(με προσθήκες, 24 Αυγούστου 2010)
Το βαπόρι απ’ την Περσία ήταν η τελευταία μεγάλη επιτυχία του Βασίλη Τσιτσάνη. Γενάρης του 1977, η είδηση είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο: Ένα κοτζάμ καράβι, το υπό Κυπριακή σημαία M/S Gloria, φορτωμένο με χασίς, περσικής προέλευσης, κρυμμένο μέσα σε κεντήματα, εντοπίστηκε από το Λιμενικό, μετά από κάρφωμα – και πιάστηκε στον Ισθμό της Κορίνθου.
Τότε ήμουνα μαθητής Λυκείου, αλλά ως φανατικός αναγνώστης των εφημερίδων θυμάμαι την εντύπωση που είχε δημιουργήσει το περιστατικό στην ελληνική κοινωνία. Τώρα, ούτε μ’ έναν ολόκληρο στόλο φορτωμένο κοκαΐνη δεν πρόκειται να συγκινηθεί κανείς – ούτε βέβαια να γράψει τραγούδι…
Ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν πάντα ενεργός, αλλά εκείνα τα χρόνια είχε χάσει την πρωτοκαθεδρία που είχε στη δεκαετία του ’40 και ως τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Όχι γιατί δεν έγραφε ωραία τραγούδια, αλλά γιατί είχαν πλέον αλλάξει τα γούστα του κοινού. Πρώτα κάτι Ζιγκουάλες και Μαντουμπάλες, μετά η έκρηξη του έντεχνου της δεκαετίας του ’60 με τους Μάνο Χατζιδάκι και Μίκη Θεοδωράκη, κατόπιν η χούντα που προήγαγε το τάκα τάκα τα – και, τέλος, το πολιτικό τραγούδι, μετά το καλοκαίρι του ’74.
Ο χώρος του λαϊκού τραγουδιού ήταν ιδιαίτερα περιορισμένος. Αλλά έστω κι εκεί, τα νέα ακούσματα κυριαρχούσαν: Βοσκόπουλος, Αγγελόπουλος, Καζαντζίδης, τα πρώτα μεγάλα σκυλάδικα… Ο Τσιτσάνης και ο Παπαϊωάννου είχαν οδηγηθεί, σχεδόν, στο περιθώριο. Να μην πούμε για το Μάρκο.
Κι όμως, για τον Βασίλη Τσιτσάνη ήταν μια ακόμα μεγάλη, παραγωγική, εποχή. Μόνο που τα τραγούδια που έγραψε τότε ακούστηκαν, όπως τους άξιζε, πολύ αργότερα – παράδειγμα το κορυφαίο με παράσυρε το ρέμα, το οποίο παίζεται σήμερα, κάθε βράδυ, σε όλα τα λαϊκά πάλκα της χώρας και προξενεί πάντα έκρηξη ενθουσιασμού των συμποσιαστών.
Πιάστηκε λοιπόν το καράβι με το χασίς – νάσου σε λίγους μήνες και το τραγούδι, που έγινε αμέσως μεγάλη επιτυχία. Το τραγούδησε ο ίδιος ο Τσιτσάνης. Ίσως γιατί γούσταρε, ίσως γιατί τα πρώτα ονόματα της εποχής αρνήθηκαν να το πουν, μέσα στο κλίμα της επαναστατικής μικροαστικής σοβαροφάνειας που κυριαρχούσε. Το τραγούδι είναι ένα καθαρόαιμο ρεμπέτικο – δηλαδή λούμπεν. Υποκοσμιακό. Μόνο που επειδή είναι αυθεντικό αριστούργημα, πήρε αμέσως τη θέση του ανάμεσα στα δημοφιλή του ελληνικού τραγουδιού, δηλαδή τραγουδήθηκε και χορεύτηκε κατά κόρον…
Είναι ένα γρήγορο ζεϊμπέκικο, με κεφάτο ρυθμό και μελωδία. Οι στίχοι του είναι απλοί, ειρωνικοί, θυμίζουν έντονα τα μουρμούρικα της φυλακής, περιγράφουν το περιστατικό με τον κλασικό τρόπο του ρεμπέτικου (όπως, το κάηκε κι ένα σχολείο) και δεν παραλείπουν να αποκαλύπτουν κιόλας τι συνέβη στο παρασκήνιο!
Το βαπόρι απ’ τη Περσία
πιάστηκε στη Κορινθία
τόνοι έντεκα γεμάτο με χασίσι μυρωδάτο
τώρα κλαιν’ όλα τα αλάνια που θα μείνουνε χαρμάνια
βρε κουρνάζε μου τελώνη
την ζημιά ποιος την πληρώνει
και σε αυτή την ιστορία
μπήκαν τα λιμεναρχεία
Ήταν προμελετημένη, καρφωτή και λαδωμένη
δυο μεμέτια τα καημένα
μέσ’ το κόλπο ήταν μπλεγμένα
…μια τζούρα με τον Τσιτσάνη, από συναυλία:
…και ολόκληρο, με τον Δημήτρη Ευσταθίου:
*
Η ιστορία τώρα γυρίζει στο προσωπικό. Τον Απρίλη του ’79 έγινε η πενθήμερη εκδρομή της Γ’ Λυκείου, όπου, ξεκινώντας από την Καλαμάτα, διασχίσαμε τη μισή Ελλάδα με πούλμαν. Είναι ζήτημα αν το κασετόφωνο του οχήματος σταμάτησε να παίζει για λίγα λεπτά. Παναγιώτης Μιχαλόπουλος (έβαλε ο διαβολάκος, την ουρά του πάλι…), Απόστολος Νικολαΐδης (όταν πεθάνω θάψτε με, σε μια γωνιά μονάχο…) κλπ. Ο Στράτος Διονυσίου έμοιαζε …ελαφρολαϊκός! Και, ξανά και ξανά, το βαπόρι απ’ την Περσία…
Δεν άκουγε όλη η ένδοξη τάξη του ’79 αυτή τη μουσική. Για να μην λέω για τους άλλους, εγώ βρισκόμουν ακόμα στην αφελή περίοδο, άκουγα δηλαδή ροκ – Pink Floyd, Who, Dylan, Stones, Beatles, Jethro Tull αλλά και Deep Purple, Black Sabbath, Boomtown Rats… Όχι ότι μου έγιναν ποτέ δυσάρεστα αυτά τα ακούσματα, αλλά, όλα μαζί αν τα στύψεις δεν κάνουν έναν καλό δίσκο του Μάνου Χατζιδάκι – τον Μεγάλο Ερωτικό, ας πούμε… Και δε μπορούν να συγκριθούν ούτε κατά διάνοιαν με το τελευταίο μεγάλο δώρο των θεών στην ανθρωπότητα, δηλαδή τη jazz, ούτε με τις εκπληκτικές μουσικές της Λατινικής Αμερικής… Αλλά, ήταν η προοδευτική /αντιστασιακή μουσική των νεολαίων της Αυτοκρατορίας, άρα και του λοιπού πλανήτη, πλαισιωμένη με δυναμικούς μύθους όπως το Γούντστοκ και ένα τρόπο ζωής, που συγκινεί ακόμα τους επαρχιώτες, σε διάφορα μέρη του κόσμου: μακρύ μαλλί, πέτσινο γιλέκο, μηχανές Χάρλευ, αντιεξουσιαστική παραμύθα, ποικίλες ουσίες και ενιαίο απόκοσμο/ κατατονικό (ενίοτε) ύφος… ή οι μνήμες αυτών των πραγμάτων, αμπαλαρισμένες καταλλήλως.
Από την σύγχρονη ελληνική μουσική παραγωγή ήξερα πολύ καλά το Διονύση Σαββόπουλο και από την παλαιότερη τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά και τα δημοτικά – τον πρώτο τον ανακάλυψα μόνος μου και τα δεύτερα τα άκουγα από ‘να χρυσοκόκκινο τζουκ μποξ στην επαρχία, για το οποίο χρωστάω ένα δυο ποστάκια. Τον Τσιτσάνη, λοιπόν, τον ακούω παιδιόθεν. Κι όσο περισσότερο τον ακούω, τόσο περισσότερο μου αρέσει, γιατί, στο μεταξύ, ανακάλυψα, δια της εμπειρικής μεθόδου, ότι δεν είναι απλά ένας καλός λαϊκός συνθέτης, αλλά η ίδια η απόδειξη ότι οι Έλληνες είναι ακόμα ικανοί να παράξουν πολιτισμό, όπως είπε ο Γιάννης Τσαρούχης, μιλώντας για το ρεμπέτικο τραγούδι.
Φοιτητής, στη Θεσσαλονίκη, άρχισα να ακούω όλο και λιγότερο ροκ και όλο και περισσότερο τις πραγματικά πλούσιες μουσικές: τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά και τα έντεχνα ελληνικά τραγούδια, όλες τις ποικιλίες της jazz, όση κλασσική μουσική μπορούσε να προσλάβει το ανεκπαίδευτο αυτί μου (δεν έχω ακούσει τίποτα συγκλονιστικότερο από τα κουϊντέτα του Μπετόβεν), πολύ κινηματογραφική μουσική και, τα τελευταία 10-15 χρόνια, τις μουσικές των λαών του κόσμου.
Τώρα στου δρόμου τα μισά (και βάλε…) συνηθίζω να διαλέγω κάποια CD της ροκ παραγωγής – της παλιότερης δηλαδή, την πρόσφατη την αγνοώ απολύτως – και να τα ακούω οδηγώντας. Ωστόσο, αυτό που πραγματικά μου φτιάχνει τη διάθεση και γλυκαίνει το αυτί μου είναι τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά τραγούδια. Κι ανάμεσά τους, τα διαμάντια που μας άφησε ο Βασίλης Τσιτσάνης – όπως το βαπόρι απ’ την Περσία.
*
Τέλος, κέρασμα ένα πολύ ωραίο κείμενο για τον Τσιτσάνη, από τον Πάνο Γεραμάνη: http://ta-nea.dolnet.gr/print_article.php?entypo=A&f=16628&m=N16&aa=1
*
Για το ίδιο θέμα (το βαπόρι) από κάποιον “Μητσάρα” – δεν κατάφερα να τον ταυτοποιήσω.

34 σχόλια
Ροή σχολίων γι' αυτό το άρθρο
Ιανουαρίου 17, 2007 στις 9:49 μμ
Πόντος και Αριστερά
Ax! αυτές oi παλιές εποχές… ανεπανάληπτες.
Το καλό όμως είναι ότι επειδή αυτός ο πολιτισμός είναι διαχρονικός, κάποτε θα ξαναέρθουν (όχι ότι έφυγαν ποτε, απλά η αγορά μπέρδεψε τον κόσμο) με την ίδια, παλιά, δύναμη.
μ-π
Ιανουαρίου 17, 2007 στις 9:57 μμ
Πάνος
μ-π,
ελπίζω πως όχι. Με την έννοια ότι το μέλλον πρέπει να έχει το δικό του πολιτισμό, κατά κύριο λόγο. Αλλιώς, την έβαψε!
ΥΓ. Μη μπερδεύεσαι με τις δικές μας προτιμήσεις. Εμείς ανήκουμε ΗΔΗ στο παρελθόν!
Ιανουαρίου 17, 2007 στις 10:01 μμ
Πόντος και Αριστερά
Μα μέσα στις ανάγκες του μέλλοντος θα ενταχθούν. Το ζήσαμε αυτό με τα ρεμπέτικα. Εκείνη την εκπληκτική (παρόλες τις γκρίνιες πολλών) “αναβίωση”, που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Εξέφρασε, αυτό το παλιό τραγούδι, με τον καλύτερο τ΄ροπο τις αγωνίες και τις ανησυχίες εκείνης της εποχής (για ορισμένο κόσμο φυσικά, για να μην το γενικεύω!)
μ-π
Ιανουαρίου 17, 2007 στις 11:15 μμ
rockerblogger
..Αλλά, ήταν η προοδευτική /αντιστασιακή μουσική των νεολαίων της Αυτοκρατορίας, άρα και του λοιπού πλανήτη, πλαισιωμένη με δυναμικούς μύθους όπως το Γούντστοκ και ένα τρόπο ζωής, που συγκινεί ακόμα τους επαρχιώτες, σε διάφορα μέρη του κόσμου: μακρύ μαλλί, πέτσινο γιλέκο, μηχανές Χάρλευ, αντιεξουσιαστική παραμύθα, ποικίλες ουσίες και ενιαίο απόκοσμο/ κατατονικό (ενίοτε) ύφος… ή οι μνήμες αυτών των πραγμάτων, αμπαλαρισμένες καταλλήλως.
no comment.
Ιανουαρίου 17, 2007 στις 11:30 μμ
Πάνος
R/B,
κατανοώ την αντίδραση – άλλά δεν πρόκειται παρά για την προσωπική ματιά ενός επαρχιώτη που ακούει λαϊκά!
Ιανουαρίου 18, 2007 στις 12:26 πμ
bioannis
Εμένα πάλι, περισσότερο με συγκινεί στο συγκεκριμένο τραγούδι που…. έμειναν χαρμάνια όλα τα αλάνια. Χωρίς ίχνος ειρωνίας 11 τόνοι…. πήγανε χαμένοι. Πολλοί λίγοι αναφέρονται σε αυτή την πλευρά του ρεμπέτικου. Και αυτοί που αναφέροντε το κάνουν απαξιωτικά και με στυλ κριτικής της …υποκουλτούρας. Όπως το τελευταίο του Παπαδόπουλου να “συλληφθεί το ντουμάνι”. Πιασάρικος ο τίτλος αλλά πραγματικά ο άνθρωπος είναι συνειδητός υβριστής των “χασικλίδων” λες και οι “ουσίες” με λαική καταγωγή στη χρήση τους είναι η μεγαλύτερη παρανομία. Ειδικά στην ουσία αυτή που είναι ενδημική, και που έκανε τόσο κόσμο να απολαμβάνει ένα ήπιο, φτηνό και λαικό ψυχότοπο, ηπότερο από το κρασί, χωρίς πολλές αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία … εκτός από τους χωροφύλακες και την στενή βέβαια. Όσο για την “αγία Καλαμάτα” νομίζω από τότε κρατάει τα ινία στην ποιότητα, οπότε δεν με ξενίζει το ότι όλοι στο πούλμαν τραγουδάγατε “(όταν πεθάνω θάψτε με, σε μια γωνιά μονάχο…)” … στη σκιά της καναβουριάς. Ο κύριος λόγος που έγινε παράνομη η χρήση της είναι αποκλειστικά για να αποκτήσει ένα σοβαρό εμπορικό κίνητρο στη μαύρη αγορά αλλά και να λειτουργήσει σαν “κράχτης” για τα σύγχρονα χημικά δηλητήρια.
Ιανουαρίου 18, 2007 στις 12:57 πμ
Athanassios
Συντάσσομαι απόλυτα με τον bioannis/////////////
Ιανουαρίου 18, 2007 στις 1:04 πμ
Πάνος
Καλά βρε bioannis, μην κάνεις έτσι… κατασχέθηκε είπαμε, δεν είπαμε οτι πήγε χαμένο!
(θυμάμαι βέβαια οτι το “κάψανε”, αλλά πόσο να κάψανε;)
*
Ποιός Παπαδόπουλος ήθελε να συλλάβει το ντουμάνι; Για λέγε…
Ιανουαρίου 18, 2007 στις 11:19 πμ
Πάνος
to whom it may concern,
δε μπορούσα να διανοηθώ οτι η διατύπωση μιας άποψης (σωστής ή λαθεμένης) θα μπορούσε να εκληφθεί τόσον …βαρέως, σχεδόν ως προσωπική προσβολή. Ειδικά από ανθρώπους που έχουν συνηθίσει να εκφράζουν άνετα και ελεύθερα την απαξιωτική τους γνώμη για μουσικές που εγώ θεωρώ κορυφαίες – και καλά κάνουν.
Ομολογώ οτι το φαινόμενο με ξάφνιασε – δεν το περίμενα!
Ιανουαρίου 18, 2007 στις 12:28 μμ
rockerblogger
Πάνο, ο “concerned” διαφώνησε σπάνια με τα μουσικά σου γούστα, και ποτέ απαξιωτικά. Ποτέ.
(Διαφώνησε πιο συχνά με τα ποιητικά σου γούστα, βέβαια:)
Ο “concerned” θα μπορούσε να εκλάβει την παράγραφο ως “φωτογραφική” – ειδικά αν δει κανείς τις υπογραμμισμένες λέξεις και φράσεις που θα μπορούσε να τις εκλάβει ως αιχμές που παραπέμπουν ευθέως σε αυτόν – αλλά προτίμησε να μην τη σχολιάσει κι αντί γι’αυτό προτίμησε, στο πνεύμα της οικειότητας και του θάρρους της φιλίας, να ανεβάσει ένα ποστ με ΕΝΑ ΑΚΡΩΣ ΧΙΟΥΜΟΡΙΣΤΙΚΟ ΤΙΤΛΟ, κι ένα τραγούδι αριστούργημα που οι στίχοι του απαντούν ΠΟΙΗΤΙΚΑ στην ακατανόητη σφοδρή επίθεση εναντίον του ροκ και στους ΕΠΑΡΧΙΩΤΕΣ που συγκινούνται ΑΚΟΜΑ από αυτό και διηγούνται ροκ ιστορίες κι αναμνήσεις ΚΑΤΑΛΛΗΛΩΣ ΑΜΠΑΛΑΡΙΣΜΕΝΕΣ..
Κι επειδή ο “concerned” μόλις κατάφερε, με δύσκολους ελιγμούς, να αποφύγει ένα τρικούβερτο καβγά στο “μαγαζί” του που κινδύνευε να τιναχτεί στον αέρα, σκέφτεται να κάνει πάρτυ σύντομα! Γι’αυτό να περνάς από εκεί όποτε θέλεις, να σε κεράσω ένα shanty, να μάθεις επιτέλους τι αηδίες πίνουν οι πολιτιστικοί ιμπεριαλιστές άγγλοι:)))
ΥΓ
Το “βαπόρι απ’την Περσία” είναι ροκ!
Ιανουαρίου 18, 2007 στις 12:54 μμ
Πάνος
R/B,
δεν υπάρχει θέμα “φωτογραφίας” – ούτε κατά διάνοιαν. Ειλικρινά, σε τοποθετώ εντελώς εκτός της mainstream κουλτούρας του ροκ (εσύ θα πεις αν κάνω λάθος – και θα το δεχτώ), η οποία (εξακολουθώ να πιστεύω) αφορά κατά κύριο λόγο τσοπαναραίους, ΕΑΝ ΠΕΡΙΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΥΤΗ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ. Γνωρίζεις εσύ πολλούς “ροκάδες” που να έχουν διαβάσει Νταίβιντ Χήνυ ή Μπράουνιγκ;
Άλλωστε εδώ βλέπω και μια αντιστοιχία, την οποία θέλω να προσέξεις: κι εγώ ακούω (και τραγουδάω) τα ρεμπέτικα, χωρίς να είμαι ούτε χασικλής, ούτε ρεμπέτης. Θέλω να πω πως η ροκ είναι πολύ “λίγη” για να χωρέσει πράγματι έναν Ιχνηλάτη Κοσμοπολίτη!
Γιατί είναι ένα μουσικό είδος χωρίς ιδιαίτερο βάθος. Εντυπωσιακό, αλλά ρηχό, ιδίως μουσικά. Και συνοδεύει μια κουλτούρα που (έχω την εντύπωση) οτι σου είναι εντελώς ξένη – ο έρωτας λειτουργεί εξ αποστάσεως.
Η κριτική μου αυτή γιατί είναι απαξιωτική; Δηλαδή, συζητήσεως γενομένης, δεν πρέπει να εκφράζω την άποψη που έχω; Τιμώ το ροκ, όσο του αντιστοιχεί!
Δυο επισημάνσεις ακόμα: κι εγώ ακούω ροκ – δεν έχεις παρά να δεις τη λίστα στο σύνδεσμο που έχω στο ποστ! Επιπλέον, τα περισσότερα από τα κομμάτια που παρουσιάζεις στο μπλογκ σου, μου είναι γνωστά και αγαπημένα (μερικά, ομολογώ πως δεν τα είχα προσέξει, στον καιρό τους)
Όσο για το βαπόρι απ’ την Περσία, είναι ροκ όσο και η γιαγιά μου (αν είχε καρούλια, θα ήταν πατίνι). Όταν γενιόταν και ωρίμαζε αυτή η κλασσική μουσική, οι μπαμπάδες των μελλοντικών ροκάδων δεν είχαν γνωρίσει ακόμα τις γυναίκες που θα τους γενούσαν γιούς!
Ιανουαρίου 18, 2007 στις 1:20 μμ
rockerblogger
ΧΑΧΑΧΑΧΑΑΑΑΑΑ
Το “το βαπόρι απ’την Περσία είναι ροκ” μην το πάρεις τοις μετροιτοίς βρε! Είναι σύνθημα που υποδηλώνει ότι κάτι είναι ανατρεπτικό-αντικομφορμιστικό.
Και βέβαιο ειδα τη λιστα. Και βέβαια ειδα ότι ακους και ροκ στο αυτοκίνητο.
Πάντως, επέτρεψε μου, δεν έχεις εμβαθύνει στην ιστορία του ροκ, την ιστορική διαδρομή του, την πορεια του, την παρακμή και ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ!
Αυτά “τα πράγματα” που αναφέρεις, Πάνο, απλά δεν υπάρχουν πια σήμερα. Ούτε νέοι με μακρύ μαλλί, ούτε πέτσινο γιλέκο, ούτε Χάρλευ. Αυτά που βλέπεις είναι πλέον καρικατούρες του ροκ. Ούτε καν σκιές από το παρελθόν. Καρικατούρες ειναι.
Το ροκ το τιθάσευσε, το δάμασε, το εξημέρωσε, η ΕΞΟΥΣΙΑ όταν συνειδητοποίησε τη δύναμη του. Ακόμα δεν έφτασα, στα αφιερώματα που κάνω, εκεί!
Αν δεν ήταν τόσο αργά κι αν δεν ήμουν κουρασμένος χθες, αντί για τον χιουμοριστικό τίτλο που ανέβασα ως απάντηση στην άποψη σου, είχα σκοπό να γράψω ολόκληρο σεντόνι για ένα τραγούδι του Neil Young. Λέγεται “Ohio” κι αναφέρεται στο θάνατο τεσσαρων φοιτητών από τα πυρά της αστυνομίας εναντίον των διαδηλωτών στο πανεπιστήμιο του Οχάιο. Αρα η “αντιεξουσιαστική παραμύθα” που γράφεις είναι, τουλάχιστον, αυστηρή κι άδικη.
Και συγκρίνεις ανόμοια πράγματα με τρόπο που δεν συνάδει με την κατάρτιση σου. Είναι δυνατόν να συγκρίνεις το αγγλο-αμερικανικό ροκ με τον Χατζιδάκι;! Ή με το Τζαζ; Ή με τις μουσικές της λατινικής αμερικής;
Τεράστιο το θέμα, Πάνο. Δώσε μου χρόνο να ανεβάσω μερικά ποστ ακόμα, και μετά ας ανοίξουμε αυτή την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση!
Ιανουαρίου 18, 2007 στις 1:31 μμ
Πάνος
OK. Αναμένω, με ενδιαφέρον!
Ιανουαρίου 18, 2007 στις 1:49 μμ
Πόντος και Αριστερά
Oι παρατηρήσεις του rockerb…έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον για μας τους νοτιοβαλκάνιους και τους υπόλοιπους δυτικούς που έζησαν, ο καθένας με τον τρόπο του, τη μεγάλη εκείνη επανάσταση.
Υπάρχουν όμως κάποιες υπόγειες διαδρομές, σε κόσμους διαφορετικούς, που έχουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μας (όχι για όλους φυσικά). Στην άλλη πλευρά του Αιγαίου υπάρχει μια κοινωνία σε μετάβαση. Εμείς εδώ ούτε καν το πήραμε χαμπάρι. Σιγά σιγά, η κοινωνία ξεπερνά τις στρατοκρατικές κατασκευές και ψάχνεται. Σε επίπεδο ταυτότητας και έκφρασης. Πειραματίζεται. Κανείς δεν ξέρει που θα βγει αυτό… ίσως σ’ ένα νέο “εκσυγχρονισμένο” πραξικόπημα. Μακάρι όχι!
Δείτε την παρακάτω φωτογραφία. Αυθεντική σύνθεση με το ροκ, που εκφράζει αυτό το μεταίχμιο, το πέρασμα κάπου αλλού. Αυτό που ζουν αυτοί, εμείς μπορεί να το ζήσαμε σε μικρογαρφία τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Μπορεί! λέω…
http://pontosandaristera.wordpress.com/files/2006/12/babylon05.jpg
m-p
Ιανουαρίου 18, 2007 στις 2:26 μμ
bioannis
Βεβαίως και το “βαπόρι από τη Περσία” είναι ροκ. Όπως και όλη η ρεμπέτικη δημιουργία. Όμως εγώ επιμένω … τον χαβά μου!
“Έχουμε πλέον αγανακτήσει με αυτό το κυνήγι μαγισσών το οποίο έχει συμβάλει στην αύξηση του αριθμού νέων χρηστών αλλά και των θυμάτων όλα αυτά τα χρόνια και έχει οδηγήσει στη εξαθλίωση ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό συνανθρώπων μας. Τα στατιστικά στοιχεία είναι θλιβερά, αν και απέχουν κατά πολύ από τη πραγματικότητα που είναι ακόμα πιο σκληρή…
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία από το Υπ. Δημόσιας Τάξης και το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά (ΕΚΤΕΠΝ) από το 1995 μέχρι σήμερα έχουμε υπερδιπλασιασμό των θυμάτων από τοξικές ουσίες (οπιούχα) αλλά και των εξαρτημένων χρηστών (τα επίσημα νούμερα μιλάνε για 20.000 άτομα πανελλαδικά αλλά όσοι έχουν μια ρεαλιστική εικόνα από τη Πρωτεύουσα και την Επαρχία μιλάνε για τουλάχιστον 80.000), όπως επίσης και των συλληφθέντων για υποθέσεις «ναρκωτικών» οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία τους (90%) είναι χρήστες και όχι έμποροι! Παρόλα αυτά η επίσημη ανακοίνωση του Υπ. Δημόσιας Τάξης ότι «ο αγώνας εναντίον των ναρκωτικών είναι διαρκής και ασυνθηκολόγητος- χωρίς «έλεος» για τους εμπόρους» φανερώνει για μια ακόμα φορά όχι μόνο την υποκρισία και την αναλγησία της Πολιτείας αλλά και την αμάθεια και την έλλειψη οράματος από τους πολιτικούς.
Το ήδη υπάρχον κατασταλτικό μοντέλο που στηρίζεται στη απαγόρευση και την ποινικοποίηση δεν έχει φέρει θετικά αποτελέσματα και πρέπει να αναλογιστούμε υπεύθυνα τις εναλλακτικές πολιτικές.
Η χρήση και κατάχρηση ουσιών είναι συνείδηση πλέον ότι δεν αντιμετωπίζεται με καταστολή αλλά με ουσιαστική πληροφόρηση και με ενέργειες που περιορίζουν τη βλάβη στον άνθρωπο, την κοινωνία και την οικονομία, όπως έχει δείξει άλλωστε η ευρωπαϊκή εμπειρία σύμφωνα με επίσημες ανακοινώσεις των κρατών-μελών και πρόσφατες δημοσιογραφικές έρευνες.
Ελπίζουμε να ανοίξει ένας ουσιαστικός κοινωνικός διάλογος πάνω στο πολύ σοβαρό αυτό ζήτημα και να αναθεωρηθεί στα πλαίσια της μείωσης της βλάβης η Ελληνική πολιτική περί «ναρκωτικών», η οποία μέχρι στιγμής είναι εγκληματική για τη νεολαία.”
Ηλιόσποροι (www.iliosporoi.gr) Για την αντιγραφή: bioannis
Όσο για το “Να συλληφθεί το Ντουμάνι” είναι του γνωστού Λευτέρη Παπαδόπουλου (Εκδόσεις Καστανιώτη).
Ιανουαρίου 18, 2007 στις 3:27 μμ
rockerblogger
Πόντος κι Αριστερά, μια φωτογραφία χίλιες λέξεις!
bioannis, πέρυσι βρέθηκα για λιγες μέρες στο άμστερτναμ. Απέκτησα μια κάποια εικόνα για το ολλανδικό μοντέλο.
Δεν εχω σχηματίσει ακόμα ολοκληρωμένη άποψη για το μεγάλο αυτό ζήτημα, αλλά σίγουρα η καταστολή και η ποινικοποίηση δεν έλυσαν το πρόβλημα.
Ιανουαρίου 19, 2007 στις 10:54 πμ
mainmenu
ποιό πρόβλημα;
Φεβρουαρίου 23, 2008 στις 11:23 πμ
Ερατώ
Κάτω τα χέρια από το ροκ!
Το ροκ είναι ιερό, Πάνο.
Σίγουρα η “μόδα” προσπάθησε να το φέρει στα μέτρα της, η εξουσία να το υποβαθμίσει και πολλοί καλλιτέχνες “ροκάδες” να βγάλουν χρήμα με υποπροϊόντα που δεν έχουν σχέση με ροκ.
Αλλά το ροκ δεν παύει να αντιπροσωπεύει την έκφραση αμφισβήτησης των υπαρχουσών δομών, την ανάγκη να ονειρευόμαστε έναν καλύτερο κόσμο, την ελπίδα για ισότητα και ειρήνη, για έναν κόσμο με ιδανικά…
Κι αυτό το όνειρο τροφοδοτεί γενιές και γενιές και δεν είναι μάταιο…..
Όσο για τη σύγκριση με το Χατζηδάκη και τα ρεμπέτικα , “έκαστος στο είδος του”.
Φιλικά
Ερατώ
Φεβρουαρίου 23, 2008 στις 5:06 μμ
Πάνος
Ερατώ,
το ροκ δεν έχει την “αποκλειστικότητα” της αντιπροσώπευσης των ονείρων για ένα καλύτερο κόσμο. Αυτό το κάνουν (κάποια από) τα τραγούδια, ανεξάρτητα από το μουσικό τους στυλ, από τότε που ο άνθρωπος έμαθε να τραγουδάει. Εκτός αν ο άνθρωπος άρχισε να ονειρεύεται και να έχει ιδανικά από το ρόκ και μετά… Μπορώ να δεχτώ ότι ο Μικ Τζάγκερ ή ο Ίαν Άντερσον ή ο Τζιμ Μόρισον είναι “ωραίοι” και σημαντικοί καλλιτέχνες, αλλά όχι και “ιεροί”! Και, στα δικά μου αυτιά, η “καθαυτό” (αν, δηλαδή, αφαιρέσουμε τα δάνεια) μουσική αξία του ροκ (δε μιλάω για τους στίχους) είναι συγκριτικά περιορισμένη, αν το συγκρίνουμε με τα μπλουζ ή τη τζάζ. Γούστα είναι αυτά…
Φεβρουαρίου 23, 2008 στις 7:20 μμ
περίεργος
Έχω δύο παρατηρήσεις, μία θετική και μία … χμμμ … κάπως κριτική.
Καταρχάς, χαίρομαι που και κάποιος άλλος βρίσκει ενδιαφέρουσα την όψιμη δουλειά του Βασίλη Τσιτσάνη. Κι εγώ τυχαίνει να θεωρώ ότι, αν και άνιση, περιέχει μερικά πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, όπως το ασυνήθιστο (για Τσιτσάνη) κομμάτι “Νοσταλγία”, το οποίο είναι σαν να ακούς Κουγιουμτζή ή Σπανό, το επικό “Μπλόκος” και φυσικά το αριστουργηματικό “Της Γερακίνας γιος”. (Επειδή δεν είμαι πολύ γερός στην “τσιτσανολογία”, αφήνω ένα μικρό ενδεχόμενο τα κομμάτια αυτά να είναι παλιότερα και απλώς να ηχογραφήθηκαν τη δεκαετία του 70).
Ειδικά το “Βαπόρι απ’ την Περσία” βέβαια δεν νομίζω ότι είναι κάτι ιδιαίτερα σημαντικό μουσικά. Νομίζω ότι δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο ως προς τη μελωδική του ιδέα, η οποία έχω την αδιόρατη αίσθηση ότι έχει χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές στο παρελθόν -χωρίς αυτή τη στιγμή να μπορώ να δώσω κάποιο παράδειγμα. Δεν θα μαλώσουμε γι’ αυτό όμως.
Το δεύτερο τώρα που ήθελα να πω είναι το εξής. Πριν από κάμποσο καιρό, σε ένα ποστ σε αυτό εδώ το μπλογκ, πέρασε από γενεές δεκατέσσερις ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ, ο οποίος σε μια σύντομη αναφορά στο ρεμπέτικο από το βιβλίο του για τη Θεσσαλονίκη το συνέδεσε με τουρκικής προέλευσης ρυθμούς, με τον υπόκοσμο και με τα χασίσια. Η αναφορά αυτή κρίθηκε επιφανειακή και άστοχη. Όταν προσπάθησα να ισχυριστώ ότι ίσως να μην είναι και τόσο άστοχη, άκουσα κι εγώ κάμποσα. Μέχρι και πράκτορα της νέας τάξης με έβγαλε μία χρήστρια.
Κι ωστόσο, έχοντας φύγει από τη συζήτηση για τον Μαζάουερ, βλέπω ότι εδώ το μπλογκ αναγορεύει μετά πολλών επαίνων σε ρεμπέτικο, και μάλιστα επί λέξει σε ΚΑΘΑΡΟΑΙΜΟ ρεμπέτικο, ένα τραγούδι που είναι γραμμένο σε τούρκικης προέλευσης ρυθμό, το ζεϊμπέκικο, (εγώ νομίζω ότι μάλλον προς καρσιλαμά φέρνει, αλλά είναι θέμα οπτικής, και τα δύο είναι 9/8), και αποκλειστικό του θέμα είναι το χασίσι και ο υπόκοσμος (τα “αλάνια”). Τι συμβαίνει λοιπόν; Στέκει ή δε στέκει η σύνδεση του ρεμπέτικου με αυτούς τους παράγοντες;
Φεβρουαρίου 23, 2008 στις 7:43 μμ
Πάνος
περίεργε,
καλωσήρθες και πάλι. Επειδή πρέπει να τελειώσω ένα κείμενο πριν φύγω για τους ΧΑΪΝΗΔΕΣ, πολύ γρήγορα, για τη δεύτερη παρατήρηση: Ο Μαζάουερ δε μιλούσε για “τούρκικους” αλλά για “λυπητερούς (ή κάπως έτσι) αράβικους” ρυθμούς. Καμιά αντίφαση δεν υφίσταται, δίπλα στα άλλα τραγούδια του Τσιτσάνη να υπάρχουν και τα χασικλίδικα. Η ζωή ΔΕΝ είναι αποστειρωμένη κατάσταση. Τα 9/8 από που κι ως που είναι “ρυθμός τούρκικης προέλευσης” – ούτε καν “οθωμανικής”; Ες αύριον, για περισσότερα!
Φεβρουαρίου 24, 2008 στις 12:34 πμ
Ερατώ
Καλά να περάσεις στους Χαϊνηδες, είναι φανταστικοί.
Διευκρίνιση:Δεν εννοούσα ότι το ροκ έχει την αποκλειστικότητα αντιπροσώπευσης ονείρων, πυροδοτεί όμως ένα μεγάλο μέρος από αυτά.
Δεν είπα πως οι καλλιτέχνες είναι “ιεροί”, άλλωστε έχω επιφυλάξεις για τις προθέσεις των καλλιτεχνών γενικότερα, αλλά ότι το ροκ είναι ιερό !Και συνεχίζει να εμπνέει….
Καλό βράδυ.
Φεβρουαρίου 24, 2008 στις 10:53 πμ
Πάνος
Ερατώ,
ως γνωστόν ανήκομεν εις την Δύσην, αλλά τη βρίσκομεν με την Ανατολήν… Χθες οι Χαϊνηδες με ξάφνιασαν κι εμένα που τους ξέρω χρόνια: ανανεωμένοι, ευφάνταστοι, με μια καταπληκτική μεταγραφή – τον Βασίλη (Χατζηπαναγή) Καρακούση, με θέατρο σκιών, με αγγέλους, με κίνηση, με τέλειο ήχο… Να πω η αποθέωση του βαλκανικού ροκ;
Φεβρουαρίου 24, 2008 στις 12:42 μμ
Ερατώ
Ναι, υπάρχει κι αυτό το είδος:)
Ροκ made in Balcania με ισχυρές δόσεις από Κρητική παράδοση.
Μαρτίου 21, 2008 στις 8:49 μμ
DaySleeper
Poli kalo arthro file. Mpravo…
Akousa oti o Tsitsanis evgale afto to tragoudi kathws diavaze tin eidisi stin efimerida eno ksirizontan. Megali empnevsi eixe
Sinexise na grafeis!
Δεκεμβρίου 5, 2008 στις 12:16 μμ
μαραμένα σύκα
χα..τώρα που το σκέφτομαι,πόσα βαπόρια σαν αι αυτό να έχουν περάσει άραγε ως τώρα απο τον ισθμο?
:-,
Δεκεμβρίου 5, 2008 στις 12:20 μμ
Πάνος
Στόλοι ολόκληροι…
Δεκεμβρίου 5, 2008 στις 4:43 μμ
nikiplos
Καλησπέρα… με όλο τον σεβασμό στα προσωπικά βιώματα του καθενός και στο αν μεγαλώνοντας έθετε εαυτόν «στους ψαγμένους» ή όχι, νομίζω πως υπερτονίζεται η μουσική αξία των ρευμάτων από τους σχολιαστές. Συμφωνώ στην προτίμηση ή όχι των στίχων, των συμβολισμών και λοιπών κοινωνικών στοιχείων, αλλά όχι τόσο όσο στην ίδια την ανάδειξή τους σε κοινωνικά στερεότυπα. Αναπόφευκτα γίνεται αυτό βέβαια, όμως δεν πρέπει να μας διαφεύγει η πραγματική διάσταση των εκάστοτε εμπλεκόμενων προσώπων.
Στη Δύση του 60, το ροκ αντιπροσώπευε τον κίνημα του αντικομφορμισμού και του μοντερνισμού. Η Ελλάδα έχοντας λιγότερο στενές επαφές με τη Δύση αντίθετα είχε τη δική της πορεία που ήταν αποτέλεσμα κυρίως της εσωστρέφειά της και των ιδιαιτεροτήτων της την κρίσιμη δεκαετία του 60.
Δεν μπορεί αν δεν έχεις ψωμί να φας, να αποτιμήσεις το τιραμισού. Η Ελλάδα του 60 χωρίς ίχνος Δημοκρατίας, και ιδίως στην επαρχία της μαστιζόταν από τη μετανάστευση. (Αλήθεια πότε ο κινηματογράφος και το Θέατρο θα ασχοληθούν με αυτό το σημαντικό θέμα?. Δεν είναι και λίγο να φεύγουν όλοι οι φίλοι σου στον … αγύριστο…) Θα ήταν παράταιρο για Έλληνες της εποχής να απορροφήσουν στοιχεία της Ροκ. Για αυτό και εκφράστηκε από τους Μαστοράκηδες, Καρατζαφέρηδες και λοιπούς Γιεγιέδες της εποχής. Αντίθετα η λαϊκή τέχνη, ήταν πιό αυθεντική. Ας μην την εξωραΐζουμε όμως. Ούτε ανιστόρητα (ονομάζοντάς την μπλουζ, ή ροκ) ούτε από την άλλη δίνοντάς της έναν πολιτικό χαρακτήρα που ποτέ δεν είχε. Σε αυτό το μήκος, μου αρέσει η ανάγνωση του Πάνου, που την κρίνω ψύχραιμη…
Ας μην ξεχνάμε, πως πολλοί Ρεμπέτες του 30, έγιναν μαγκουροφόροι του Μεταξά και καρφιά της Ασφάλειας στα κατοπινά χρόνια. Όσο για το Ροκ, με μια ψύχραιμη ανάγνωση, η ξένη γλώσσα είναι σημαντικό μειονέκτημα για να αποτελέσει μέρος της κουλτούρας ενός λαού ξένου προς αυτήν όπως ο Ελληνικός. Για αυτό άλλωστε και γρήγορα (από τα 60 πιό σωστά) ξεπήδησε το Ελληνικό Ροκ, μια Ελληνική εκδοχή. Η ανάγκη της ενσωμάτωσης δηλαδή. Τώρα Χέντριξ ή Χιώτης, είναι θέμα γούστου… και ώρας… Με τίποτε όμως ο Μόρισσον δεν θα μπορούσε να με κάνει «αντικομφορμιστή» δηλώνοντας πως το γούστο μου στο σεξ είναι να παίρνω τη γυναίκα από πίσω (bbackdoor man).
Αυγούστου 25, 2010 στις 2:11 μμ
essex green
Αυγούστου 25, 2010 στις 2:17 μμ
Πάνος
Ε ρε γλέντια!
Αυγούστου 25, 2010 στις 2:31 μμ
bernardina
(τώρα;)
Αυγούστου 25, 2010 στις 2:43 μμ
Πάνος
Απορώ πως το βαπόρι απ’ την Περσία δημιουργεί τέτοιες εμπνεύσεις παραλληλισμών…
Αυγούστου 25, 2010 στις 2:45 μμ
bernardina
Πάνο,
μην απορείς καθόλου. Μπλουζ και ρεμπέτικο είναι πρωτοξάδελφα και κατοικούν μεσοτοιχία
Αυγούστου 25, 2010 στις 4:08 μμ
Ενη
Bernardina
Ομως υπάρχει και μια “ανέφικτη σύνθεση” ανάμεσα σε Μπομπ Ντύλαν – Τζόαν Μπαέζ και Τσιτσάνη – Βαμβακάρη, που προσδιόριζε “τα παιδιά που κυνηγούσαν τους ανέμους”…..
Υ.Γ. Μόλις γύρισα απο ολιγοήμερες διακοπές στη γραφική Σέριφο, με ενα αέρα που σε έκανε να “πετάς χαμηλά” αλλά μια θάλασσα μαγεία.