Repost, αφιερωμένο στους νικητές της μάχης του βιβλίου, τους ένδοξους “Πόντιους και Αριστερούς”. Πρώτη ανάρτηση, 31 Μαΐου 2007.

*

Πρωταγωνιστούν, κατά σειράν εμφανίσεως: Νοσφεράτος, δεσποινίς Μπλογκάκη, Ψιλικατζού, η γυναίκα με τη μανδύλα, Μάγδα Ιστορίδου, Σπινόζα, ο οδηγός, coolplatanos, Μανταλένα, Μ.π, σχολιαστής, Δρ Σούης, σέξυ ιατροδικαστίνα σκουπίτσα, βιογιάννης, Ασμοδαίος, gazakas, Αλκιβιάδης, κυρία Τσιπουρίδη, θείος Ισίδωρος, Ομαδεών, ο μπάτλερ, ο παπούλης, η γυναίκα με τις μπανάνες - και ο Πάνος.

*

Η φαντασίωση του Νοσφεράτου με κατέστρεψε, από άποψη χρόνου. Έκαψα ακόμα λίγο για να ετοιμάσω αυτό το ποστ, γιατί δεν έμεινα ευχαριστημένος από την ποιότητα της εμφάνισης των εικόνων στις τρεις συνέχειες του Νοσφεράτου: για να χωρέσουν στη σελίδα αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω σμικρύνσεις, γεγονός που αδίκησε πολύ τη δουλειά του Jean -Claude Claeys (http://www.jean-claude-claeys.com/ ). Όποιος θέλει να δει τις εικόνες σε ικανοποιητική ανάλυση, δεν έχει παρά να κάνει κλικ στα εικονίδια.

*

nosfy1.jpgΞενυχτούσα στο γραφείο μου και μελετούσα γοητευμένος το νέο βιβλίο του Μάκη Τριανταφυλλίδη η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού βρυκολακισμού. Νοσφεράτου, κόμης Δράκουλας, Θανάσης Βάγιας, Βαμπιρέλλα. Μου άρεσε ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο συγγραφέας ήταν ακόμα πιο ριζοσπαστικός και αιρετικός από τις παλιότερες απόπειρές του στη νεκροφιλία. Σκεφτόμουν πως στο μέλλον θα μπορούσαν να γραφτούν κι άλλες νεκροφιλίες, ώστε η αριστερά να αναστηθεί εκ νεκρών και ο εθνολαϊκισμός να σύρει τα τέσσερα, ειδικά στη Θεσσαλονίκη - που τον έχω άχτι και γινάτι.

Σηκώθηκα για κατούρημα και όταν επέστρεψα μου ήταν αδύνατον να συγκεντρωθώ στο κεφάλαιο που διάβαζα, εκεί που ο Μάκης εξηγεί ψυχαναλυτικά τη μεταστροφή του βουρκόλακα Θανάση Βάγια από τον παγκοσμιοποιημένο νοσφερατισμό, στον επαρχιώτικο εθνοπατριωτισμό, από τη στιγμή που ερωτεύτηκε την κυρα-Φροσύνη και του έγινε έμμονη ιδέα να επιστρέψει στα Γιάννενα και να δαγκώσει τον μειονοτικό αλβανόφωνο μετανάστη Αλή- πασά, ο οποίος είχε τοποθετηθεί ως διοικητικός υπεύθυνος της Ηπείρου και άλλων περιοχών, από τον επικεφαλής της πολυφυλετικής και ανεκτικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή το Σουλτάνο, με άψογες δημοκρατικές διαδικασίες. Θαύμαζα ιδιαίτερα τη βαθυνούστατη ανάλυση για το πώς ένας επισφαλής φαντασιακός παράγοντας, ήγουν ο έρωτας για μια γυναίκα, μετέστρεψε άρδην τον Θανάση Βάγια, από ευγενικό και νομοταγή αυτοκρατορικό βρυκόλακα σε αδίστακτο εθνολαϊκιστή, αλλά…

…ένοιωθα τα βλέφαρά μου βαριά.

*

2.jpgΗ αφοσιωμένη μου γραμματέας, η δεσποινίς Μπλογκάκη, την οποία είχα γνωρίσει προ καιρού, υπό μυστηριώδεις συνθήκες, σε μια μυστηριώδη καλύβα ψηλά στο βουνό, μου ετοίμαζε την αγαπημένη μου γλυκοκολοκύθα για να τονωθώ - και ένα ποτήρι porto, για να χαλαρώσω. Φαίνεται όμως πως έβαλε στο ποτό παραπάνω δόση από το ερωτοδιεγερτικό διάλυμα - ήταν δική της πρωτοβουλία αυτό, για να βελτιώνεται, λέει, ο βαθμός πληρότητας των αγγείων, άρα και η σκληρότης. Σύντομα άκουσα καμπάνες να χτυπάνε, αλλά ήταν μονάχα το κινητό μου, στο οποίο είχα βάλει ως ringtone το τραγούδι που έλεγε η, πάλαι ποτέ, Ελπίδα: χτυπάνε τώρα καμπάνες για μας…Εν πάσει περιπτώσει, έχω μια εμμονή με τις καμπάνες, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Η φωνή της κυρίας που μου μίλησε, με έβγαλε αμέσως από την ερωτική χαύνωση, στην οποία με είχε οδηγήσει η επήρεια της γλυκοκολοκύθας και η ακαταμάχητη έλξη που μου ασκούσε η δεσποινίς Μπλογκάκη, με τα σπιντάτα της porto, έριξα λίγο κρύο νερό στο πρόσωπό μου (και αλλού) ντύθηκα και έσπευσα να τη συναντήσω. Το να μου τηλεφωνήσει η ίδια η Ψ. μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, ένα μονάχα μπορούσε να σημαίνει: είχαμε πρόβλημα σοβαρό - και επείγον.

*

3.jpgΠοτέ δεν είχα ξαναδεί την Ψ. τόσο αναστατωμένη. Ήταν μια γυναίκα με υψηλή αυτοκυριαρχία - το αποδείκνυε καιρό τώρα, καθώς κυκλοφορούσε στην ελληνική μπλογκόσφαιρα με το νικ Ψιλικατζού. Κανένας δεν είχε υποψιαστεί την πραγματική της αποστολή. «Αγαπητέ Νόσφυ» μου είπε, καθώς άναβε καινούριο τσιγάρο, «λυπάμαι που διακόπτω τις μελέτες σου, αλλά πρέπει να δράσεις αμέσως». Τράβηξε μια βαθειά ρουφηξιά, φύσηξε τον καπνό στο πλάι και συνέχισε, χαμηλώνοντας τη φωνή: «Πριν μια ώρα κάποιος έκλεψε από τα γραφεία της Ακαδημίας Αθηνών το σιντί με το μοναδικό αντίτυπο των προτάσεων της Ακαδημίας για τις διορθώσεις που πρέπει να γίνουν στο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού…». Είδε πως άλλαξε το χρώμα μου, από σκούρο σταχτί σε ανοιχτό μπλάβο. «Κατάλαβες… πρόκειται για κλασσική προβοκάτσια. Το έκλεψαν οι εθνολαϊκιστές, για να κατηγορήσουν εμάς, τους νεωτερικούς της Ιστορίας. Μπορείς να υποθέσεις τις συνέπειες, μόλις γίνει γνωστή η κλοπή…»

Ρίγος με διαπέρασε, καθώς φαντάστηκα τον Ψωμιάδη να ρητορεύει από παράθυρο σε παράθυρο, τον Άνθιμο να οργανώνει παλλαϊκό συλλαλητήριο και τον Καραμπελιά να εκφωνεί πύρινους λόγους σε συγκεντρώσεις του Παπαθεμελή. «Πρέπει να βρεθεί αυτό το σιντί» μουρμούρισα μέσα από τα δόντια μου. Η Ψ. έβγαλε ένα φάκελο από το συρτάρι της και μου τον έδωσε. «Υποψιαζόμαστε τον κουμπάρο του Ψωμιάδη, τον Τσιπουρίδη» είπε. «Φύγε αμέσως για τη βίλλα του στο Πανόραμα. Θα σε περιμένει εκεί η σύνδεσμός μας - για να την αναγνωρίσεις θα φοράει μια μαντίλα».

Σηκώθηκα κάπως απότομα - και ένοιωσα ένα σφάχτη στη μέση. Η Ψ. με συνόδεψε ως την σκάλα του σκάφους. «Πρόσεχε, Νόσφυ» είπε καθώς με αποχαιρετούσε με ένα βαθύ φιλί, «οι εθνολαϊκιστές δεν αστειεύονται…». Ήθελα να ζητήσω ένα ντεπόν, αλλά ντράπηκα.

*

4.jpgΚαθώς σήκωνα το χέρι να χτυπήσω την πόρτα με το βαρύ ρόπτρο, την είδα να μισανοίγει μόνη της. Μπροστά μου σκεκόταν μια γυναίκα, η οποία πρέπει να ήταν ο σύνδεσμός μου, γιατί φορούσε μια μαντίλα στο κεφάλι. Το γεγονός ότι φορούσε μονάχα μια μαντίλα, με παραξένεψε κάπως, αλλά δεν πρόλαβα να το αναλύσω. Μου έγνεψε να μπω και έκλεισε βιαστικά την πόρτα. «Πρόσεχε, μη μας ακούσουν…» ψιθύρισε. «Θα σου δώσω αυτό που θέλεις, αλλά πρώτα θα κάνεις αυτό που θέλω εγώ! Ακολούθησέ με!»

Καθώς την ακολουθούσα μέσα στο σκοτεινό σπίτι, αναρωτιόμουν τι ήταν αυτό που ήθελε από μένα. Δεν άργησα να το καταλάβω, αφού μόλις φτάσαμε σε μια κάμαρα με ντιβάνι, άφησε τη μαντίλα της να γλιστρήσει στο πάτωμα. Δεν είχα διάθεση, αλλά έπρεπε να το υποστώ κι αυτό: ήταν μια απαραίτητη θυσία, προκειμένου να εμποδιστεί η περαιτέρω άνοδος του εθνολαϊκισμού στη χώρα μας, γενικά, και στη Θεσσαλονίκη ειδικά - που το έχω άχτι και γινάτι, όπως ήδη γνωρίζετε. Με τη σκέψη αυτή κατάφερα να καθησυχάσω τις ενοχές μου απέναντι στη δεσποινίδα Μπλογκάκη. Με τις υπόλοιπες σκέψεις που έκανα, κατάφερα να σταθώ ευπρεπώς, στο ύψος των περιστάσεων.

*

5.jpg…και Χαίρε 666-3 (παλαιέ συμπολεμιστή στα χαρακώματα της νεκρόφιλης αγάπης). Σου θυμίζω:
Περνά ο νεωσφόρος , ο νεο 666-3,ο νεοαποδομιστής μ’ ένα πριόνι κρατώντας απιδινωτές πού μοιάζουν με ραδίκια (την ίδια ώρα κάτι που μοιάζει εντελώς διαφορετικό από εξωγήινο -αλλά δεν είναι- διασχίζει τον ουρανό σαν πεφταστέρι).Σκιάζεται το λαχανοροζέ συν-πλήρωμα του χρόνου. Σκάστε πουλιά !και την αγάπη που κοιμάται μην μου τηνε ξυπνάτε .Αχ η συμπαντική στιγμή, έτοιμη για να εκραγεί. Αχ η Ηχώ ή η Ηχώ , η Eco των αιώνων. Αμήν, που ήσουνα κρυμμένος φιλαράκι,

…..με τρελαίνεις . Αλήθεια λέω δεν κάνω πλάκα. Είσαι ταλέντο μεγάλε. Και εγώ θέλω να ξεφύγω για λίγο από τα λαχανοροζέ πρασινοκόκκινα μπλε σούπα-μούπες .. Με ζορίζουν αδελφάκι μου. Θέλω να δω πίδακες φωτιάς, εκείνο τον κόκκο συμπαντικής αλήθειας που έλεγες μεγάλε, να εκρήγνυται σε ένα τεραστιο Μπίγκ -μπιγκ , ενώ αστέρια και αστεράκια θα κάνουν κωλοτούμπες, και η σελήνη θα μένει μισή σαν φαγωμένη τυροκροκέτα ενώ ο κόσμος -σαν αυτί θα ξεκολλά/κι εμείς θα συζητάμε σοβαρά , στην αμμουδιά περί του Θείου σχεδίου, ή περί Σκοτεινού δημιουργού, ενώ τριγύρω Σηθίτες και οφφίτες, (και λοιποί σοδομίτες, γομμορίτες κ.α) όλες δηλαδή οι γνωστικές αιρέσεις θα αλληλοδιακορεύονται αλληλοδιαδοχικά και κατ’ επανάληψιν και θα καταναλώνουνε ψυχές προς βρώση. Αληθώς. Αλληλούια εις τους αιώνας των αιώνων. Άξιον εστί το …εγχείρημα, άξιον άξιον!

*

6.jpgΒρισκόμαστε σε μια πρωτόγνωρη ιστορική στιγμή.
Σήμερα το ίδιο το σύστημα επιδιώκει την αποδόμηση σε όλα τα επίπεδα -από το εργασιακό μέχρι τα ζητήματα ιστορικής μνήμης. (Γι’ αυτό εξάλλου και αβαντάρει την αναθεωρητική ιστοριογραφία).
Σωστά, πάνω κάτω . Ναι αλλά κι από την άλλη , η εκ των υστέρων -και υστερική εμμονή στους εθνικισμούς- φονταμενταλισμούς και άλλους -ισμους, δεν είναι επιβίωση -κατάλοιπο της νεωτερικότητας. Είναι κι αυτή μετανεωτερική. Είναι πως να το πω , εκ των υστέρων, ανα-κάλυψη των -ισμών , κάτι σαν ριμέικ . Πως να το πω… Να: Όπως ο Β -τρίτης γενιάς Πόντιος ανα-κάλυψε τον Πόντο. Ή , όπως ένας Άραβας ή Παλαιστίνιος ,-ανα-καλύπτει το Ισλάμ… Αλλά το ανακαλύπτουν με τρόπο μετανεωτερικό.

Φτάνει. Νόσφυ, φτάνει . Έχεις κι άλλες δουλειές να κάνεις . Φτάνει . Έχεις πάθει εθισμό. Φτάνει . Θεέ μου τι έχω πάθει ; (Τώρα με θυμήθηκες; ακούγεται μια φωνή από ψηλά….)

*

7.jpgΗ γυναίκα με τη μαντίλα μου έδωσε μια φωτογραφία. Μια ωραία γυναίκα, καθηγήτρια Εθνολογίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Ρούμελης, η Μάγδα Ιστορίδου. Η αιχμή του δόρατος των νεωτερικών, στην υπόθεση του βιβλίου ιστορίας. “Κι όμως”, ψιθύρισε η γυναίκα με τη μαντίλα, “δεν είναι παρά μια καλυμμένη πράκτορας των εθνολαϊκιστών. Αν κάτσουμε να αναλύσουμε τις θέσεις της, με λίγη σάλτσα αποπάνω, είναι φτυστός ο Ζουράρις!” Κοίταζα την κόρη με διεσταλμένες κόρες. Χαμογέλασε πικρά. “Είδες πουθενά στο βιβλίο να αμφισβητείται το έθνος; Είδες πουθενά να αμφισβητείται η αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού; Ή, μήπως, τολμάνε να αμφισβητήσουν ευθέως το ρόλο της Εκκλησίας;” Την άκουγα - και για πρώτη φορά ένοιωθα μέσα μου να ανάβει ο πόθος γι’ αυτήν. “Μη μου λες τέτοια, πρέπει να βιαστώ”, μουρμούρισα. Ήθελα να της πω πως θα ξανάρθω να τη βρω, αλλά θυμήθηκα τη δεσποινίδα Μπλογκάκη και κώλωσα. “Έχεις κανένα ντεπόν;” ρώτησα με αδιάφορο ύφος. Λίγα λεπτά αργότερα έφυγα, ενώ οι καμπάνες του Αγίου Σουλπικίου χτυπούσαν, καλώντας τους πιστούς.

*

8.jpgΓύρισα στο σπίτι και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να τσεκάρω τα μέηλ. Έπεσα από τα σύννεφα, καθώς είδα ένα με άγνωστο αποστολέα και τίτλο «φύγε από την υπόθεση, όσο είναι καιρός». Άνοιξα τη συνημμένη φωτογραφία και είδα τον εαυτό μου και τη γυναίκα με τη μαντίλα, καθώς με αποχαιρετούσε. Ένας πόνος δάγκωσε την καρδιά μου, ενώ ένας άλλος δάγκωνε τη μέση μου: δεν θα την ξανάβλεπα. Οι εθνολαϊκιστές ήξεραν τα πάντα - και ήταν αδίσταχτοι!

*

9.jpgΠαρ’ όλους τους σφάχτες, στην καρδιά και στη μέση, ένοιωσα την οργή να με πλημμυρίζει. Ποιοι νόμιζαν πως είναι, επιτέλους; Είχαμε κι εμείς αστέρια - και θα το διαπίστωναν πολύ σύντομα! Άνοιξα το συρτάρι και βρήκα τη φωτογραφία που έψαχνα - την είχα τραβήξει ο ίδιος, πριν λίγο καιρό. Στο πίσω μέρος ήταν γραμμένο ένα τηλέφωνο, με κραγιόν. Η Σπινόζα θα έμπαινε σύντομα στο παιχνίδι…*

10.jpgΗ Σπινόζα ρίχτηκε στη μάχη με ενθουσιασμό. Για να αποκτήσουμε και πάλι πρόσβαση στο σπίτι του Τσιπουρίδη, την έπεσε στον οδηγό του. Της έκανε το δύσκολο στην αρχή, αλλά στο τέλος δε μπόρεσε να της αντισταθεί. Όταν τελείωσαν οι ερωτοπραξίες, άρχισε να τον ρωτάει απόξω απόξω, αλλά αυτός έδειχνε ανήσυχος και νευρικός. «Πρέπει να φύγω…» είπε, «με περιμένει ο δεσμός μου…». Η Σπινόζα σήκωσε ειρωνικά το δεξί φρύδι - δε μπορούσε να διανοηθεί ότι ο νεαρός θα την άφηνε για μια άλλη γυναίκα. Τον ζύγωσε ξανά, με σκοπό να του ανατρέψει το πρόγραμμα, αλλά εκείνος τραβήχτηκε και φόρεσε το τάνγκα του. «Ο Ισμαήλ δεν αστειεύεται και έχει βαρύ χέρι…» μουρμούρισε και έγινε άφαντος.

*

11.jpg«Έπρεπε να το περιμένω» μονολογούσε η Σπινόζα. «Άντρας με τάνγκα, τι περιμένεις…». Δε μπορούσε να συγκεντρωθεί στο βιβλίο της, η υπόθεση του σωφέρ την είχε εκνευρίσει αφόρητα. Καθώς κοιτούσε τον τοίχο με τις αυθεντικές δημιουργίες του Κουνς, το μάτι της άστραψε - της είχε έρθει μια καταπληκτική ιδέα: «Θα φτιάξω τη Φιλελεύθερη Συμμαχία!» είπε δυνατά, «να έχω, τουλάχιστον, ένα στόχο στη ζωή μου…». The rest is history, αλλά η δική μου υπόθεση με το κλεμμένο σιντί βάλτωνε επικίνδυνα.

*

12.jpgΗ λύση ήρθε από εκεί που δεν το περίμενα. Η coolplatanos ήταν μια ανεξάρτητη παπαράτσι της μπλογκόσφαιρας και με κυνηγούσε ερωτικά από τότε που είχαμε γνωριστεί σ’ εκείνη την καλύβα ψηλά στο βουνό, σε μια μακροσκελή συζήτηση περί ανέμων και υδάτων. Δε μπορούσα να ανταποκριθώ, καθώς η καρδιά μου ανήκε στη δεσποινίδα Μπλογκάκη, αλλά το άφηνα φλου - δεν ξέρει ποτέ κανείς τι γίνεται αύριο. (Βασικός κανόνας της Τρίτης Διεθνούς!). Για να με καλοπιάσει, λοιπόν, μου έδωσε μια αποκλειστική πληροφορία. Δεν έμαθα ποτέ από πού έμαθε για την υπόθεση - υποθέτω πως την ενημέρωσε η Ψιλικατζού, η οποία κινούσε τα νήματα από το παρασκήνιο.

*

13.jpgΗ coolplatanos μου έστειλε με μέηλ μια αναπάντεχη φωτογραφία της Μάγδας Ιστορίδου - η οποία έκανε διπλή ζωή, σαν την Κάθλιν Τέρνερ στις νύχτες της Τσάινα Μπλου: Τη μέρα καθηγήτρια εθνολογίας στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Ρούμελης, τη νύχτα συνοδός πολυτελείας…

*

14.jpgΈβαλα αμέσως στην υπόθεση τη Μανταλένα, που ήξερε καλά το χώρο της ακριβής νύχτας και τα κυκλώματά του. Αυτή, μεταμφιεσμένη σε υπάλληλο βενζινάδικου, κατάφερε να συναντηθεί «τυχαία» με το αφεντικό της Ιστορίδου, έναν ύποπτο τύπο που μπλογκάριζε με το ψευδώνυμο π2. Δε δυσκολεύτηκε να πετύχει το στόχο της - ο π2 της πρότεινε μια βόλτα με το καμπριολέ, προς Σούνιο μεριά. Καθώς αγνάντευαν το ναό του Ποσειδώνα στο φεγγαρόφωτο, ο π2 πήρε αυτό που ήθελε - και η Μαντελένα έμαθε αυτό που έπρεπε: τη διεύθυνση της Ιστορίδου, στα Βόρεια Προάστια. Μετά εξαφάνισε τα ίχνη, πήρε το καμπριολέ και επέστρεψε στον Ασπρόπυργο.

*

15.jpgΈστειλα τότε στης Ιστορίδου έναν από τους πιο σκληροτράχηλους νεωτερικούς της ιστορίας, τον μ-π. Ο μ-π είχε καταφέρει να διεισδύσει σε ένα περίεργο όμιλο, που λεγόταν Πόντος και Αριστερά και διατηρούσε το ομώνυμο ιστολόγιο. Παρίστανε τον μεταμελημένο μαοϊκό και είχε καταφέρει να πείσει τους λοιπούς Πόντιους ότι ήταν φανατικός αντίπαλος της Ιστορίδου, διαφημίζοντας συστηματικά από το μπλογκ πολλούς εγκεφαλικά κατεστραμμένους εθνολαϊκιστές - πάντα με αφορμή το βιβλίο. Στην παγίδα είχε πέσει και η ίδια η Ιστορίδου - θεωρούσε τον μ-π ως τον πιο επικίνδυνο αντίπαλό της, αλλά δεν τον γνώριζε προσωπικά. Όταν συναντήθηκαν, αυτός παρουσιάστηκε ως πελάτης, δήθεν επενδυτής στο Ουμπεκιστάν, που είχε έρθει στην Αθήνα για καλλιτεχνική ενημέρωση. Της έδωσε την πιστωτική του κάρτα (Pontiac Visa) και η ανυποψίαστη γυναίκα προχώρησε στην προβλεπόμενη διαδικασία, με τέτοια υψηλή επαγγελματικότητα, που θα έκανε ακόμα και το σωφέρ του Τσιπουρίδη να ξεχάσει για λίγο τον Ισμαήλ - κι ας είχε βαρύ χέρι.

*

16.jpgΟ μ-π όμως ήταν πόντιος - και δη παλιός και αμετανόητος μαοϊκός, κατά την ισχυρή παράδοση των παραλίων της Μαύρης Θάλασσας. Δε μασούσε με τίποτα, εκτός αν έπεφτε σε σουρβά, που είναι ποντιακή σούπα με καλαμπόκι. Αντί να βγάλει το προβλεπόμενο όπλο, τράβηξε το περίστροφο και καθώς η Ιστορίδου γυρνούσε προς το μέρος του, της είπε ψυχρά: «Βάλε ξανά το φόρεμά σου και πρόσεξε καλά τι θα μου απαντήσεις. Άσε το σουτιέν και την κυλότα, δεν έχουμε χρόνο. Ξέρουμε πολύ καλά το ρόλο σου. Λέγε, που έχεις κρύψει το σιντί με τις παρατηρήσεις της Ακαδημίας Αθηνών για το βιβλίο;». Η γυναίκα κατάλαβε πως είχε να κάνει με μια ποντιακή εκδοχή του Τζέημς Μποντ - license to kill - και αποφάσισε να τα πει όλα.

*

171.jpgΞεκίνησε από τα παιδικά χρόνια της γιαγιάς της, που είχε συνωστισθεί κάποτε στη Σμύρνη και της είχε εμφυσήσει έναν αγνό και άδολο εθνολαϊκισμό. Μετά μίλησε για εκείνον τον εθνικιστή πολυλογά της ανανεωτικής αριστεράς που γνώρισε στο Παρίσι, πριν ακόμα αυτός μετατραπεί σε αριστερό καντηλανάφτη του Χριστόδουλου. Τότε της ήρθε η έμπνευση να υποδυθεί τη νεωτερική της Ιστορίας και να τους χτυπήσει με τα ίδια τους τα όπλα: αφού οι παραδοσιακοί εθνικιστές ιστορικοί είχαν καταντήσει γραφικοί, θα περνούσε αυτή τις θέσεις τους υπόγεια, με νεωτερικό περίβλημα. Ο μ-π την άκουγε σιωπηλός. Αυτή ανασήκωσε την τιράντα από το φόρεμά της που είχε πέσει στο πλάι και αποκαλύφτηκε μέρος του στήθους της (δε φορούσε σουτιέν) και άναψε τσιγάρο. «Δυστυχώς» είπε, «με την υπόθεση του βιβλίου, οι εθνικιστές κατάφεραν να γίνουν ρεζίλι και να κουράσουν την κοινή γνώμη. Χρειαζόταν επειγόντως κάτι για να ξαναπάρουν τα πάνω τους…». Ο μ-π την κάρφωσε με το παγερό του βλέμμα. «Γι’ αυτό έβαλες τον Τσιπουρίδη να κλέψει το σιντί, για να ενοχοποιήσεις τους νεωτερικούς και να κερδίσουν πόντους οι εθνολαϊκιστές. Κλασσική προβοκάτσια» είπε ψυχρά. «Που το έχεις;». Η καθηγήτρια με τα τραυματικά παιδικά χρόνια της γιαγιάς της τον κοίταξε με νόημα. «Ψάξε με…» είπε με τη βραχνή αισθησιακή φωνή της Κάθλιν Τέρνερ. «Όλο και κάτι θα ανακαλύψεις…».

*

18.jpgΆκουσα πάλι καμπάνες να χτυπάνε - πρέπει να αλλάξω επιτέλους αυτό το ringtone στο κινητό, αρχίζει να με εκνευρίζει. Ήταν ένας παλιός γνωστός, αλβανόφιλος, με τον οποίο είχαμε δαρθεί πολλές φορές έξω και μέσα στα αμφιθέατρα διαφωνώντας για τη μεγαλοφυϊα του Εμβέρ Χότζα (αυτός ήταν φανατικός Χοτζικός, εγώ καθαρόαιμος Σταλινικός, στο ΕΚΚΕ). Σήμερα είναι πάμπλουτος ιδιοκτήτης αλυσίδας ταχυφαγείων και τα βράδια αφήνει σχόλια στα μπλογκ, με το ψευδώνυμο Σχολιαστής. «Πρόσεχε τον μ-π», μου είπε με συνωμοτικό ύφος, «παίζει διπλό παιχνίδι. Όσο είμαι εγώ οπαδός του Μπερίσα, άλλο τόσο είναι κι αυτός νεωτερικός! Μη σε πιάσει κορόιδο ο Πόντιος!». Έκλεισε απότομα το τηλέφωνο, πριν προλάβω να του πω πως κι εγώ πόντιος είμαι, κι από τα δύο τα γονέικαμ’. Ποιος διάβολος είχε ενημερώσει το Σχολιαστή; Κι αν ο μ-π μας δούλευε, πόντιους και μη, αυτό σήμαινε ότι το σιντί θα έπρεπε να το ξεχάσουμε - το πεδίο έμενε ορθάνοιχτο για τους εθνολαϊκιστές, ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης , που τους έχω άχτι και γινάτι…

*

19.jpgΛίγα λεπτά αργότερα τράβηξα τον άσσο που κρατούσα κρυμμένο στο μανίκι. Ο παλιός μου σύντροφος στους Προσκόπους, ο Σούης, βρισκόταν ως επικεφαλής μιας αποστολής εμπειρογνωμόνων στο ανατολικό Ιράν, για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά κατάφερα να τον εντοπίσω. Σε τρία λεπτά είχε αντιληφθεί τη σοβαρότητα του προβλήματος. «Να πάει να γαμηθεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν» είπε με τη γνωστή του ευθυκρισία και αποφασιστικότητα. «Το βιβλίο είναι πολύ πιο σοβαρό θέμα! Έρχομαι, έρχομαι, φτάνω, με το πρώτο το αεροπλάνο!» Πριν κλείσει το κινητό, άκουσα τον έλικα του παλιού, αλλά καλοσυντηρημένου, σοβιετικού Τουπόλεφ, να περιστρέφεται με όση ζωτικότητα μπορούσε να διαθέτει μετά το κάζο που υπέστη ο σοβιετικός σοσιαλισμός, ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός και η ΤΣΣΚΑ Μόσχας στον τελικό πρωταθλητριών ομάδων μπάσκετ, από τον Παναθηναϊκό. Ο Σούης Σουϊόπουλος, από τον ένδοξο Μωριά, έμπαινε, όταν οι διεθνείς του υποχρεώσεις το επέτρεπαν, στο πλησιέστερο internet café και τριγυρνούσε στη μπλογκόσφαιρα με το νικ suigeneris. Το αθάνατο Τουπόλεφ (είχε πάρει μέρος στη μάχη του Στάλινγκραντ) ήταν προσωπικό δώρο του προέδρου Πούτιν, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης στον δαιμόνιο Έλληνα ιστορικό ερευνητή, ο οποίος είχε αποδείξει, χρησιμοποιώντας υψηλή τεχνολογία, γνωστή μονάχα στον ίδιον, ότι ο τελευταίος εραστής της τσαρίνας Αικατερίνας ήταν ο Σεργέι Ιγνάτοβιτς Πουτινσένκο, προ-προ-προ-παππούς του προέδρου και όχι ο πρίγκιπας Σεργέι Ιγνάτοβιτς Πουτσένκο, όπως πίστευαν ως τώρα οι ιστορικοί (εκκρεμεί σχετικό ποστ του suigeneris, στο μπλογκ του). Απλώς, μετά το θάνατο της Αικατερίνας, ο Πουτσένκο του είχε συμπεριφερθεί όπως ο πρίγκιπας Βασίλι Εφραίμοβιτς στον άτυχο καλόγερο Ρασπούτιν (άλλο θέμα που εκκρεμεί στο μπλογκ του suigeneris).

*

20.jpgΗ ομάδα του Σούη, εξπέρ στις έρευνες για βαρύ ύδωρ και εμπλουτισμένο εγκεφαλόνιο, έκανε το σπίτι του μ-π φύλλο και φτερό. Στις σημειώσεις του γνωστού μπλόγκερ βρήκαν ένα απόσπασμα από άρθρο γνωστού πόντιου ιστορικού (που πρωτοστατούσε κατά του βιβλίου Ιστορίας) ο οποίος μιλούσε για συνωστισμό των Ελλήνων στην παραλία της Σμύρνης, χρόνια πριν χρησιμοποιήσει την ίδια λέξη η ομάδα των νεωτερικών στο γνωστό βιβλίο. Από κάτω, ο μ-π είχε σημειώσει με νευρικά γράμματα: «μώσε, το σέφτελον!». Το εύρημα αυτό, ωστόσο, δεν είχε καμιά πρακτική σημασία. Αντίθετα, τους κίνησε το ενδιαφέρον ένα γυμνό κρανίο, κάτω από την προσωπογραφία του Μάο Τσε Τουνγκ με το φωτοστέφανο. Το άρπαξαν και το πήγαν αμέσως στο Εργαστήριο Έρευνας και Ανάλυσης Κρανίων με Τρύπες, στα Παλαιοκούντουρα, όπου η έδρα του Πανεπιστημίου Μέσης και Ανατολικής Ρούμελης.

*

bef21.jpgΗ διάσημη μελετήτρια κρανίων με τρύπες (γνωστή στη μπλογκόσφαιρα και ειδικά στη «χελιδόνα» της καλύβας ως Σκουπίτσα) τους υποδέχτηκε ευγενικά και έπιασε αμέσως δουλειά.

*

21.jpgΗ Σκουπίτσα, αφού εξέτασε για λίγα λεπτά το κρανίο με τον υπερσύγχρονο επιστημονικό της εξοπλισμό, κάθισε στο γραφείο της, ανάμεσα στο πορτραίτο του θείου Ισίδωρου και στο πολύ μεγαλύτερο του μεγάλου της έρωτα και θεμελιωτή του επιστημονικού πεδίου της μελέτης και έρευνας κρανίων με τρύπες, του διαβόητου Σταύρου Χολμίδη (βραβείο Όσκαρ ηχητικών εφέ και κουνουπιέρας 1976 - γνωστού στη μπλογκόσφαιρα με πολλά ψευδώνυμα: Κοσμοπολίτης, Ιχνηλάτης, Κασσιανός, RockerBloger, Tin Man, Allu Fun Marx κλπ). Κοίταξε το Σούη στα γλαρά του μάτια ασκαρδαμυκτί και είπε: «Σ’ ένα χωριό του Πόντου, που λεγόταν Μικρέσσα Λαϊστέρα, δηλαδή Μικρή Κουνίστρα, ζούσε ένας σεβνταλής πεταλωτής, ο Χάμπος. Η γυναίκα του, η όμορφη Συμέλα, τα έφτιαξε μ’ έναν νεαρό πραματευτή, το Νεόφυτο Νοσφερίδη, που τον φώναζε χαϊδευτικά Νόσφυ. Ένα βράδυ πούβρεχε, πούβρεχε μονότονα, ο Χάμπος γύρισε νωρίτερα στο σπίτι και τους έπιασε στα πράσα. Οι δυο άντρες ήρθαν στα χέρια - και να το αποτέλεσμα…». Ο Σούη ζαλισμένος από το μαγνητικό βλέμμα της Σουπίτσας, κατάφερε να ρωτήσει: «Ποιανού είναι το κρανίο; Του Χάμπου ή του Νοσφερίδη;». Η Σκουπίτσα τον κοίταξε ακόμα πιο έντονα: «Της Συμέλας!» είπε. «Κοντά στο σπίτι μου, στα Μεσαία Πατήσια, είναι ένα μπαράκι, η Τρύπα στο Κρανίο. Όποιο βράδυ κι αν περάσεις, εσύ ο ωραίος με τα γλαρά μάτια, θα με βρεις πάνω στη μπάρα…».

*

22.jpgΟ Σούης βγήκε τρεκλίζοντας από το Εργαστήριο και παραλίγο να τρακάρει με τον τύπο που γυάλιζε στην αυλή τη λεπίδα της γκιλοτίνας. «Κουλάρισε, μεγάλε…» είπε ο τύπος. «Η ζωή δεν είναι για σκοτούρες…». Τον κέρασε ένα σφηνάκι από το αφέψημα που έπινε - κι ο Σούης ένοιωσε καλύτερα. «Τι είναι;» ρώτησε ξαλαφρωμένος. «Τσάι τρίφυλλο» απάντησε ο τύπος. «Βάζεις άλλο ένα;». Ο άλλος έβαλε, αλλά παρατήρησε πως το τρίφυλλο δεν είναι για χόρταση. «Πως σε λένε;» ρώτησε ο Σούης καθώς έφευγε. «Βιογιάννη» απάντησε ο τύπος και επέστρεψε με ασταθή βήματα στην εργασία του. Ο Σούης ακούστηκε στο τηλέφωνο χωρίς τη γνωστή του αποφασιστικότητα: «Θα περάσω αργότερα από ένα μπαράκι στα Μεσαία Πατήσια και το πρωί θα επιστρέψω στο Ιράν» δήλωσε. «Δε με χέζετε, επιτέλους, με το βιβλίο Ιστορίας;»

*

231.jpgΑναγκάστηκα να ρίξω τη μάχη τις τελευταίες μου εφεδρίες. Ο Ασμοδαίος άρχισε να ετοιμάζεται, αλλά καθυστέρησε πολύ στον καθρέφτη και δεν έφτασε ποτέ, πουθενά…

*

24.jpgΑντιθέτως, ο gazakas ξεκίνησε αμέσως τις έρευνές του, οι οποίες όμως δεν έβγαλαν κάτι. Τις πρώτες πρωινές ώρες, κουρασμένος από τον άσκοπο ποδαρόδρομο, πέρασε από το μπαράκι του, την Τρύπα στο Κρανίο, για να μαζέψει τις εισπράξεις. Εκεί βρήκε το Σούη σε έξαλλη κατάσταση να διαπληκτίζεται με τους μπράβους και να απαιτεί να του εξηγήσουν γιατί εξαφανίστηκε η Σκουπίτσα μόλις τελείωσε το νούμερό της στη μπάρα και, δευτερευόντως, γιατί τον βαράνε.*

25.jpgΠερίμενα κάτι καλύτερο από τον Αλκιβιάδη, αλλά αυτός επέμενε να τελειώσει πρώτα έναν πίνακα που φιλοτεχνούσε, με τίτλο «η μεταφυσική του έρωτα και η δυσκολία στο παρκάρισμα». Τζίφος!

*

26.jpgΟ παππούλης πάλι, δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Όπως έμαθα αργότερα βρισκόταν στο Άμστερνταμ, σε εκδρομή του Γ’ ΚΑΠΗ Χαλανδρίου και ξεσάλωνε.

*

27.jpgΤα είχα κάνει μούσκεμα. Το σιντί ήταν ακόμα άφαντο - ήταν θέμα ωρών να αρχίσει το όργιο προπαγάνδας των εθνολαϊκιστών στη μπλογκόσφαιρα και αμέσως μετά στον τύπο και στις τηλεοράσεις. Ειδικά των εθνολαϊκιστών της Θεσσαλονίκης, που τους έχω άχτι και γινάτι. Τριγυρνούσα στο γραφείο μου σαν το λιοντάρι στο κλουβί - σαν κουτσό λιοντάρι, για την ακρίβεια, γιατί ο πόνος στη μέση είχε εξελιχθεί σε βαρβάτη ισχυαλγία και τα ντεπόν (τέσσερα είχα πάρει και το σκεφτόμουν σοβαρά για πέμπτο) δεν βοηθούσαν καθόλου. Άκουσα τις καμπάνες, έκανα μια απότομη και πονεμένη κίνηση προς το κινητό, αλλά αυτό που άκουσα με έκανε να ξεχάσω την ισχυαλγία: η κυρία Τσιπουρίδη με καλούσε στο πάρτυ που έδινε στο σπίτι της - θα ήταν μεγάλη της τιμή, λέει, να την τιμήσει με την παρουσία του ο διάσημος διανοούμενος της Θεσσαλονίκης, ειδικός σε θέματα εθνολαϊκισμού, κύριος Νοσφεράτος… Έτρεξα (κούτσα κούτσα) και με μεγάλη προσπάθεια κατάφερα να μπω στο αμάξι. Κατάφερα, δαγκώνοντας τα χείλη, να βγω από το χιουντάι άξεντ και να φτάσω στο σπίτι. Η οικοδέσποινα με υποδέχτηκε φορώντας μαντίλα στο κεφάλι - ένα από τα κορυφαία φετίχ μου, όπως ήδη γνωρίζετε…*

28.jpgΗ συνέχεια της φαντασίωσης ήταν αναμενόμενη… Μετά το άγριο σεξ πιάσαμε κουβέντα για την εθνογένεση και το ρόλο των ταυτοτήτων… Ήταν φως φανάρι, οι εθνολαϊκιστές δεν ήξεραν που είχε καταλήξει το σιντί, αλλά ήταν σίγουροι πως εγώ ήμουν εκείνος που το είχε εξαφανίσει μέσα από τα χέρια τους - και ήθελαν να με εξαγοράσουν, πρώτα με κολακείες. «Παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον τα σχόλιά σου στην καλύβα» είπε εκείνη, «και ομολογώ πως θαυμάζω την κοφτερή σου σκέψη και την εκπληκτική σου συνθετική ικανότητα… για να μη μιλήσω για τις θεϊκές σου επιδόσεις στο κρεβάτι… Νόσφυ, έλα με το μέρος μας! Ένα τέτοιο αστέρι χρειάζεται ο χώρος μας, που είναι γεμάτος από πυροβολημένες μετριότητες και ατάλαντους μικρομεσαίους… Καν’ το για την πατρίδα! Θα κερδίσεις φήμη… αναγνώριση… πολύ χρήμα… και εμένα!». Άκουγα τα λόγια της σαν ήρωας του Νίκου Φώσκολου, χωρίς δηλαδή να μετακινηθώ ρούπι από τις αδιαπραγμάτευτες αρχές και αξίες μου. Στο μεταξύ προσπαθούσα να λύσω έναν ακόμα γρίφο: τι σχέση είχε η κυρία με τον θείο Ισίδωρο, που εικονιζόταν στο κάδρο πάνω απ’ το κρεβάτι να παίζει βιολομπαγλαμά, ως άλλος Ζαμπέτας; Ήταν και ο θείος Ισίδωρος εθνολαϊκιστής - και μας πουλούσε τόσον καιρό στην καλύβα φύκια για μεταξωτές κορδέλες;

*

29.jpgΕίχα μπει μονάχος μου στο στόμα του λύκου - διέθετα όμως έναν τελευταίο σύμμαχο: ο Ομαδεών παράτησε τις έρευνές του στα δομημένα Υπερ-κείμενα στους υπολογιστές και αποφάσισε να ασχοληθεί με τα γαμημένα Υπο-κείμενα, τους εθνολαϊκιστές…

*

30.jpgΧτύπησε την πόρτα και μπήκε μεταμφιεσμένος σε Σαλώμη - τόσο πετυχημένη ήταν η μεταμόρφωσή του, που κι εγώ ακόμα δεν τον γνώρισα… Δεν άργησε όμως να μπλεχτεί σε συζήτηση (που προκάλεσε ο ίδιος) για τα Υπερ-κείμενα και τα Υπο-κείμενα (οι εθνολαϊκιστές) τον πήραν χαμπάρι: καρφώθηκε, γιατί στο θέμα αυτό ήταν μοναδικός και ανεπανάληπτος σε ολόκληρη τη μπλογκόσφαιρα! Μόλις που πρόλαβε να λακίσει, σηκώνοντας τα φουστάνια και πηδώντας τέσσερα τέσσερα τα σκαλοπάτια…

*

31.jpgΣτο μεταξύ ο Σούης και η Σπινόζα συναντήθηκαν σ’ ένα ρίβερ πάρτυ της Φιλελεύθερης Συμμαχίας (με τρίφυλλα) και είχαν έναν ένα γερό καυγά για το αν οι φιλελεύθεροι έπρεπε να συμμαχήσουν με τους οικολόγους του Βιογιάννη και να κατέβουν από κοινού στης εκλογές, με κεντρικό σύνθημα «ελεύθερο το τριφύλλι!»…*

32.jpg…ενώ η Δεσποινίς Μπλογκάκη, που με παρακολουθούσε διακριτικά, μόλις με αντίκρισε στο κρεβάτι με την άγρια εθνολαϊκίστρια μου σφύριξε ένα «α να χαθείς, γερομπισμπίκη!» και με παράτησε στο έλεος των εχθρών μου…

*

33.jpgΉμουν προετοιμασμένος για όλα, όχι όμως για τον λωτό με το ναρκωτικό που ετοίμασε ο σατανικός μπάτλερ και μου τον πρόσφερε η διαβολική εθνολαϊκίστρια, με τη λήξη του πέμπτου γύρου και ενόψει του έκτου… Έχασα τις αισθήσεις μου - το μόνο καλό ήταν πως δεν αισθανόμουν πλέον κανένα πόνο στη μέση…

*

34.jpgΞύπνησα σ’ ένα κελί στο υπόγειο… αισθανόμουν περίεργα… ήθελα να συνουσιαστώ επειγόντως… εκτός από υπνωτικό, ο λωτός πρέπει να ήταν φουλ στο βιάγκρα… η σέξυ δεσμοφύλακας καθάριζε τη μπανάνα και μετά την έγλυφε προκλητικά… πες μας που είναι το σιντί και θα σου δώσω αυτό που θέλεις… μα δεν ξέρω ποιος το έχει το ρημάδι… έλα τώρα, αφού ξέρεις… να, έτσι θα σου το κάνω, όπως το κάνω στη μπανάνα… αχ, μακάρι να ήξερα που στο διάβολο είναι αυτό το σιντί… κοίτα Νόσφυ που τη βάζω τη μπανάνα… κοίταξε καλά… αχ, Νόσφυ, πόσο θέλω να μου το κάνεις αυτό, έτσι δυνατά… αχ… (ουχ!). Μαρτύριο!

*

35.jpgΔε με πίστευαν - νόμιζαν ότι ήμουν πολύ σκληρός και γι’ αυτό δε μαρτυράω. Μετά από δεκατρείς απανωτές και μισό τελάρο μπανάνες Chicita, απελπίστηκαν και είπαν να αλλάξουν τακτική. Με άρπαξαν και με ξάπλωσαν σ’ ένα σκληρό τραπέζι. Μετά από τέσσερα λεπτά αγωνιώδους αναμονής, άκουσα τάκα τάκα τα σαμπουδάκια της αδίσταχτης εθνολαϊκίστριας στα πλακάκια του υπογείου. Κρατούσε καμινέτο και αναπτήρα. Ένοιωσα τη στύση μου να υποχωρεί με γοργούς ρυθμούς και για πρώτη φορά σκέφτηκα «Νόσφυ, μεγάλε, τη βάψαμε…»*

36.jpgΗ ανάκριση κράτησε ώρες, αλλά εγώ βράχος - άθελά μου, δηλαδή… Ξαφνικά πήρε το μάτι μου μια γνωστή φυσιογνωμία, με μια μεγάλη σύριγγα στο χέρι. «Πάνο!» φώναξα, «τι κάνεις εσύ εδώ;». Εκείνος χαμογέλασε σεμνά. «Η ματαιοδοξία του καλλιτέχνη…» είπε. «Η μισή μπλογκόσφαιρα πέρασε από τη φαντασίωσή σου, να μην κάνω κι εγώ μια εμφανισούλα;». Το αριστερό μου μάτι (το δεξί ήταν προσωρινά αχρηστευμένο, από τη φλόγα του καμινέτου) δεν ξεκόλλαγε από τη βελόνα. «Α, δεν είναι τίποτα…» απάγγειλε (κάπως μελοδραματικά) ο Πάνος τη δεύτερη και τελευταία ατάκα του στο έργο. «Μια ενεσούλα με φορμόλη, αφού δε λες να συνεργαστείς, ξεροκέφαλε Πόντιε!». Έριξα το κεφάλι πίσω και έκλεισα τα μάτια. Μπαρδόν, το μάτι. Η φαντασίωσή μου έφτανε στο τέλος της…

*

37.jpgΔεν ήμουν εκεί ο ίδιος, αλλά με κάποιον ανεξήγητο τρόπο παρακολουθούσα τα πάντα. Δηλαδή την ειδική στην έρευνα κρανίων με τρύπες, τη Σκουπίτσα, που είχε αναλάβει να μελετήσει τις τρύπες του κρανίου μου - το οποίο μπορούσε πλέον εύκολα να αερίζεται μέσα έξω. Κοίταξε το σκήνωμά μου με ανεξήγητο (ως εκείνη τη στιγμή) μίσος και είπε δυνατά: «Καταραμένε Νοσφερίδη, επιτέλους παίρνω την εκδίκησή μου για το θάνατο της προ-προ-προ-γιαγιάς μου της Συμέλας! Όλα τα οργάνωσα εγώ, με τη βοήθεια του έβδομου εξαδέλφου μου, του Χάμπο… Μη συγχίζεσαι, ο μ-π είναι ο Χάμπος! Σου τη φέραμε, πορωμένε νεοταξίτη!»

Το τελευταίο πήγαινε πολύ. Άκου, να μου έχει στήσει τέτοια δουλειά ο μ-π! Δε θα νύχτωνε και πάλι; Δε θα χτυπούσαν οι καμπάνες του Αγίου Σουλπικίου - ή, έστω, το κινητό μου; Θα έβγαινα από τούτη τη φαντασίωση φρέσκος φρέσκος και θα τον κανόνιζα για τα καλά. Ο Νοσφεράτος είναι απέθαντος, ΡΕΕΕΕΕ….