(πλαγία όψις )
(πλαγιοπισθία όψις )
Εις του Αιγαίου το σγουρό και αχανές κοτλέ
που άλλοτε είναι κυανούν και άλλοτε είναι μπλέ
εκεί που Ήλιος θαύματα σκαρώνει κάθε μέρα
ένα χταπόδι ζωηρό μεγάλωνε στην ξέρα.
.
Στης Άνδρου πάλι το νησί ζούσε ένας ψαράς
κονομημένος και γερός, δεν ήταν φουκαράς.
Απ’ το πρωί ως το δειλινό ήθελε να ψαρεύει
μεζέδες για το ούζο του νόστιμους να γυρεύει.
.
Όταν συναντηθήκανε, το έρμο το χταπόδι
μόλις που πρόλαβε δεξιά να σύρει ένα του πόδι
Δεν πρόλαβε να τραβηχτεί, η μοίρα το ΄χε δώσει
σκληρό καμάκι να το βρει κι ο βίος να τελειώσει.
.
Το ‘ριξε τότε ο ψαράς στον ώμο και τραβούσε
στη σύζυγο που ολημερίς αυτόνα καρτερούσε
«γυναίκα, χτύπα το καλά κι ωραία σβούριξέ το
για το τσουκάλι το βαθύ σωστά ετοίμασέ το»
.
Κι εκείνη τόπιασε μεμιάς όλο χαρά και βγαίνει
να το γουλίσει τεχνικά, ως ήταν μαθημένη.
Χωρίς βιασύνη κι έχοντας υπομονή μεγάλη
ξέσερνε τα πλοκάμια του κρατώντας το κεφάλι.
.
Το θέαμα αντίκρισε από το παραθύρι
ο Ιωάννης ο Παπάς, που είχε εργαστήρι
εις το νησί και πήγαινε κάθε καλοκαιράκι.
Βαθιά ταράχτηκε γιατί είχε τρελό μεράκι
.
με τα χταπόδια, είτε ψητά, είτε μαγειρεμένα
αρκεί να ήτανε σωστά, με τέχνη σβουριγμένα.
Ώρα πολλή το έβλεπε, του τρέχανε τα σάλια
Ώσπου άλλο δεν άντεξε και είπε «έγινα χάλια!
.
Αυτό το παλιοχτάποδο μου πήρε τα μυαλά μου
και κάτι πρέπει να γενεί, ναρθώ στα συγκαλά μου!»
Ευθύς αρπάζει το βαρύ καλέμι του στο χέρι
και δώστου αρχίζει τις σφυριές, όπως εκείνος ξέρει.
.
Έτσι εφιλοτέχνησεν ο Γιάννης ο Παπάς
(που ήταν γλύπτης ικανός και δεν ήταν παπάς )
το άγαλμα του χταποδιού που η κόρη το κρατάει -
και το θαυμάζει όταν το δει στην Άνδρο όποιος πάει.



22 comments
Comments feed for this article
Ιουλίου 11, 2008 στο 9:23 μμ
Πάνος
Μια και καινούριοι ποιητές στα πέριξ τριγυρίζουν
τους γράφω τον κανονισμό, καλά να τον γνωρίζουν:
Μόνο έμμετρα σχόλια δέχονται οι χελιδόνες
καθώς παράδοση παλιά κρατάει, από αιώνες.
Γράψαμε για παράδειγμα:
“χταπόδι κομπόστα”
Πιθανές ρίμες:
1 ) δώστα μωρό μου δώστα!
2) άσε μας ρε Κώστα
3) τήρα στην ξαπλώστρα
4) πριν τα βράσεις, λιώστα
κλπ κλπ.
Ιουλίου 12, 2008 στο 1:17 πμ
Elikas
Σκύψε ευλογημένη μου
και βάρα το χταπόδι
κι αν έρθεις απ’ τα μέρη μου
φέρε μου ένα πόδι.
Στη χόβολη να ψήσουμε
τ’ ωραίο μεζεδάκι
κι ύστερα να βουτήξουμε
στο γαλανό νεράκι.
Ουζάκια στην ακρογιαλιά,
ήλιος και παρεΐτσα,
δεν πάμε κάτω απ’ τη σκιά
για μία παρτουζίτσα;
Ιουλίου 12, 2008 στο 9:29 πμ
Πάνος
Σωστά ο Έλιξ έπιασε ως θέμα του τα ούζα
που οδηγούνε, πιθανόν, σε μια καλή παρτούζα.
Όσοι είσαστε ελεύθεροι κι όχι ζεμένα βόδια
ομπρός! Εμείς οι αποδέλοιποι “μάτια, φάτε χταπόδια!”
Ιουλίου 12, 2008 στο 10:39 πμ
Ερατώ
Η ΚΟΡΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΤΑΠΟΔΙ
Η κόρη η πεντάμορφη
με το μακρύ το πόδι
εβγήκε έξω και χτυπά
το νόστιμο χταπόδι.
Πάνω στη βιάση ξέχασε
τα ρούχα της να βάλει
κι έτσι ο γλύπτης την κοιτά
κι εμπνέεται απ τα κάλλη.
Το θέαμα μοναδικό
τι να πρωτοθαυμάσει
θα της χαρίσει το γλυπτό
μήπως την καλοπιάσει.
Ιουλίου 12, 2008 στο 2:11 μμ
Πάνος
Αν δώσει ο γλύπτης το γλυπτό στην κόρη να το γλύψει
για να το γλύψει αυτή καλά, βαθιά πρέπει να σκύψει
το χέρι να στηρίζεται εις το δεξί της πόδι
στη στάση όπου σβούριζε το δόλιο το χταπόδι.
Δεν το μπορεί η καθεμιά να πάρει αυτή τη στάση
σ’ ορθή γωνία να σταθεί και το γλυπτό να φτάσει
γι’ αυτό πολλές παραλλαγές έχουν εφευρεθεί
οσάκις πρέπει το γλυπτόν του γλύπτου να γλυφτεί.
(συνεχίζεται )
Ιουλίου 12, 2008 στο 5:41 μμ
Θανάσημος
Ήτανε όμορφη πολύ
με ένα μέτρο πόδι
κι εκεί που επερπάταγε
είδε ένα χταπόδι
αμέσως ελαχτάρησε
γιατί είχε πόδια οχτώ
και αναρωτήθει άραγε
πιο ‘ναν το πιο σκληρό
μα μόλις έσκυψε να βρει
το πόδι το καλό του
έπαθε ‘να λουμπάγκο
κι έμεινε επι τόπου
πεν-έξι ώρες πιο μετά
χωρίς να κουνηθεί
είχε πλέον η έμορφη
απογοητευθεί
Κι επάνω που εσκεφτότανε
πως να κατουρήσει
πέρασ’ ο Πάνος από κεί
κι αυτή τον ελιμπίσθει
“Αχ βόηθαμ καλέ κύριε”
του ‘πε με λάγνο τρόπο
“κι από μένα ότι θες,
γιατί έμεινα στον τόπο”
εκείνος όμως ο αγνός
για άγαλμα την είδε
κι αφού την φωτογράφησε
την έκανε όπως ήρθε
και τώρα η κόρη μόνη της
σε όλη την παραλία
βρίζει και κατηγορεί
την παλιοκενωνία
Ιουλίου 14, 2008 στο 1:03 πμ
Πάνος
Αύριο φεύγω απ’ το νησί, σαλπάρω για τα όρη*
αλλά ο νους μου στέκεται στου χταποδιού την κόρη.
Φαντάζομαι το σκηνικό, στο ντάλα καλοκαίρι
και το μοντέλο του Παπά, με το μεζέ στο χέρι
να στέκει ώρες σε ορθή γωνία αγκυλωμένη
και του Παπά πάντα ορθή η έμπνευση να μένει.
Να φέρνει, λέει, η Παπαδιά** γκαζόζες, λεμονίτες
καφέδες, δροσερά νερά και φρέσκες τηγανίτες
και να τη διώχνει ο Παπάς, κλωτσώντας με το πόδι:
“φύγε! καθόλου να σειστεί δεν πρέπει το χταπόδι!
Η καθεμιά βεντούζα του πρέπει ν’ αποδοθεί
και οι καμπύλες οι κυρτές και κάθε εσοχή
η αναλογία των ποδιών, τα μέσα και τα έξω
φύγε σου λέω Παπαδιά, γιατί θα σου τις βρέξω!”
Και μόνο αναστεναγμός σαν ακουστεί δειλός
αποτραβάει ο Παπάς το ζώον σιωπηλός
και επιτρέπει στο καλό μοντέλο ν’ ασκωθεί,
ελπίζοντας η έμπνευση και πάλι πως θα ‘ρθεί.
Έτσι, με κόπους φοβερούς προάγεται η Τέχνη
από τον ευσυνείδητο και τίμιο καλλιτέχνη.
Και έμπλαστρο αν χρειαστεί στη μέση του* θα βάλει
αλλά την γλύψιν του γλυπτού ποτέ δεν αναβάλλει!
——–
* τον Όλυμπο
** η κ. Παπά, σύζυγος του γλύπτου, ποιητική αδεία
*** τη δική του – το μοντέλο δεν έχει ανάγκη!
Ιουλίου 14, 2008 στο 1:29 πμ
Μαύρο πρόβατο
Είχ’αράξει σταυροπόδι
έξω στο πλατύ μπαλκόνι
είχα φάει ένα βόδι
είχα πιεί κι ένα μπιρόνι
και μου σκάει κωματώδη
ύπνου έμπνευσης κανόνι
μια σοφία δίχως ξόδι,
ένα φωτεινό σεντόνι:
το μ… και το χταπόδι,
όσο το χτυπάς απλώνει!
Ιουλίου 14, 2008 στο 12:12 μμ
αλληλόμορφος
μόνος εδώ που κάθομαι
και βλέπω το χταπόδι
που το γουλίζει η κόρη
που ‘χει ένα μέτρο πόδι
ο νους μου ταξιδεύει
σ’ αίνιγμ’ αρχαίο δύσκολο
που όλο με παιδεύει
τη λύση του να βρω.
πολλοί να το ξελύσουνε
ματαίως προσπαθήσαν
και τη ζωή τους δώσανε
απάντηση να βρουν.
κάπως έτσι ακούστηκε
η σφήγκα όταν το είπε
και στους αιώνες σώθηκε
για να ‘ρθει ως εμάς:
ο Παπάς κ’ η Παπαδιά
ο Γιάννης κ’ η Μαρία
εσπάσανε έξι αυγά
και φάγαν από τρία
και τώρα φίλοι ακούσετε
στα γόνατα προσπέφτω
απάντηση αν έχετε
ο γρίφος να λυθεί.
γιατί ο Παπάς κ’ η Παπαδιά
ο Γιάννης κ’ η Μαρία
καθίσανε και φάγανε
ο καθένας αυγά τρία.
και το κορίτσι το φτωχό
με το ‘να μέτρο πόδι
που ολιμερίς καθότανε
και γούλιζε χταπόδι.
μήτε μπουκιά δεν έφαγε
μήτε γουλιά δεν ήπιε
παρά μονάχα έσκυβε
και κοίταζε χλωμό.
Ιουλίου 14, 2008 στο 2:00 μμ
alcibiades2
Πολυ σουξε απεκτησε αυτη η χελιδονα,
-το ενα ποδι της μπροστα, το αλλο σαν κολωνα-
ναναι της τεχνης το appeal, μια και οι καλυβιστας
fun ειναι της αισθητικης και αγνοουν της πιστας
τα κοριτσουδια τα στιλπνα, τα τρυφερα ποδαρια,
τα τροφαντα τα πισινα, στηθη που μαξιλαρια,
γινονται για την κεφαλη – οχι, παθαινουν ριγη,
μπροστα σε μια απροσωπη, στεγνη σαν το σανιδι,
που κανει λες επικυψιν – εξω απο καθε μετρο,
εγινε Γαμα το κορμι, και γαμα τα το εργο.
Ηρθα να καμω κριτικη, γιατι χαριν της τεχνης,
το ξεσκισε της Παπαδιας το πραμα ο αφεντης.
Τα χερια μακρυναν πολυ, χαθηκαν τα βυζακια,
μπασκετμπολιστα σκιζουνε αυτα τα ποδαρακια
και το χταποδι το κρατα σαν ναταν σφουγγαριστρα
αχαρη, δεν θα δυνουνταν ποτε να βγει στην πιστα,
και ναταν κυκλαδιτικο – κατι πηγαινει κι ερχεται,
εχουν μια χαρη αβιαστη το ματι μας τα δεχεται,
μαυτο ειναι μονο αρνηση της γυναικειας φυσης
αφαιρεσε κι αφαιρεσε οτι ειν’ για να’γαπησεις,
και μας σερβιρει ξεπλυμα, χταποδι διχως ξυδι,
της φορμας λεει τ’απαυγασμα, χωρις ενα στολιδι,
να το κοιταμε αμηχανα, και να γελαμε αχνα,
ενω θα γουργουριζουμε απο πεινα χαμηλα.
Ιουλίου 14, 2008 στο 2:38 μμ
alcibiades2
Αν ξερατε τι τρωτε…(Φυσικη Ιστορια)
Oταν χταποδι σερνικο, κιαλαρει χταποδινα,
το ματι της τσαχπινικο, τα ποδια της σαν κρινα,
διαφανα και πανεμορφα, κατω ολο βεντουζα
καλος μεζες για το κρασι μα πιο πολυ για ουζα,
ευθυς απλωνει τα κανια, την περιτριγυριζει,
κι ενα φιλι στο μαγουλο της σκαει και μουρμουριζει,
τα λογια τα ερωτικα, γεματα μπουρμπουλιθρες,
ψηλα να ανεβαινουνε, να σκαν, γλυκες να κανουν σπιθες,
μες το νερο το διαφανο εφε χωρις ουσια,
με στεναγμους παρακαλα να γινει συνουσια,
του σκαει ενας αντιπαλος πιο μαγκας και μεγαλος,
πολυ φαρδυς πολυ γερος και στυγερος και λαγνος,
ευθυς αμεσως πονηρα κανει οτι θα φυγει,
αλλ’ομως μονο ξεγελα, θελει να αποφυγει,
τη μαχη-ειναι πονηρος, δεν ειναι Σβαρτσενεγκερ
να πινει ξερει το φραπε που εγινε σε σεικερ,
τρεχει εκει που ο ψαρας προσμενει με καμακι,
και για χταποδι ψαχνεται η και κανα ψαρακι,
κανει μια προσποιηση, την κανει για θαλαμι
και το θηριο ο ψαρας χτυπαει μανι – μανι.
Γιατι ο βλακας ο μπρατσας τον πηρε στο κατοπι,
αντι ευθυς στη γκομενα να πεσει για σοροπι,
στη φυση πρεπει δυστυχως αν θελεις να γαμησεις,
πτωμα να κανεις το εχθρο, γονιδια ν’αφησεις,
που θα βοηθησουν για μεζες μην πανε τα παιδια σου,
να ειναι ευελικτα, γοργα, σαν σε και τον μπαμπα σου.
Η φυση ειναι λεν σκληρη-και οντως στα χταποδια,
τα θηλυκα ειν’σκληροτερη απο οσο στα αγορια,
γιατι αφου ζευγαρωσε, αφου νυφουλα εγινει,
σε θανατο δικαστηκε-γεναει σε ενα θαλαμι,
απο οπου δεν θα ξαναβγει-φρουρος για τα παιδια της,
απο την πεινα θα χαθει για χαρη της γενιας της.
……………………………………………………………………….
Τωρα η ομορφη μικρη, ζευγαρωμενη παει,
στο τελευταιο σπιτι της – χαρουμενη, πεταει…
Ιουλίου 14, 2008 στο 8:49 μμ
Πάνος
μαύρο πρόβατο,
όταν το βόδι φαγωθεί
και αρνείται να κινηθεί
(προς τα πάνω ή προς τα κάτω)
κι έχεις πιεί κι ένα μπυρόνι
αναποφεύκτως,
όσο το χτυπάς απλώνει!
Ιουλίου 14, 2008 στο 8:57 μμ
Πάνος
αλληλόμορφε,
να μη πάει το αίνιγμα χαράμι
- ας το πάρει το ποτάμι!
Ιουλίου 14, 2008 στο 9:17 μμ
Πάνος
αλκιβιάδη,
το δεύτερο το σχόλιο “έρωτας και χταπόδια”
ήτανε συγκλονιστικό, μου έκοψε τα πόδια!
Αναδεικνύει άλλη μια πως μέσω του θανάτου
βρίσκει το δρόμο η ζωή να πάει παρακάτου
κι ο έρωτας είναι απλά το δόλωμα στ΄ αγκίστρι.
Γιατί αν χταπόδια κι άνθρωποι της λογικής καπίστρι
βάζανε στα ερωτικά, κανείς δε θα γαμούσε
κι η Φύση και μαλάκια κι ανθρώπους θα θρηνούσε!
Γιατί το ίδιο ακριβώς όπως τα οχταπόδια
κάνουμε και οι άνθρωποι – κάνουνε και τα βόδια.
Για τα παιδιά μας κόβουμε ροδέλες το εγώ μας
και για το μέλλον θάβουμε βαθιά τον εαυτό μας.
Αλλ’ είναι θέματα αυτά ν’ ασχοληθεί το ΙΘΙ
η σχέση με το θάνατο σωστά ν’ αναλυθεί
του έρωτα, της ηδονής που μας προσφέρει η Φύση
- να ξέρει τι τον καρτερεί όποιος πά(ει ) να γαμήσει
δίχως με προφυλακτικό να είν’ εξοπλισμένος:
σαν το χταπόδι θα χαθεί μια μέρα ο καημένος!
Μα για το πρώτο σχόλιο, γοργά θα επανέλθω
γιατί στ’ αλήθεια μ’ έβγαλε από τα ρούχα μ’ έξω!
Ιουλίου 15, 2008 στο 12:55 πμ
αλληλόμορφος
Εάν ο Γιάννης ο Παπάς κι η Παπαδιά η Μαρία
χοληστερίνη πο ‘χουνε φάνε από αυγά τρία
και στο κορίτσι το στεγνό το αδυνατισμένο
που όλο κάθετε σκυφτό βαθιά συλλογισμένο
δεν δώσουν ούτε ένα αυγό δεν δώσουν μια μπουκίτσα
να του λιγδώσει τα’ άντερο να φάει μια σταλίτσα
για έμφραγμα βαδίζουνε χωρίς καμιάν ελπίδα
να αποφύγουν τους γιατρούς και την σκληρή λεπίδα.
Γι’ αυτό σαν βλέπω το γλυπτό με το μικρό χταπόδι
και το κορίτσι το γυμνό με το ‘να μέτρο πόδι
χοληστερίνες σκέπτομαι πικρά τριγλυκερίδια
και ζάχαρα και ουρικά που βρίσκεις στα καρύδια
Κι αυτό ας είναι φίλοι μου το δίδαγμα στο κάδρο
από ετούτο το γλυπτό που βρίσκεται στην Άνδρο
Όταν τα χρόνια φύγουνε όταν ο καιρός περάσει
ποτέ δεν πρέπει τρία αυγά να βάζουμε στην βράση
γιατί υπάρχουν ουρικά πικρά τριγλυκερίδια
χοληστερίνες ζάχαρα που βρίσκεις στα καρύδια.
Ιουλίου 17, 2008 στο 1:18 πμ
Πάνος
Ένα* χταπόδι ήτανε απ’ την Κεφαλονιά
με χάρη τυλιγάδιζε τα οχτώ του τα κανιά
μα ήταν άτυχο πολύ – δεν ήταν χελιδόνα
εκείνος που το σβούριζε, πάνω σε μια κοτρώνα!
Δεν είχε τύχει να το δει ο γλύπτης ο Παπάς
μα ένας μπλόγκερ ταπεινός, εκεί στας εξοχάς
και το απαθανάτισε δια της φωτογραφίσεως
των τελευταίων του στιγμών, λίγο προ της οπτήσεως.
http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/08/blog-post_25.html
——-
* άλλο!
Ιουλίου 17, 2008 στο 12:33 μμ
alcibiades2
Γιαννη τον λεγαν τον Παππα
την Παππαδια Μαρια,
γιαυτο σπασανε εξι αυγα
και φαγαν απο τρια.
Και το μοντελο νηστικο
αφησαν τα θηρια…
Ιουλίου 17, 2008 στο 3:49 μμ
αλληλόμορφος
Αλκιβιάδη στη διπλή, διπλέ Αλκιβιάδη
το αίνιγμα το έλυσες και βγήκα απ’ τον Άδη.
Την τέχνη του γουλίσματος που ‘ναι τέχνη μεγάλη
κι ο Πάνος περιέγραψε σ’ αναφορά του άλλη
πρέπει να αναλύσουμε πρέπει να τηνε δούμε
μην τύχει και κιαλάρουμε χταπόδι μήπως βρούμε.
Πρώτα διαλέγουμε γουλί, βράχο χωρίς αγκάθια
γιατί το χταποδάκι μας θα μείνει δίχως μάτια.
Πάνω στο βράχο άπονα με φόρα το πετάμε
σαράντα τα χτυπήματα που πρέπει να μετράμε.
Στον βράχο τον γυαλιστερό έπειτα το γυρνάμε
το τρίβουμε όλο κυκλικά αν θέλουμε να φάμε.
Όταν πια καταλάβουμε πως έχει μαλακώσει
Ν’ αφρίζει εσταμάτησε και έχει πια ενδώσει
τα δυο πλοκάμια ανοιχτά στα χέρια του τραβούμε
και μεταξύ τους μια σχισιά θα πρέπει εμείς να δούμε.
Τότε ο μάγειρας μπορεί τα κάρβουνα ν’ ανάψει
μα πρέπει να ‘χει προσοχή μην τύχει και το κάψει.
Σεπτεμβρίου 6, 2008 στο 8:00 μμ
Θανάσημος
Άμοιρη χελιδόνα μου
που απ’ τον Ιούνιο σκύβεις
είπα να σε επισκεφτώ
μήπως και εκινήθεις
μα ‘συ ‘σαι όπως ήσουνα
όταν σε πρωτοβρήκα
κ’ έτσι με βήματα αλαφρά
φεύγω όπως και ήρθα…
(άσχετο…)
Σεπτεμβρίου 6, 2008 στο 10:06 μμ
Πάνος
Θανάσημε η μοίρα αυτή είναι των αγαλμάτων
έτσι το εκανόνισε η φύσις των πραγμάτων:
να στέκονται ακούνητα είναι προορισμένα
να μη γυρνάν εδώ και κει σα νάταν ζαλισμένα.
Μα δε σημαίνει ουδαμώς πως δεν έχει ψυχή
η σύνθεση και τίποτα σε σένα δεν θα πει
άμα σεμνός κι εστατικός την κόρη ατενίσεις
και το χταπόδι εναλλάξ και τους γλυκομιλήσεις.
Πλατύ χαμόγελο ευθύς η κόρη θα σου δώσει
και το χταπόδι τα κανιά σε σένανε θ’ απλώσει.
Κι οι τρεις σε γλώσσα μυστική, πούχει πλούτο μεγάλο
το κοζερί θ’ αρχίσετε για τόνα και για τ’ άλλο.
Γι’ αυτό μη φεύγεις άπρακτος και δίχως εμπειρία
τα δέκα πόδια κοίταξε, θάχεις την ευκαιρία
σ’ άλλο επίπεδο, ψηλά, να πάει ο νους ο πλάνος.
Κοίταξε βρε Θανάσημε, μα μη κοιτάς σα χάνος!
Σεπτεμβρίου 8, 2008 στο 7:31 μμ
Θανάσημος
Κοιτάω ο κακόμοιρος
εδώ και καμιά ώρα
στο τέλος αλληθώρισα
με πήρε η κατηφόρα
κι εκεί που εκουτρουβάλαγα
χωρίς προορισμό
απλώνει το χταπόδι
πλοκάμι μακρουλό
με μιας με βεντουζώνει
και πίσω με γυρνά
ανάμεσα στης κόρης
τα πόδια τα λεπτά
Σύ ‘σαι μωρέ μου λέει
ο γιός της Γκελικούλας;
Όχι του λέω, εγώ είμαι
ο γιός της κυρα-Τούλας
Φτου! μου λέει και άθελα
με λούζει με μελάνι
σε μπέρδεψα ρε γιόκα μου
με ‘κείνο το τσογλάνι
άϊντε σύρε να φύγεις
μην σε κρατάω τώρα
μου λέει και με πετάει
πάλι στη κατηφόρα
κι έτσι και πάλι βρέθηκα
να πέφτω προς τον πάτο
με μόνη μου ανάμνηση
την κόρη από κάτω
Οκτωβρίου 4, 2008 στο 9:14 μμ
Το μετέωρο βήμα του Μεγαλέξανδρου των Αθηνών « Η καλύβα ψηλά στο βουνό
[...] Ένα άλλο έργο του Γ. Παπά έχει τιμηθεί δεόντως από την καλύβα στο ποστ η χελιδόνα και το χταπόδι: http://panosz.wordpress.com/2008/07/14/helidona-69/ [...]