Στις 20 Ιουλίου 1974 ξεκινήσαμε με το χάραμα για την κορυφή του βουνού. Ε, όχι ακριβώς ψηλό βουνό – ο Λυκόδημος δε φτάνει τα χίλια μέτρα. Τότε ήμουν στα δεκατρία και ο αδελφός μου στα δέκα. Επικεφαλής της …ορειβατικής μας ομάδας, ο παππούς – ακμαίος ακόμα. Τρεις ώρες αργότερα φτάσαμε στην κορυφή και τα παιδικά μας μάτια είδαν για πρώτη φορά ολόκληρη τη Μεσσηνία από ψηλά. Όταν επιστρέψαμε, κουρασμένοι και πεινασμένοι, ακούσαμε για την εισβολή που ξεκίνησε το ίδιο πρωί στην Κύπρο. Τις επόμενες μέρες ο πατέρας μας επιστρατεύτηκε και έλειπε κανένα μήνα – όταν επέστρεψε μας αφηγήθηκε ιστορίες γενναίων μαχών με τα σουβλάκια της Θεσσαλονίκης.

Πέρασαν κιόλας 35 χρόνια. Ο στρατός κατοχής παραμένει στις θέσεις του. Έχουν δημιουργηθεί τετελεσμένα με τους χιλιάδες εποίκους που κατέφθασαν και οικειοποιήθηκαν τα σπίτια και τις περιουσίες των Ελληνοκυπρίων. Ακόμα δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως η τύχη των 1600 αγνοουμένων Ελληνοκυπρίων. Το διεθνές έγκλημα της Τουρκίας εξακολουθεί να δικαιολογείται – δήθεν- με τις ενδοκοινοτικές συγκρούσεις της δεκαετίας του ΄60. Αλλά επειδή η Ιστορία παίζει περίεργα παιγνίδια, η ακρωτηριασμένη Κυπριακή Δημοκρατία όχι μόνο κατάφερε να επιβιώσει και να ευημερήσει, αλλά είναι εδώ και λίγα χρόνια μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία η Τουρκία δεν είναι ικανή να μπει, παρόλο που η προσπάθειά της ξεκίνησε από το 1961, αν δεν κάνω λάθος. Κι όμως, το υποψήφιο μέλος γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τις υποχρεώσεις του απέναντι στην ΕΕ και δεν αναγνωρίζει, ακόμα, ως κυρίαρχο κράτος την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία είναι μέλος της ΕΕ!

Τριανταπέντε χρόνια μετά, είναι καιρός να βρεθεί μια λύση στο Κυπριακό. Αλλά όχι οποιαδήποτε λύση. Είναι αδιανόητο να νομιμοποιηθεί με τη «λύση» η παρουσία του στρατού κατοχής και η δυνατότητα της Τουρκίας να ελέγχει στρατιωτικά και πολιτικά ολόκληρο το νησί. Αυτό ακριβώς προέβλεπε το σχέδιο Ανάν και οι Ελληνοκύπριοι φρονίμως ποιούντες δεν το δέχτηκαν. Από μια τέτοια λύση, είναι προτιμότερη η επ’ αόριστον παράταση της σημερινής κατάστασης και, μελλοντικά, ο οριστικός χωρισμός σε δύο ανεξάρτητα κράτη. Τη λύση της ενιαίας Κύπρου την εξασφαλίζει ο σεβασμός των ψηφισμάτων του ΟΗΕ (ουσιαστικά: αποχώρηση στρατού κατοχής και εποίκων, απόδοση των περιουσιών των προσφύγων στους νόμιμους ιδιοκτήτες) και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, το οποίο εγγυάται την ισονομία και την πολιτική ισότητα για τις μειονότητες και τους πολίτες.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η οριστική λύση του Κυπριακού θα είναι όντως οριστική όταν τερματιστεί και η παλαιότερη κατοχή, όταν δηλαδή αποδοθούν πλήρως στην Κυπριακή Δημοκρατία τα εδάφη (περί το 10% του νησιού) που ελέγχει σήμερα η πάλαι ποτέ κραταιά αποικιοκρατική δύναμη, η Αγγλία, μαζί με τις στρατιωτικές της βάσεις.

Έχουμε δρόμο ακόμα! Αλλά επειδή τις ζημιές τις έχουμε ήδη υποστεί, δε χρειάζεται ούτε νευρικότητα ούτε αδημονία, ούτε υπερβολικές και χωρίς αντίκρισμα υποχωρήσεις απέναντι στην Τουρκία: εκείνος που πρέπει να δώσει τώρα είναι η Τουρκία και όχι η Κυπριακή Δημοκρατία. Αλλιώς, λύση δεν υπάρχει.