Meros9_Photo3_small

Η καλύβα καταπιάνεται με τα θέματα που με ενδιαφέρουν και με απασχολούν. Ο Εμφύλιος των παππούδων μας είναι ένα από αυτά.

Άκουγα και διάβαζα περισσότερο από 20 χρόνια, πριν αρχίσω να διατυπώνω κι εγώ κάποιες φτωχές σκέψεις πάνω στο θέμα. Στην αρχή, το αποτόλμησα με το θάρρος που μου έδινε η λογοτεχνία. Μετά, προστέθηκε ο αναστοχασμός αυτών που είχα ακούσει, από ανθρώπους που είχαν ζήσει τα γεγονότα, μαζί με την,  κατά το δυνατόν, παρακολούθηση της σχετικής βιβλιογραφίας.

Αναρωτιέμαι, γιατί;

Το πιθανότερο είναι ότι για τα παιδιά μου ο Εμφύλιος θα είναι μια ακόμα μυθική αφήγηση, πλάι στο 1821 και τους Βαλκανικούς πολέμους, χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Και, σίγουρα, χωρίς καμιά συναισθηματική ή πολιτική φόρτιση.

Ο Εμφύλιος αυτός ανήκει οριστικά στο παρελθόν, όπως και οι προηγούμενοι από αυτόν.

Ακόμα κι αν οι Έλληνες του μέλλοντος ζήσουν ένα νέο Εμφύλιο, ο Εμφύλιος του 1943-49 δεν θα έχει τίποτα να τους πει.

Όταν είδα, κατά τη διάρκεια των δικών μας Δεκεμβριανών στη Μπλογκόσφαιρα, τον Άρη Βελουχιώτη με φόντο το φλεγόμενο χριστουγεννιάτικο δέντρο του Κακλαμάνη, βεβαιώθηκα ότι ο Εμφύλιος έχει περάσει πια ολοκληρωτικά στην περιοχή του μύθου. Και το μύθο τον χειρίζεται κανείς όπως θέλει. Όπως τον βολεύει. Αλλά, χωρίς να έχει καμιά γενικότερη σημασία. Βελουχιώτης = Άγιος Βασίλης. Ένας άγιος εφάμιλλος των παραδοσιακών.

Όχι όμως για τους ανθρώπους της δικής μου γενιάς, αυτούς που κυκλοφορούν στα 50 συν πλην.

Για εμάς ο Εμφύλιος δεν είναι μυθολογική αφήγηση. Ζει μέσα μας, είτε το θέλουμε είτε όχι.

Όχι μόνο γιατί μας τον αφηγήθηκαν οι παππούδες και οι πατεράδες μας, αλλά και γιατί αποτέλεσε βασικό υλικό (σχεδόν μυστικιστικό και οπωσδήποτε άρρητο) για την πολιτικοποίησή μας και κατ’ επέκταση για την κοσμοαντίληψη που σχηματίσαμε. Για τις θέσεις που υποστηρίξαμε δημόσια και ιδιωτικά. Για την ίδια τη σύσταση και τη μετεξέλιξη του προσώπου μας.

Είναι φυσικό να μη μπορούμε να το ξεπεράσουμε δηλαδή να το αγνοήσουμε και να αποφασίσουμε ότι δεν μας ενδιαφέρει πια, ότι υπάρχουν άλλα ασύγκριτα πιο σημαντικά θέματα για τη ζωή μας και τη ζωή των παιδιών μας. Μας λέει η λογική, τι νόημα έχει να ασχολείσαι με το Σιάντο και το Βελουχιώτη και το Ζαχαριάδη;

Εντάξει, δεν έχει νόημα. Το ξέρουμε, αλλά είμαστε διατεθειμένοι να αφήσουμε ανά πάσα στιγμή κάθε άλλη ασχολία και κάθε άλλη επίκαιρη συζήτηση, για να καταπιαστούμε με λεπτομέρειες εκείνης της περιόδου. Με μια απίστευτη και εκ πρώτης όψεως ανεξήγητη ένταση.

Εγώ δεν είχα στην οικογένειά μου νεκρούς ή θύματα. Τους δυο μου παππούδες τους διεκδίκησαν επίμονα και ο ΕΛΑΣ και τα ΤΑ (στα 1944), να τους στρατολογήσουν στις γραμμές τους, αλλά ατύχησαν αμφότεροι. Οι παππούδες (μελλοντικοί συμπέθεροι) ελίχθηκαν με εκπληκτική ικανότητα και επιμονή, μακριά από τη λογική “παίρνω όπλο” – και ήταν αρκετά τυχεροί ώστε να επιβιώσουν, μέσα σ’ ένα χώρο (τη Μεσσηνία) πραγματικό σφαγείο.

Η εμπειρία τους έφτασε ως εμένα μέσω των παιδιών τους, δηλαδή των γονιών μου. Και ήταν, με λίγα λόγια, μια αποφασιστική και αδιάλλακτη απόρριψη της πραγματικής, υλοποιημένης βίας και από τα δύο μέρη. Οι γονείς μου κυριολεκτικά σιχαινόντουσαν αυτόν που ερχόταν κρατώντας όπλο, για να ζητήσει κάτι ή να επιβάλλει κάτι. Τον φοβόντουσαν, αλλά κυρίως τον περιφρονούσαν – και προσπαθούσαν να τον αποφύγουν.

Δεν έκαναν διάκριση, είχαν εξίσου αρνητική άποψη και για τις δυο ένοπλες παρατάξεις του Εμφυλίου.

(τον οποίο Εμφύλιο τον τοποθετούσαν, αυθόρμητα, όχι στα 1946-49, αλλά σε μια πολύ μεγαλύτερη χρονική έκταση, ξεκινώντας από τα χρόνια της κατοχής)

Προφανώς γιατί δεν είχαν στις οικογένειές τους θύματα – εν μέρει λόγω τύχης, εν μέρει λόγω της συνετής “πολιτικής” των δύο παππούδων. Και των γρήγορων αντανακλαστικών τους, στην αποφυγή της μοιραίας “επαφής”.

Όλα αυτά όμως δεν θα ήταν αποτελεσματικά, αν δεν υπήρχε αποκάτω το αριστοκρατικό, με την έννοια που του δίνει ο Ελύτης, υπόστρωμα της  απέχθειας προς τη βία. Που σήμαινε, με άλλα λόγια, γι’ αυτούς τους ολιγογράμματους αγρότες ότι καμιά ιδεολογία, κανένας σκοπός, κανένα πολιτικό πρόταγμα δεν είναι ισχυρότερο από το ανθρώπινο πρόσωπο. Το να κρατάς όπλο στο χέρι και να το κατευθύνεις προς τον Άλλον, ήταν γι’ αυτούς κάτι αξιοκατάκριτο – όσες ωραίες και υψηλές εκφράσεις κι αν συνόδευαν την πράξη.

Αυτά όμως αναδείχτηκαν και αξιολογήθηκαν πολύ αργότερα. Μεσολάβησε η “επαναστατική” δεκαετία του 1970 – άντε και λίγο από τη δεκαετία του ‘80.

...και να που φτάσαμε εδώ
χωρίς αποσκευές,
μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι…

Με μύθους και εμμονές να μας στοιχειώνουν. Τάχα, αναζητάμε την αλήθεια; Και τι θα πει αλήθεια; Υπάρχει τάχα αλήθεια σ’ ένα απέραντο σφαγείο ανθρώπων;

Στις συνομιλίες της μπλογκόσφαιρας είδα κι άλλους, που ξεκινώντας από τη μια ή την  απέναντι πλευρά, είναι πολύ πιο αφοσιωμένοι από μένα σ’ εκείνη την περίοδο. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι οι δικοί τους, οι οικείοι τους,  αντιλαμβάνονται αυτό το ενδιαφέρον ως απλό χόμπυ.

Δηλαδή, δεν το αντιλαμβάνονται καθόλου. Δε συλλαμβάνουν την ουσία – δηλαδή την αγωνία και την έντασή τους.

Άλλα δέκα, άντε είκοσι χρόνια. Όταν θα μας συντρίψουν ολοκληρωτικά κι εμάς τα πολυβολεία του χρόνου, θα ακολουθήσει σιγή. Οι ιστορικοί θα έχουν βγάλει πια τα συμπεράσματά τους ή, μάλλον, θα εξακολουθήσουν να διαφωνούν …ριζικά – αλλά αμφιβάλλω αν θα υπάρχει κανείς που να ενδιαφέρεται πραγματικά (δηλαδή, προσωπικά) για όλα αυτά.

Υστερόγραφο. Έχοντας μια τέτοια σχέση, όπως την περιέγραψα, με το θέμα, ειλικρινά μου είναι πολύ δύσκολο να το «συζητήσω» με φανατικούς, οι οποίοι απλώς επαναλαμβάνουν (= αναμασάνε) με ένταση τα επιχειρήματα της «δικής τους» πλευράς. Και μου είναι εντελώς ακατανόητη η συμπεριφορά ορισμένων, οι οποίοι επιδεικνύοντας ήθος και πρακτική παραδοσιακού ενωμοτάρχη της Χωροφυλακής, της Μεταξικής περιόδου, δε διστάζουν να αποδώσουν χαρακτηρισμούς και να εκτοξεύσουν απαξίωση και ύβρεις, σε όσους επιχειρούν να διατυπώσουν μιαν άποψη που δεν ταυτίζεται με τη δική τους. Ευτυχώς, η μεγάλη πλειοψηφία όσων συμμετέχουν στις συζητήσεις που γίνονται στην καλύβα για τον Εμφύλιο συνεισφέρουν πραγματικά. Και με τις γνώσεις και με τη συμπεριφορά τους. Ελπίζω ότι τους επόμενους μήνες θα συνεχίσουμε αυτόν τον ενδιαφέροντα διάλογο. Ενδιαφέροντα για εμάς, αλλά και για όχι και λίγους φίλους που παρακολουθούν σιωπηλοί – τουλάχιστον ως τώρα.