Αυστηρώς ακατάλληλον!

(Υπό Ν. Φωκά)

Απομακρύνατε τα παιδιά του Δημοτικού (και του Γυμνασίου) από τις οθόνες των υπολογιστών!


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

Γνωριμία με την Εύη

Παρασκευή τη βάφτισαν μα τη φωνάζουν Εύη-

Μια χωρισμένη που ‘χε πριν ένα μυστήριο Τσέχο.

Δυο χρόνια που τη χαίρομαι’ με πάθος και με δόλο

Θέλει δε θέλει την κρατώ, πουτάνα μου την έχω.

Σαν μια ρεκλάμα είν’ όμορφη, με πρόσωπο π’ αλλάζει

Κατά το φως, το μακιγιάζ, κατά το εφφέ που θέλει’

Θαρρείς πως έχει συλλογή μελετημένων ρόλων

Που από το πρόσωπο περνούν στο σώμα και τα μέλη.

evi-6.jpeg

Και τη λατρεύω έτσι ψηλή με το γεμάτο στήθος

Με τους γοφούς τους στρογγυλούς πάνω σε μπούτια στέρια,

Με τη λεκάνη τη φαρδιά και τη φυρή τη μέση’

Μα όσο σε μέρη τη διαιρώ, τόσο τη θέλω ακέρια.

.

Έπειτα, πάνω στου έρωτα την πιο εναγώνια φάση

Τόσο είν’ ασπόνδυλη φορές η θηλυκότητά της,

Ώστε εξισώνω τους γλουτούς ας πούμε ή τα στήθια

Ή τις εκτάσεις της κοιλιάς συγχύζω με της πλάτης…

Συνήθως με μια κίνηση μπροστά από τον καθρέφτη

Σηκώνω το φουστάνι της ψηλά μέχρι τη μέση’

Κι ενώ της ρίχνω από μπροστά στα μπούτια έχω τα μάτια

Στους δυο γλουτούς της που κρατώ και πλάθω όπως μ’ αρέσει.

Σαν έμβολο το πέος μου στη σμίξη των ποδιών της

Με χαμηλά αγκομαχητά το μπήγω το ξεμπήγω’

Αλλά καθώς αισθάνομαι να πλησιάζει η ρεύση

Με σύνεση την απωθώ κοφτά στο παραλίγο.

evi-4.jpeg

Γδύνεται τότε μ’ ένα στυλ θαρρείς για να επιδείξει

Σ’ όλους κυλότα και σουτιέν, από καθάριο ατλάζι.

Με στύση και με χαύνωση μισόγυμνη τη βλέπω

Κι ο πόθος μου απαιτητικός με σπρώχνει και με βιάζει.

.

Το χέρι προχωρώ συρτά, προειδοποίηση σάμπως,

Πάνω στη σμίξη των μπουτιών’ κάνω πως περιμένω’

Ξέρει πως δεν ξεφεύγει πια κι ανέχεται να λύσω

Με τ’ άλλο χέρι το σουτιέν το δυσκολοδεμένο.

Απ’ το σουτιέν υδράργυρος ξεχύνονται τα στήθη

Και τον ρουφώ, τον σπαταλώ με χέρια και με χείλια’

Ζει σε μεγάλο πυρετό, σε μια παράνοια ο νους μου

Κι όσο ποτέ μου ζωντανός αισθάνομαι απ’ τη ζήλια.

.

Και τη δαγκώνω, τη χτυπώ, τη βρίζω δίχως λόγο

Καθώς τη βλέπω έτσι γυμνή με μόνο την κυλότα’

Το φως να σβήσω εκλιπαρεί, μ’ ασθμαίνω από κακία

Και την κυλότα της τραβώ κι ανάβω κι άλλα φώτα.

Καθηλωμένη την κρατώ μαλακωμένη τέλεια -

Πως μαλακώνει απ’ του φιδιού το δάγκαμα το θύμα!

Μαλακωμένος τράχηλος, μαλακωμένοι αγκώνες

Καθώς δουλεύει μέσα της μονότονη μια λίμα!

evi-3.jpeg

- Κάποτε που θα ξεχαστεί στον κόσμο τι ΄ναι η λίμα

Θα χάσει την αξία της πια και τούτη η εικόνα τότε

Μ’ όλο τον κόσμο μας μαζί’ μ’ ακόμα γεια χαρά σας

Όλες που σαν την Εύη μου στον κόσμο μας την τρώτε!…

.

Τι κωμική που ‘ναι λοιπόν με σηκωμένα πόδια!

Που το στητό της βάδισμα, το κοσμικό της ύφος!

Σφαγμένη η περηφάνεια της, το κύρος της ρεζίλι,

Οι χάρες της για κλώτσημα και τ’ αγγλικά της τζίφος!

.

Με τα δυο πόδια της ψηλά στους ώμους μου βαλμένα

Πως φαίνεται αξιοθρήνητη, παραιτημένη πλέρια -

Σαν κάποιον που όσο μπόρεσε κράτησε μα στο τέλος

Με καταισχύνη σήκωσε ψηλά κι αυτός τα χέρια!…

.

Μα να που αργά το σώμα της αρχίζει να σαλεύει,

Να ζωντανεύει, ν’ αντιδρά, να σφίγγει νευρωμένο.

Σαν ψάρι απ’ έξω απ’ το νερό πηδά κάτω από μένα’

Στο πιο ψηλό το πήδημα εγώ το περιμένω.

.

Στο πιο ψηλό το πήδημα βγάζει κραυγή αγωνίας

Καθώς με πέος αντίδρομο ζητώ να την ξεκάμω’

Κι ύστερα πάλι αποχωρεί σαν ψάρι στον αέρα

Που στην επόμενη στιγμή ψοφά και πέφτει χάμω.

Ωσότου να ‘τη απ’ την αρχή με το κορμί δραστήριο

Π’ αναγυρνά με νόημα στα τέσσερα και να ‘τη

Που περιμένει ακίνητη σαν γυμνασμένη σκύλα

Να ‘ρθω από πάνω της αισχρά, να της ριχτώ απ’ την πλάτη.

Στη στάση αυτή που συνεχώς τη δείχνει κι άλλο πράμα

Καθώς μ’ αγκώνες καταγής τινάζει τους γλουτούς της

Και με κρυμμένο πρόσωπο καταμεσίς στα χέρια

Είναι ό,τι θες, ό,τι ποθείς: χίμαιρα, σφίγγα, πούστης.

evi-1.jpeg

Τι δε θα δίναν να τη δουν οι θλιβεροί, οι καημένοι

Ανώτεροί της και λοιποί στη χαζοϋπηρεσία -

Στάση που απ’ το πρωτόκολλο διαφέρει του υπουργείου

Τόσο που μόνο ποιητική το πιάνει φαντασία!

.

Χαιρέκακα στο πείσμα τους λοιπόν την ανεβαίνω

Κι αισθάνομαι από κάτω μου τ’ ωραίο της πηγαινέλα

Και σκύβοντας στον τράχηλο την πιάνω από τα στήθη

Κι ακάθεκτος την οδηγώ στην ποίηση και την τρέλλα…

.

Σε λίγο σαν δυο ναυαγοί μετά από το ναυάγιο

Δυο σκόρπια είμαστε σώματα, δυο ανθρώπινα σκουπίδια

Στην αμμουδιά του κρεβατιού, ξένα αναμεταξύ τους

Ώσπου ν’ αρχίσουν εξαρχής σύντομα πάλι τα ίδια…

Α(χ)μήν!

*

(16 Ιανουαρίου 2007)