(πλαγία όψις )

(πλαγιοπισθία όψις )

 Εις του Αιγαίου το σγουρό και αχανές κοτλέ

που άλλοτε είναι κυανούν και άλλοτε είναι μπλέ

εκεί που Ήλιος θαύματα σκαρώνει κάθε μέρα

ένα χταπόδι ζωηρό μεγάλωνε  στην ξέρα.

 .

Στης Άνδρου πάλι το νησί ζούσε ένας ψαράς

κονομημένος και γερός, δεν ήταν φουκαράς.

Απ’ το πρωί ως το δειλινό ήθελε να ψαρεύει

μεζέδες για το ούζο του νόστιμους να γυρεύει.

 .

Όταν συναντηθήκανε, το έρμο το χταπόδι

μόλις που πρόλαβε δεξιά να σύρει ένα του πόδι

Δεν πρόλαβε να τραβηχτεί, η μοίρα το ΄χε δώσει

σκληρό καμάκι να το βρει κι ο βίος να τελειώσει.

Το ‘ριξε τότε ο ψαράς στον ώμο και τραβούσε

στη σύζυγο που ολημερίς αυτόνα καρτερούσε

«γυναίκα, χτύπα το καλά κι ωραία σβούριξέ το

για το τσουκάλι το βαθύ σωστά ετοίμασέ το»

 .

Κι εκείνη τόπιασε μεμιάς όλο χαρά και βγαίνει

να το γουλίσει τεχνικά, ως ήταν μαθημένη.

Χωρίς βιασύνη κι έχοντας υπομονή μεγάλη

ξέσερνε τα πλοκάμια του κρατώντας το κεφάλι.

 .

Το θέαμα αντίκρισε από το παραθύρι

ο Ιωάννης ο Παπάς, που είχε εργαστήρι

εις το νησί και πήγαινε κάθε καλοκαιράκι.

Βαθιά ταράχτηκε γιατί είχε τρελό μεράκι

 .

με τα χταπόδια, είτε ψητά, είτε μαγειρεμένα

αρκεί να ήτανε σωστά, με τέχνη σβουριγμένα.

Ώρα πολλή το έβλεπε, του τρέχανε τα σάλια

Ώσπου άλλο δεν άντεξε και είπε «έγινα χάλια!

Αυτό το παλιοχτάποδο μου πήρε τα μυαλά μου

και κάτι πρέπει να γενεί, ναρθώ στα συγκαλά μου!»

Ευθύς αρπάζει το βαρύ καλέμι του στο χέρι

και δώστου αρχίζει τις σφυριές, όπως εκείνος ξέρει.

 .

Έτσι εφιλοτέχνησεν ο Γιάννης ο Παπάς

(που ήταν γλύπτης ικανός και δεν ήταν παπάς )

το άγαλμα του χταποδιού που η κόρη το κρατάει -

και το θαυμάζει όταν το δει στην Άνδρο όποιος πάει.