suicide
Στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας βρίσκεται τελευταία η Γαλλία, εξαιτίας ενός από τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών μεταξύ των αναπτυγμένων κρατών.
Η συζήτηση κυρίως αφορά το ποσοστό αυτοκτονιών στην France Télécom όπου τον τελευταίο ενάμισυ χρόνο σημειώθηκαν 24 αυτοκτονίες και άλλες 13 απόπειρες.
Το ετήσιο ποσοστό αυτοκτονιών στην εταιρία (15,3 ανά 100.000) είναι απόλυτα συγκρίσιμο με το εθνικό ποσοστό αυτοκτονιών που είναι 15,8 περίπου αυτόχειρες ανά 100.000 πληθυσμού.  Η Γαλλία κατέχει το προβάδισμα των αυτοκτονιών μεταξύ της Ολλανδίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Βρετανίας.
Μπορεί η 23η αυτόχειρας ηλικίας 32 ετών να άφησε σημείωμα που έγραφε: «Δεν αντέχω τη νέα αναδιάρθρωση του τμήματός μου. Θα έχω νέο αφεντικό και προτιμώ να πεθάνω» και για τον 51ετή τελευταίο της σειράς τη Δευτέρα που μας πέρασε, να είπε η σύζυγός του ότι «η αναδιάρθρωση της France Telecom ήταν το μοναδικό θέμα για το οποίο μιλούσε, πριν από την αυτοκτονία» αλλά μάλλον φαίνεται ότι στη Γαλλία υπάρχει γενικότερο πρόβλημα αυτοκτονιών. Ανάλογα φαινόμενα είχαν παρουσιαστεί παλαιότερα στις Renault, Peugeot, Airbus και EDF.
Τι είναι, λοιπόν, αυτό που οδηγεί τους Γάλλους στην αυτοχειρία;
Σύμφωνα με πολλούς παρατηρητές είναι η διαμάχη ανάμεσα στην κουλτούρα του δημόσιου υπαλλήλου και τις απαιτήσεις του ιδιωτικού τομέα  που ευθύνεται για το αδιέξοδο στο οποίο παγιδεύονται πολλοί από τους εργαζόμενους. Ειδικά για την France Telecom, το πρώην μονοπώλιο ιδιωτικοποιήθηκε κατά τη δεκαετία του ‘90, όμως τα δύο τρίτα των εργαζομένων του εξακολουθούν να απολαμβάνουν το καθεστώς του δημόσιου υπαλλήλου. Με το μέσο όρο ηλικίας των εργαζομένων της να αγγίζει τα 50 χρόνια, η France Telecom δίνει σημαντικά κίνητρα για όσους θέλουν να αποχωρήσουν, ωστόσο ελάχιστοι είναι εκείνοι που δέχονται να αποχωριστούν την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου, ειδικά εν μέσω κρίσης και ανεργίας. Η εταιρεία έχει περικόψει 40.000 θέσεις εργασίας, όμως εξακολουθεί να έχει ένα τεράστιο δυναμικό της τάξεως των 100.000 υπαλλήλων. Δυστυχώς, πολλοί από αυτούς δεν «ταιριάζουν» στο νέο πρόσωπο της France Telecom. Οι εργαζόμενοι βρέθηκαν ξαφνικά σε ένα έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον που άγεται και φέρεται με βάση την παραγωγικότητα και τις πρωτοποριακές τεχνολογίες και στο οποίο η διοίκηση του προσωπικού πραγματοποιείται με τη λογική «Ο επόμενος», «Ήρθε η ώρα να φύγεις».
Εφόσον όμως το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στα πλαίσια μιας εταιρίας αλλά εμφανίζεται και σε εθνική κλίμακα, άνθρωποι σαν τον Κριστιάν Μποντλό, καθηγητή κοινωνιολογίας στο Ecole Normale Supérieure του Παρισιού αναζητούν γενικότερες απαντήσεις.
Λέει λοιπόν ο κ. Μποντλό: «Η αλήθεια είναι ότι σαν λαός είμαστε άρρηκτα συνδεδεμένοι με τη δουλειά μας. Περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, ο κόσμος στη Γαλλία αυτοπροσδιορίζεται με βάση το επάγγελμά του. Στην Ιταλία και την Ισπανία κάποιος βρίσκει τη συμπαράσταση και την αλληλεγγύη που έχει ανάγκη στην οικογένειά του. Στη Βρετανία, όπου κυριαρχεί η αίσθηση της ατομικότητας, κάποιος θα αντλήσει δύναμη από τον ίδιο του τον εαυτό ή από τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο, όπως είναι η παμπ. Στη Γαλλία τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά: μαθαίνουμε να πορευόμαστε σε ομάδες και να αντλούμε τη στήριξη που χρειαζόμαστε από το χώρο εργασίας. Ο χώρος εργασίας είναι ο θεμέλιος λίθος της κοινωνίας μας», εξηγεί ο κ. Μποντλό. Το πρόσωπο της σύγχρονης οικονομίας είναι τόσο σκληρό στη Γαλλία όσο και αλλού. Η διαφορά είναι ότι οι Γάλλοι αισθάνονται περισσότερο τον ευτελισμό των κοινωνικών δεσμών και αποπροσανατολίζονται χωρίς να μπορούν να αντλήσουν εύκολα στήριξη από τον εργασιακό περίγυρο, αφού και αυτός βιώνει το ίδιο πρόβλημα.»
Ο Λουί Σοβέλ, καθηγητής κοινωνιολογίας στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού παρατηρεί: «χάρη στη Μάργκαρετ Θάτσερ, οι Βρετανοί συνειδητοποίησαν ήδη από τη δεκαετία του 1980 ότι οι παλιές, καλές εποχές της ευμάρειας, της ανάπτυξης και της σταθερότητας έχουν φύγει ανεπιστρεπτί. Δυστυχώς, δεν έγινε το ίδιο και με τους Γάλλους». Το χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες και την πραγματικότητα είναι αγεφύρωτο για μεγάλο τμήμα του πληθυσμού που στρέφεται στην κατανάλωση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων με μέση συχνότητα 29 χαπιών ετησίως ανά Γάλλο.
Σε συνολικά φτωχές κοινωνίες, τα ποσοστά αυτοκτονιών είναι χαμηλά. Εκεί η μάχη για επιβίωση μέσα στη φτώχια αποτελεί συγχρόνως και προστασία κατά των αυτοκτονιών. Στις σύγχρονες όμως κοινωνίες των ανεπτυγμένων χωρών, η ατομική φτώχια βιώνεται από τους πολίτες ως κακοτυχία εν μέσω ευημερούντων συμπολιτών τους και αυτό δεν μπορούν να το δεχτούν.
Στη δεκαετία του 1960, το υψηλότερο ποσοστό αυτοκτονιών στη Γαλλία παρατηρούνταν μεταξύ των αγροτών, ενώ στην επόμενη δεκαετία η αυτοκτονία συνδέθηκε με την ανάπτυξη των γραμμών βιομηχανικής παραγωγής, όπου τα ποσοστά αυτόχειρων ανέβηκαν αισθητά. Ο κοινωνιολόγος Ρενώ Σενσολιέ, ο οποίος μελέτησε γραμμές παραγωγής, παρατήρησε ότι συχνά οι εργάτες θεωρούνταν περισσότερο μηχανές παρά άνθρωποι. Αποτέλεσμα ήταν οι εργάτες στις βιομηχανίες να αιφνιδιάζονται και να διχάζονται ανάμεσα στη θεώρησή τους σαν μηχανές και σαν άνθρωποι έξω από το εργοστάσιο. Ο διχασμός αυτός τους γέμιζε στρες.
Τη σημερινή εποχή το ποσοστό αυτοκτονιών μεταξύ των υπαλλήλων έχει πλησιάσει το αντίστοιχο ποσοστό στους εργάτες, καθώς και στις δύο κατηγορίες εργαζομένων η επαγγελματική ανασφάλεια και οι πιέσεις για μεγαλύτερη ευελιξία έχουν εντείνει το στρες.
Είναι σαφές ότι οι αυτοκτονίες στο χώρο εργασίας έχουν σίγουρα χαρακτήρα διαμαρτυρίας. Στον τρόπο που αντιμετωπίζεται σήμερα η εργασία, σημαντική θέση έχει η σπουδαιότητα που δίνει ο σύγχρονος άνθρωπος στην εργασία ως στοιχείο της ταυτότητάς του. Δεν πρόκειται απλώς για ένα βιοποριστικό μέσο και αυτό το μήνυμα πρέπει να το περάσουμε και στους πολιτικούς μας, έγραψε πρόσφατα η Monde.