Ένας νεαρός (;) αναγνώστης της καλύβας μου έστειλε το κειμενάκι που ακολουθεί. Διόρθωσα κάπως τις απίστευτες ανορθογραφίες του και το ανεβάζω.

*

Εκείνη τη νύχτα δεν είχα στυλ. Κρύωνα, ήμουν αξύριστος και άπλυτος, ο λαιμός μου ήταν χάλια από τα πολλά τσιγάρα. Δεν είχα πιει, γιατί δεν είχα λεφτά να αγοράσω αλκοόλ και δεν είχα φάει για τον ίδιο λόγο. Χάζευα στο σκοτάδι τα κύματα που πλατσούριζαν στο πλακόστρωτο του λιμανιού, πέρα στις εγκατελημμένες αποθήκες -και συνειδητοποιούσα πως έπρεπε να ρίξω τα μούτρα κάτω και να γυρίσω, παρ’ όλες τις μεγάλες μου κουβέντες, στην Αντιγόνη. Φυσικά, με τα πόδια.

Έσυρα τα κουρασμένα μου βήματα για κάμποσα χιλιόμετρα. Όταν έφτασα στο σπίτι της Αντιγόνης κόντευε πια να ξημερώσει. Ήθελε να τη φωνάζουν Τζένη και ήταν τριάντα έξι χρονών, παραλίγο τα διπλά από τα δικά μου. Δεν είχε παντρευτεί ποτέ, τα είχε για χρόνια με κάποιον παντρεμένο, κάτι τέτοιο - δεν έδινα και πολύ σημασία στις φλυαρίες της. Πήγαινα σ’ αυτήν όταν είχα μέρες να γαμήσω ή, το σπουδαιότερο, όταν είχα μείνει από φράγκα. Ένα χρόνο τώρα κρατούσε αυτό το βιολί.


«Εσύ είσαι;»

«Ναι»

«Έλα…»

Μπήκα.

«Τζένη - Αντιγόνη, είμαι ένα μεγάλο κάθαρμα» σκεφτόμουν (όπως πάντα, η φάτσα μου έλεγε: τσακίσου να μου κάνεις τα γούστα!)

«Πεινάς;»

«Ναι»

«Θες να κάνεις πρώτα ένα μπάνιο;»

Σήκωσα τους ώμους. Αυτή με κοίταζε που στεκόμουν σα μπάστακας και την κοιτούσα. Φορούσε το νυχτικό της και από πάνω μια ρόμπα. Άβαφη και αχτένιστη από τον ύπνο, με παντούφλες, με ρυτίδες. Το στόμα της μύριζε, τα χέρια της με άγγιζαν αμήχανα. Εκείνη την ώρα κι αυτή δεν είχε στυλ. Είπα όμως να κάνω ένα μπάνιο (της έδωσα να καταλάβει δείχνοντας με το δάχτυλο την πόρτα του μπάνιου). Είμαι ρεμάλι, αλλά δεν είμαι και βρωμύλος!

«Που γύριζες;»

«…»

«Είσαι κακό παιδί…»

«Μη με ζαλίζεις…»

Γδύθηκα στο διάδρομο και πέταξα τα ρούχα όπου τους έτυχε. Γέμισα τη μπανιέρα νερό και ξάπλωσα μέσα. Η Αντιγόνη στεκόταν στην πόρτα του μπάνιου και με κοιτούσε, έτοιμη να κάνει ό,τι θα της ζητούσα. Έγνεψα με το βλέφαρο.

«Ναι, γλυκό μου…»

«Έλα να με τρίψεις»

«Έρχομαι»

Αυτό περίμενε, δηλαδή. Ήρθε και άρχισε να με σαπουνίζει με επιμέλεια, που με εκνεύρισε: οι γκόμενες όταν κάνουν μπάνιο εννοούν να διώξουν και το τελευταίο (ανύπαρκτο) ίχνος βρωμιάς που κηλιδώνει το τρυφερό τους δερματάκι. Όταν πάνε να το εφαρμόσουν αυτό σε μένα, τα παίρνω.

«Άου… Τελείωνε!»

«Τελείωσα…»

Ό,τι επακολούθησε, μέσα στο μπάνιο, ήταν αναπόφευκτο. Μετά πήγαμε γραμμή στην κουζίνα, γιατί το στομάχι μου έπαιζε μαντολίνο - και η Τζένη με είχε αποτελειώσει.

«Θες κάτι άλλο;»

«Μμμ»

«Να σου ζεστάνω λίγο γάλα;»

«Μμμ»

«Αμέσως, μωρό μου…»

Τράβηξα στο κρεβάτι και ξάπλωσα απολαμβάνοντας τη μυρουδιά των σεντονιών της και την αίσθηση τους πάνω στο κορμί μου. Νύσταζα, αλλά η Τζένη ήθελε δυο πράγματα που μου ήταν εκείνη την ώρα δύσκολα: κουβέντα και γαμίσι. Δεν άνοιξα το στόμα μου, αλλά για το άλλο η Τζένη ήξερε καλά τη δουλειά της, κι μικρός Στρατής δεν είχε πρόβλημα.

Όταν τελειώσαμε, δοκίμασα να κοιμηθώ, αλλά τίποτα. Μου είχε φύγει ο ύπνος - οι μαλακισμένες αϋπνίες μου. Η Αντιγόνη δίπλα μου κοιμήθηκε αμέσως, οι γυναίκες γενικά κοιμούνται σαν τα μοσχάρια - είναι επειδή είναι αναίσθητα πλάσματα. Εννοώ, στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Δεν τις ενδιαφέρουν - και κοιμούνται.

Την έβλεπα στο πρωινό μισοσκόταδο να κοιμάται και να αναπνέει βαριά και ρυθμικά και μου την έδινε. Προσπαθούσα κι εγώ. Με το πρόσωπο χωμένο στο μαξιλάρι, άκουγα τη γνωστή καταραμένη φλεβίτσα πίσω απ΄ το αυτί να χτυπάει επίμονα, ανελέητα, καταδικαστικά. Πέθαινα να κοιμηθώ - και δε μπορούσα - και έφταιγε αυτή η καριόλα που δεν με άφησε πριν που μ’ έπαιρνε ο ύπνος - γιατί ήθελε γαμίσι - η ξεφτιλισμένη - θέλω να κοιμηθώ - δε μπορώ - αυτή φταίει - αυτή!

Τα μελίγγια μου ήταν γεμάτα βουή. Τίναξα με μια κίνηση τα σκεπάσματα και πετάχτηκα πάνω. Κλώτσησα το κομοδίνο, το πορτατίφ έπεσε και έγινε κομμάτια. Τσακίστηκε και το πόδι μου, τέτοιο πόνο δεν είχα νοιώσει άλλη φορά. Χοροπηδώντας στο ένα πόδι, γυμνός στη μέση της κάμαρας, μου ‘ρχόταν να κλάψω από τη λύσσα.

«Τι έχεις; Τι έπαθες; Ησύχασε!»

«Παράτα με!»

«Σε παρακαλώ…»

«Σκάσε, βλαμμένη, σκάσε!»

Η υπομονή της Αντιγόνης - Τζένης εξαντλήθηκε. Πετάχτηκε από το κρεβάτι, καρφώθηκε απέναντί μου με τα πόδια ανοιχτά και τα χέρια στη μέση, με τα χείλη να τρέμουν και τα μάτια της να πετάνε φωτιές. Το θέαμα αυτό παραλίγο να με φέρει στα συγκαλά μου, αλλά ήταν πια αργά. Με έφτυσε, τη χαστούκισα, με έσπρωξε, έπεσα στη γωνιά του κρεβατιού και χτύπησα άσχημα στον ώμο. Σηκώθηκα έξαλλος. Στο μεταξύ αυτή είχε πιάσει το μαχαίρι που έκρυβε στο κομοδίνο και -αμυνόμενη - δε δίστασε να το χρησιμοποιήσει. Όλα έγιναν κόκκινα, με το δικό μου αίμα. Μόλις το συνειδητοποίησα, έχασα τις αισθήσεις μου.

* * *

Τώρα αναρρώνω στην κλινική, σε πολυτελέστατο μονόκλινο δωμάτιο. Έχω τηλέφωνο, τηλεόραση και βίντεο (όπου προβάλλω τσόντες). Η Αντιγόνη έρχεται και με βλέπει κάθε απόγευμα 5-7, χύνει μαύρο δάκρυ, με παρακαλεί να τη συγχωρήσω και μου τάζει λαγούς με πετραχήλια. Την ακούω, αλλά για να της τη σπάσω εντελώς δεν της έχω πει ακόμα κουβέντα, την κοιτάζω μοναχά και (δουλεύοντας μια άσκηση που μάθαμε στη δραματική σχολή και δεν την είχα πετύχει ποτέ ως τώρα) αφήνω δυο σταλαγματιές δάκρυα να κυλήσουν από τα παραπονεμένα μάτια μου. Αυτό την κάνει εντελώς κουρέλι.

Περιμένω να πάει η ώρα 7, να πάρει τα βρεγμένα της και να φύγει. Τότε έρχεται η Λίνα, η νοσοκόμα. Αγοράζει με τα λεφτά της Αντιγόνης - Τζένης ουϊσκι, γλυκά και μαύρο, που το φουμάρουμε μαζί μετά τα μεσάνυχτα, στο πίσω μπαλκόνι. Περνάμε όμορφα. Είναι όμορφη, έξυπνη, γλυκιά, είκοσι χρονών.

«Ξέρεις γιατί σ’ ερωτεύτηκα;»

«Όχι»

«Ε, να ρε παιδί μου… έχεις φοβερό στυλ!»

Ό,τι καλύτερο για τη ματαιοδοξία μου.

Αν δεν ήτανε κι αυτές οι αϋπνίες…

*

Repost.