Θεωρώ κορυφαίο ελληνικό τραγούδι του 20ου αιώνα το ζεϊμπέκικο του Μάρκου Βαμβακάρη τα ματόκλαδά σου λάμπουν (οι στίχοι είναι από παραδοσιακά τραγούδια, αρμοσμένοι με τέχνη από τον Μάρκο). Υπάρχει όμως ένα άλλο ζεϊμπέκικο που, σαν το ακούω ανατριχιάζω – είναι το τραγούδι που ο τίτλος του είναι και τίτλος του ποστ. Στιχουργός και συνθέτης ο Μίκης Θεοδωράκης.

Στα περβόλια, μες τους ανθισμένους κήπους

σαν άλλοτε θα στήσουμε χορό

και το Χάρο θα καλέσουμε

να πιούμε αντάμα και να τραγουδήσουμε μαζί

Κράτα το κλαρίνο και το ζουρνά

κι εγώ θαρθώ με το μικρό μου το μπαγλαμά

αχ, κι εγώ θαρθώ…

Μες της μάχης τη φωτιά με πήρες Χάρε

πάμε στα περβόλια για χορό

Στα περβόλια μες τους ανθισμένους κήπους

αν σε πάρω Χάρε στο κρασί

αν σε πάρω στο χορό και στο τραγούδι

τότες χάρισέ μου μιας νυχτιάς ζωή

Κράτα την καρδιά σου μάνα γλυκιά

κι εγώ είμ’ ο γιος που γύρισε για μια σου ματιά

αχ, για μια ματιά…

Για το μέτωπο σαν έφυγα μανούλα

εσύ δεν ήρθες να με δεις

ξενοδούλευες και πήρα μόνος μου

το τραίνο που με πήρε πέρα απ’ τη ζωή

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης το τραγουδάει όχι μόνο με τη φωνή, αλλά και με τα σπλάχνα του – ίσως η καλύτερη ερμηνεία που έκανε ποτέ. Εκπληκτικά το έχει ερμηνεύσει και η Μαρινέλλα.

Το τραγούδι αυτό γράφτηκε για τη μουσική παράσταση το τραγούδι του νεκρού αδερφού, στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Δεν είχαν περάσει καλά καλά ούτε δεκαπέντε χρόνια από τότε που τα αδέρφια σφαζόντουσαν ανελέητα μεταξύ τους – και αποκαλούσαν ο ένας τον άλλο κομμουνιστοσυμμορίτη ή μοναρχοφασίστα. Ο Μίκης ήταν από τους πρώτους (ίσως ο πρώτος) που είχε το ηθικό ανάστημα να κηρύξει, μέσα από την τέχνη του, το μήνυμα της συμφιλίωσης. Πρόδρομη κίνηση – δεν ήταν έτοιμες ακόμη για κάτι τέτοιο ούτε η δεξιά ούτε η αριστερά. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία. Άλλωστε, το τραγούδι ξεπέρασε κατά πολύ τη συγκυρία και παραμένει διαχρονικό.

Ο στίχος είναι σύγχρονος, της εποχής του. Υπηρετεί, με μεγάλη ελευθερία στην έκφραση, τη θεατρικότητα της αφήγησης, παρά τους στιχουργικούς κανόνες. Ταυτόχρονα είναι βαφτισμένος ολοκληρωτικά στην παράδοση του δημοτικού τραγουδιού, όπως την είχαν προσλάβει οι πρωτοπόροι στιχουργοί του ρεμπέτικου, όπου και η προέλευση της μουσικής. Ωστόσο, ο Μίκης, που γράφει γι’ αυτά που έζησε ο ίδιος και η γενιά του, ήταν ικανός να πάει πολύ πιο πέρα από τους κορυφαίους λαϊκούς στιχουργούς, όπως ο Τσιτσάνης, η Παπαγιαννοπούλου ή ο Βίρβος – κι ακόμα να υπερβεί σε εικονοπλαστική δύναμη και ένταση τον κορυφαίο λόγιο του τραγουδιού Νίκο Γκάτσο. Κι αυτό γιατί ήταν ταυτόχρονα διανοούμενος και πρωταγωνιστής της ιστορίας που αφηγείται στιχουργικά. Είχε συμμετάσχει ο ίδιος, με όλες του τις δυνάμεις, στην τραγωδία που προσπάθησε να ξορκίσει, λίγα χρόνια μετά την κορύφωσή της – κι ενώ συνεχιζόταν ακόμα, ολοζώντανη, μέσα στις συνειδήσεις των ανθρώπων.

*

Κατά το μύθο του τραγουδιού, είναι καλοκαίρι. Τότε που στα περβόλια, έξω από την πόλη, συνήθιζαν να πηγαίνουν οι παρέες των νέων για να γλεντήσουν, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, όπως συνέβαινε κατά κόρον από τα ομηρικά χρόνια μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960, όπως συμβαίνει ακόμα κατ’ εξαίρεσιν, στην ελληνική επαρχία. Το σκηνικό αυτό έχει περιγράψει ανεπανάληπτα ο Μιλτιάδης Μαλακάσης στον περίφημο Μπαταριά.* Μόνο που τώρα, το γλέντι που στήνει η παρέα είναι για λογαριασμό του νεκρού παλικαριού. Οι φίλοι σπεύδουν να συμπαρασταθούν στην τελευταία δοκιμασία του ζεστού ακόμα νεκρού, που προκαλεί το Χάροντα να παραβγούν στο κρασί, στο χορό και στο τραγούδι, με έπαθλο μιας νυχτιάς ζωή. Στην πραγματικότητα αυτός που φεύγει, θέλει να αποχαιρετίσει. Τους φίλους, τη φύση, τη νιότη, τη χαρά τη ζωής – και πάνω απ’ όλα τη μάνα του.

Είναι χαρακτηριστικά υψηλό το επίπεδο της ευγένειας και της  υπερηφάνειας. Δεν υπάρχει μεμψιμοιρία και κλάψα για την απώλεια των υπέρτατων αγαθών, της ζωής και της νιότης. Δεν υπάρχει ο παραμικρός υπαινιγμός για τον εχθρό, ο οποίος δεν κατονομάζεται καν. Δεν υπάρχει κανένας κομπασμός (ή απόρριψη) για τον ηρωισμό, για την πατρίδα, για την υπόθεση χάριν της οποίας πολέμησε και σκοτώθηκε ο νεαρός – όλα αυτά είναι δευτερεύοντα. Προβάλλεται μονάχα η πληρότητα της ζωής: οι φίλοι, το γλέντι, η φύση, οι σχέσεις. Αυτά είναι που μετράνε, τα άλλα απουσιάζουν. Η θλίψη είναι διάχυτη, αλλά συγκρατημένη – δεν μετατρέπεται σε μοιρολόι.

Το τελευταίο μέρος του τραγουδιού είναι αφιερωμένο στη μάνα, τη σημαντικότερη αναφορά του πρωταγωνιστή. Όταν εμφανίζεται η εικόνα της, κυριαρχεί πλέον απόλυτα. Τα συναισθήματα εκφράζονται με δωρική λιτότητα: κράτα την καρδιά σου μάνα γλυκιά, εγώ ειμ’ ο γιος που γύρισα για μια σου ματιά… Στη συνέχεια, το αναπάντεχο τελευταίο τετράστιχο κλείνει αριστουργηματικά το τραγούδι, καθώς προσδιορίζεται κοινωνικά / ταξικά η προέλευση του νεαρού γλεντοκόπου: δεν ήταν ένας διακεκριμένος, ήταν ο γιος μιας που ξενοδούλευε…

Στα περβόλια, ένα τραγούδι και ταυτόχρονα μια από τις κορυφαίες αποκρυσταλλώσεις της σύγχρονης Ελληνικής Τραγωδίας στην τέχνη.

* http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/03/blog-post_14.html

——————————————————–

Επίμετρο

Η κ. Στεφανία Μεράκου γράφει:

(http://www.mikis-crete.gr/MikisPg50-202.htm )

Παρασύρθηκα όμως και αθέτησα το λόγο μου. Θα αναφερθώ σε άλλο ένα «ελληνικό» έργο, Το τραγούδι του νεκρού αδελφού. Θα δούμε πως και αυτό αποτελεί ένα καινοτόμο έργο. Ο λόγος που το διάλεξα είναι γιατί περιέχει ένα από τα πιο συγκλονιστικά κατά την άποψή μου τραγούδια του Θεοδωράκη, το τραγούδι «Στα περβόλια» στο οποίο θα επανέλθουμε αργότερα. Μετά το ‘Αξιον εστί, που είναι μια προσπάθεια «μετασυμφωνικής μουσικής» στηριγμένης στο λαϊκό τραγούδι, έχουμε και την προσπάθεια ανασύστασης της σύγχρονης τραγωδίας, ενός σύγχρονου λυρικού θεάτρου που στηρίζεται στο σύγχρονο λαϊκό τραγούδι. Δεν υπάρχει όμως λόγος να ανατρέχει ο συνθέτης στην αρχαία ελληνική ιστορία ή την μυθολογία για τραγικές φιγούρες και σενάρια. Η πρόσφατη ελληνική ιστορία, από την αρχή του πολέμου μέχρι το τέλος του εμφύλιου, η δεκαετία του 1940, δίνει το θέμα για το έργο αυτό που θίγει πάρα πολλά θέματα τόσο ιστορικοπολιτικά όσο και θεατρικά. Ο Θεοδωράκης σε σημείωμα που περιέχεται στο πρόγραμμα καλεί για εθνική ενότητα και αναφέρει ότι το έργο έχει κατ’ αρχήν πολιτικό στόχο, απευθυνόμενος δε στο κοινό του καταλήγει με τα εξής λόγια «δεν έχω δύναμη άλλη καμιά, παρά μονάχα αυτή που μου δίνεις εσύ». Το έργο αυτό αποτελεί μια πρόταση για τη δημιουργία μιας σύγχρονης Λαϊκής τραγωδίας. Ανήκει στο μεγάλο κορμό του πολιτικού θεάτρου του Μπρεχτ και είναι πολύ συγγενικό, ιδιαίτερα στον τρόπο της χρησιμοποίησης των τραγουδιών, με το Ένας όμηρος. Τα βασικά στοιχεία είναι δύο: α) η σύγχρονη μυθολογία και β) το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι.

Επειδή πάντα ο στίχος, το κείμενο παίζει πρωταρχικό ρόλο για τον Θεοδωράκη, στην προκειμένη περίπτωση το γράφει μόνος του, εμπνέεται μάλιστα από πρόσωπα πολύ αγαπητά και φιλικά του, (ο Παύλος Παπαμερκουρίου ήταν αγαπημένος του φίλος) αλλά οι συμβολισμοί στο έργο είναι αυτοί που το ορίζουν. Ο τυφλός πατέρας με την κόρη έχει τις ρίζες του στον Οιδίποδα και την αρχαία τραγωδία που αποτελεί και το πρότυπο του συνθέτη. Η μάνα είναι κεντρικό δραματικό πρόσωπο και αυτή: παραπέμπει στην αρχαία τραγωδία και αποτελεί την προσωποποίηση του ανθρώπινου δράματος, είναι το πρόσωπο που υποφέρει για τα δυο της παιδιά. Ο Παύλος και ο Νικολιός αντιπροσωπεύουν ο καθένας έναν διαφορετικό κόσμο, η δε κοπέλα η Ισμήνη, είναι σύμβολο τόσο του έρωτα όσο και της μοίρας και της θυσίας.

Μορφολογικά παρατηρούμε ότι το τραγούδι έχει και πάλι συμβολική σημασία αφού αναπαριστά τον χορό της τραγωδίας. Ο λαϊκός τραγουδιστής είναι πάλι αυτός που εκφράζει το λαϊκό αίσθημα. Θα επανέλθω εδώ στο προτελευταίο τραγούδι του έργου Στα περβόλια που έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ελληνικής μουσικής. Ο ρυθμός του ζεϊμπέκικος, όπως και τα περισσότερα τραγούδια του έργου, ο στίχος παραπέμπει στο έπος του Διγενή Ακρίτα και τη μάχη του με το χάρο στα μαρμαρένια αλώνια και η μελωδία ανατριχιαστική. Μήπως σας μεταφέρει στα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής; Δικαίως. H συλλαβική χρωματική μελωδία θα μπορούσε να έχει ξεπηδήσει από λειτουργικό βιβλίο, από το αναλόγιο του ψάλτη. Πώς όμως αυτή η μελωδία φορτίζεται τόσο δυναμικά; Διακρίνεται από α) απλότητα, β) βηματικότητα που παραπέμπει στην βυζαντινή μουσική και γ) τροπικότητα. Η μελωδία που κινείται γύρω από το λα, δεσπόζουσα -πέμπτη βαθμίδα της ρε μείζονας, έχει μια ελαττωμένη τέταρτη, το ρε ύφεσι, που κάνει την μελωδία τροπική. Μετακινείται ανάμεσα σε συγχορδίες της ρε μείζονας και ελάσσονας (η συγχορδία σολ ελάσσονα ανήκει στην κλίμακα ρε ελάσσονα). Πετυχαίνει έτσι ο συνθέτης, ενώ ξεκινάει με ρε μείζονα, να μεταδίδει την πολύ λυπητερή ατμόσφαιρα που έχει ο στίχος μέσω της χρήσης της ρε μείζονας και ρε ελάσσονας όπως και της ελαττωμένης τέταρτης της πέμπτης βαθμίδας στην πλοκή της μελωδίας.

*

Μια ενδιαφέρουσα παρουσίαση, με δηλώσεις του ίδιου του Μίκη για το έργο το τραγούδι του νεκρού αδερφού, εδώ:

http://www.pyxida.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1426

*

Μίκης Θεοδωράκης:

Μα εγώ, όπως όλη η γενιά μου, έχω προκαλέσει τον θάνατο πολλές φορές. Αυτό μου έδωσε μια οικειότητα μαζί του. Ο θάνατος συνεπώς δεν έχει για μένα τη μεταφυσική έννοια που έχει για τον πολύ κόσμο. Εχει μια φυσική έννοια, είναι ένα πρόσωπο. Μέσα στο αυτοβιογραφικό “Τραγούδι του Νεκρού Αδερφού” κάποια στιγμή μου τίθεται η δοκιμασία του θανάτου: Αν κατάφερνα να κάνω τον Χάρο να χορέψει, θα ζούσα. Αλλιώς θα πέθαινα. Φώναξα τότε τον Καρνέζη και τον Παπαδόπουλο και αρχίσαμε να παίζουμε το “Στα περβόλια”. Ετσι χόρεψε ο Χάρος ζεϊμπέκικο και έζησα. Ο Χάρος είναι λοιπόν πια φίλος μου. Θα τον χορέψω ζεϊμπέκικο και τώρα στο Ηρώδειο.

Ολόκληρη η συνέντευξη, εδώ: http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=13313&m=C18&aa=1

*

Ο Θανάσης Παπαγεωργίου για τη σκηνοθεσία του, εδώ: http://ta-nea.dolnet.gr/print_article.php?e=A&f=16521&m=P03&aa=1