρνασσον” οταν επισκεπτεται τα σχολια της παρουσης εν τω ορεω αγροικιας. Απο τουδε και εις το εξης, θα ενδυομαι με φρακον (πιγκουινος) οταν πληκτρολογω σχολια τινα εις το section “λογοτεχνικη καλυβα”…
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 4:39 μμ
Ο θειος Ισιδωρος
Τι θειος και πρασινα αλογα.
Λευτερης και ξερο ψωμι!!!
Αυτες ειναι σχεσεις!
Το μονο που δεν μου αρεσε ηταν η αναφορα στους Ποντιους που υποκριπτει εναν συγκαλημενο ρατσισμο!
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 5:04 μμ
Sadmanivo
Agapite Pano, agapitoi anagnostes…
Ego Impraim apo Egypt.
Oti lei to kemeno alitia…
LOL! Καταπληκτικό!
Αλλά, Πάνο, δεν προσιδιάζει στο ύφος του ιστολογίου σου… Μήπως να στήσεις και 2ο (με προτεινόμενο τίτλο “Το χαμαιτυπείον έμπροσθεν του όρους”;)
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 5:24 μμ
vangelakas
Συμφωνώ μέ τόν προλαλήσαντα.
Έχετε ξεφύγει μαστρο Πάνο!
η κωλάρα , κωλάρα όμως!
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 5:28 μμ
Πάνος
Άγνωστε,
το αίτημά σου ικανοποιήθηκε.
*
Ασμοδαίε,
αυτά παθαίνεις για να χαζολογάς στα ιστολόγια, αντί να συγκεντρώνεσαι στο καθήκον!
*
Αθεόφοβε,
το κείμενο είναι των αρχών της δεκαετίας του ’80 και έχει ανέβει πρώτη φορά (στα μτΚ) το Νοέμβρη του 2005. Οπότε, μάλλον υπήρκε παράλληλη έμπνευση του Λευτέρη με τον Ρουμελιώτη.
*
keimgreg,
το μέλλον θα δείξει: ο Λ. έχει μερικές ιστορίες ακόμα, όχι τόσο σεμνές όσο η παρούσα.
*
penguin witch,
έχεις καλή μνήμη!
*
μαραμένα σύκα,
καψιμί – και με το πάτωμα γεμάτο γόπες… Φρίκη!
*
άμμος,
μερσί. Πρώτη φορά μου συμβαίνει κάτι τέτοιο!
*
An-Lu,
μοσχοκούζουλοι; καλό!
*
spyretos72,
κάποτε η λέξη ήταν trendy – και εξόργιζε όσο δεν παίρνει τις φεμινίστριες!
*
Αλκιβιάδη,
και ένα απλό σμόκιν αρκεί.
*
θείε Ισίδωρε,
τα σέβη μου.
*
sadmanivo,
η πρότασή σου για 2ο, ενδιαφέρουσα. Αν είχα χρόνο (να το τροφοδοτώ), θα το είχα κάνει κιόλας, με πολύ πιο spicy & kinky θέματα… Ίσως γίνει, όταν η καλύβα κλείσει τον κύκλο της.
*
βαγγέλακα,
όπως πάντα …ακριβολόγος!
Η …αυτή που λες, μόλις ανέβηκε, κατόπιν αιτήματος του ΑΓΝΩΣΤΟΥ.
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 5:31 μμ
Alcibiades (!??)
…Το φορεματακι εχει σεμνοτατο μηκος, στο γονατο. Οικατηγοριες περι χαμαιτυπειου κρινονται αποριπτεες!
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 6:46 μμ
Αthanassios
Το κείμενο ευχάριστο, η φωτο “έργο μεγάλου διδασκάλου”, ο τίτλος του ποστ μάλλον αποτυχημένος !!!
Ντόκτορες για την πυράν!!!
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 6:53 μμ
Ασμοδαίος
Δεν έχετε καταλάβει ότι ύψιστο καθήκον μου είναι το χαζολόγημα γενικώς -γιατί όχι και στα ιστολόγια, λοιπόν;
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 7:01 μμ
Σχολιαστής
Τώρα το διάβασα, πολύ καλό.
Γράψε και τη συνέχεια, τη στείλει, δεν τη στείλει, ο Λευτέρης.
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 7:04 μμ
Σχολιαστής
Aσμοδαίε, εκεί που έμπλεξες θα σε φάνε λακέρδα μεζέ.
“ποιές οι διαφορές της κουτσουρεμένης αστικής δημοκρατίας από την δικτατορία;” Δεν απάντησες σε 5”, ισόβια και μετά εις θάνατον.
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 7:43 μμ
Πάνος
Άμμε,
έκανα λάθος: έχω υπηρετήσει ξανά, ως ήρωας διηγήματος:
http://lamproukos.blogspot.com/2006/04/h.html
*
Αλκιβιάδη,
συμφωνώ μαζί σου.
*
Αθανάση,
άμα είναι ΟΚ τα υπόλοιπα, δεν πειράζει ο τίτλος.
*
Ασμοδαίε,
όστις χαζολογάει παραμένει (επ’ αόριστον) χωρίς μακαρονάδα και χωρίς …ξέρεις τι.
*
Σχολιαστή,
μου θύμισες την παλιά ιστορία που μου έλεγε η γιαγιά μου:
- Χρήστοοοοο… το γαϊδούρι δεν το βρίσκω!
- Το βρεις δεν το βρεις, καβάλατο και φέρτο!
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 7:51 μμ
Μικρασιάτης
Η γριά της Ανατομίας πού έλιωνε στο μάρμαρο μου θυμίσε μια ταινία με φοιτητές της Ιατρικής σε μια σχολή μαιμού χωριού της Κεντρικής Αμερικής που λόγω απουσίας ανατομικού υποκειμένου αγόρασαν και μετέφεραν απο το νεκροτομείο τον λήσταρχο της περιοχής που είχε πυροβοληθεί την προηγούμενη βραδυά σε μάχη με τους ντόπιους αστυνομικούς.
Οι περιπέτειες εκείνης της βραδυάς είχαν σαν κατάληξη την ένωση μιας ξανθής καυλοπουλάδας με τον Αλμπερτ Μπρούκς.
Υ.Γ.
Οι δύο χρυσές αλυσιδίτσες στον καρπό τραβάν όλη την προσοχή!
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 8:10 μμ
Ο θειος Ισιδωρος
Α, ρε Πανο τι μου θυμισες με την αδελφη Πορφυρια!
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 9:10 μμ
Ασμοδαίος
Με υπερηφάνεια σας παρουσιάζω το ποίημα που με εμπνέει στην ακαταπόνητη σχόλη μου:
Το χαζολόημα
Οπως αργεί η αργία να γίνει κοφτερό και χρήσιμο
χαζολόημα
έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον καθισιό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των μακαρονάδων.
Σκοπός σου εσένα το χαζολόημα.
@Σχολιαστής: Μεγάλη μπουκιά από τη μακαρονάδα (που δεν είναι του Ασμοδαίου) φάε, μεγάλη κουβέντα μην πεις.
@θείος Ισίδωρος: Την ποιά; Για λε, για λεε…
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 9:31 μμ
Πάνος
Ασμοδαίε,
βάρα αποφασιστικά το λινκ που έδωσα στον άμμο – και θα την ανακαλύψεις την Πορφυρία.
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 10:35 μμ
Μικρασιάτης
Όσο για την Πορφυρία οι λιμασμένοι καρβέλια ονειρεύονται, κι οι αδιόρθωτοι αμαρτωλοί καλόγριες και την καλογερική.
Ούτε φαντάροι να ταν σε νυχτερινή σκοπιά στο Νευροκόπι με -20 βαθμούς.
Να ονειρεύεστε την Πορφυρία σαν κρεβατιού αφράτο και ζεστό πάπλωμα.
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 10:46 μμ
Πάνος
Μικρασιάτη,
αν αυτό κατάλαβες από την “Πορφυρία” του Λαμπρούκου και τη δική μου, καλώς.
(που να διαβάσεις και το πως έγινε καλόγρια η ηγουμένη Χριστονύμφη…)
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 10:51 μμ
polydeukis
Nice ass
Περιμένουμε τη συνέχεια, ε???
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 11:13 μμ
rockerblogger
@Πάνο, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
ΥΓ
Κατά βάθος είσαι ροκ!
Καλή Συνέχεια!
Φεβρουαρίου 26, 2007 στις 11:45 μμ
Πάνος
πολυδεύκη,
χαίρε και υγίαινε.
*
rockerblogger,
εγώ ευχαριστώ. Ελπίζω πάντα πως το last waltz* είναι ακόμα μακριά…
(ελπίζω πως το γράφω σωστά…)
Φεβρουαρίου 27, 2007 στις 2:52 πμ
xxxstory
Από τις ιστορίες που όταν τις διαβάζεις γελάς, που όμως σε καμμιά περίπτωση δε θά θελες να ζήσεις. Την διάβασα σε 3 λεπτά.
Έμεινα στον κώλο, περισσότερο από 5. Μήπως υπάρχουν κι άλλες φωτό από την κυρία, παρακαλώ?
Φεβρουαρίου 27, 2007 στις 8:51 πμ
ΑΓΝΩΣΤΟΣ
ΠΑΝΟ ΕΙΣΑΙ ΜΕΓΑΣ
ΤΕΡΨΗ ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΥ
ΕΥΤΥΧΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
ΣΥΝΕΧΙΣΕ
ΚΑΛΗΜΕΡΑ
Φεβρουαρίου 27, 2007 στις 10:34 πμ
ΑΓΝΩΣΤΟΣ
ΞΕΡΕΙ ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥΦΑ?
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΒΟΗΘΕΙΣΤΕΜΑΙ
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
Απριλίου 14, 2009 στις 10:04 μμ
Ελευθερία
Πανο ωραια φωτο, εγω ομως περασα για ευχες ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ φιλια ελευθερια
Απριλίου 15, 2009 στις 10:25 πμ
Πάνος
Ελευθερία,
Καλή Ανάσταση!
Απριλίου 15, 2009 στις 11:07 πμ
Θανάσημος
Good resurection
Απριλίου 15, 2009 στις 11:12 πμ
Πάνος
Τι είναι το resurection;
Δε φαντάζομαι να είναι κανένα σόκιν λογοπαίγνιο στα γίντις…
(Τώρα που τάπαιξε το λάπτοπ δεν έχουμε και αυτόματη ματάφραση… )
Δεκεμβρίου 4, 2009 στις 3:34 μμ
Πάνος
Just for the record, το “λεπτό χιούμορ” βρίσκεται στην 11η θέση των πιο δημοφιλών αναρτήσεων της καλύβας, με κάτι λιγότερο από 6.000 επισκέψεις, ως τώρα.
Δεκεμβρίου 4, 2009 στις 5:49 μμ
Δύστροπη Πραγματικότητα
Είναι τρέλα,
Είναι τρέλα,
από πίσω η κοπέλα!
Δεκεμβρίου 5, 2009 στις 12:05 πμ
Ερσυλία Μόσχου
Πάνο
αυτό,έτσι
πάει κι έρχεται
μέρες που είναι.