Του Cirut
Ήταν ακόμα τέλη Σεπτεμβρίου και η Αραβία έβραζε. Αργά το βράδυ, μετά τις δυο στο αεροδρόμιο. Λίγο πριν προσγειώθηκε το τελευταίο αεροπλάνο από Ευρώπη, βρίσκοντας το δρόμο του ανάμεσα στις αναρίθμητες λεωφόρους του απείρου. Στο βάθος γυάλιζαν τα φώτα μιας πόλης, διαθλασμένα από τα υπέρθερμα αέρια ρεύματα. Δίπλα στην πόλη τα νερά λιμανιού. Φαινόταν συνηθισμένη με τα φώτα της, μα έμελλε να είναι πολύ αλλιώτικη. Μια δύναμη έσπρωχνε τα σπίτια ν’ ανεβούν το χαμηλό λόφο, να τον κυριεύσουν και να φτιάξουν μια σκαλωτή προοπτική. Εμιράτα.
Μετά τις τελωνειακές διατυπώσεις έφυγαν όλοι. Οι τελώνες, οι πιλότοι και οι αεροσυνοδοί, οι υπάλληλοι, οι επιβάτες, όλοι. Ως και το αεροπλάνο. Κάποιοι το ρυμούλκησαν και το άφησαν να αναπαυτεί σε ένα ημικυλινδρικό κατασκεύασμα. Shelters, έκανε ο Κλάουντιο για τα κατασκευάσματα αυτά. Τεχνικός ήταν, ήξερε. Μια τσάντα μόνο στον ώμο, μια βαλίτσα στο χέρι για αποσκευές, ο ταξιδιώτης έμεινε στο αεροδρόμιο, να κοιτάει γύρω. Έσβησαν και τα φώτα. Και γύρω κανείς. Ούτε να τον υποδεχτεί ούτε να τον διώξει. Η οδηγία ήταν σαφής. «Μη φύγεις. Θάρθει ένα τζιπ της εταιρείας να σε παραλάβει. Αν αργήσει, να περιμένεις». Και τι άλλο νάκανε; Πού να πήγαινε μες στα σκοτάδια;
«Όχι, δεν κάνω λάθος. Τι έχω να χάσω;», μουρμούριζε ο Κλάουντιο, με έντονο εσωτερικό ιταλικό διάλογο, που είχε στιχομυθίες, αντεγκλήσεις, καυγά επιχειρημάτων και στόμφο. «Λάθος. Δεν έπρεπε να φύγω. Όχι, έπρεπε»! Περπατούσε πέρα, δώθε. «Σάμπως στην Ιταλία είχα τίποτα να κάνω; Ανεργία, ρίξιμο κι εκμετάλλευση. Τουλάχιστον για δω, μου είπαν. Έξι μέρες τη βδομάδα δουλειά, κούραση – ξεθέωμα, αλλά ένα αεροπορικό εισιτήριο το χρόνο, δώρο με την άδεια, μετά τα δύο πρώτα χρόνια και χίλια τριακόσια δολλάρια το μήνα. Και η άδεια χώρια. Στην Ιταλία, σαν ηλεκτρολόγος, άμα βρεις δουλειά, χίλια δολλάρια δε θα πάρεις, σήμερα. Σε πέντε χρόνια θα γυρίσω πίσω και θ’ ανοίξω ένα καπνοπωλείο στη γειτονιά μου, όπου θα γεράσω. Και τέρμα το μηχανιλίκι. Με τις γυναίκες και το αλκοόλ εδώ τι θα γίνει; Αυτό είναι το δύσκολο. Ζόρικοι οι θεοί τους. Μόνο οι αρχαίοι Έλληνες θεοί ήταν εντάξει. Γλεντζέδες και πότες».
Ούτε το σκούρο όγκο είδε ούτε τη μηχανή του άκουσε. Η κόρνα μόνο, τον ξάφνιασε. «Ε φιλαράκο, έφερες κανένα Κιάντι», ακούστηκε μια φωνή στα Ιταλικά. Μπήκε στο τζιπ. Δεν είχε και πολλά να φοβηθεί στη ζωή του. Χρόνια στα εργοτάξια εδώ και κει. Σαρανταπέντε πατημένα, πρόσφατο διαζύγιο, μια αρχή είναι πάντα μια καινούρια αρχή. «Καλώς τον καινούριο», έκανε σε καλά ιταλικά ο σωφέρ. «Είμαι ο Μπάμπα, οδηγός στο εργοτάξιο. Μπαίνουμε και βγαίνουμε στο αεροδρόμιο ό,τι ώρα θέλουμε. Έχουμε τη συντήρηση των διαδρόμων και ξέρουμε τα κατατόπια». Ο Κλάουντιο προσπαθούσε να ξεχωρίσει τη μορφή του, μα στάθηκε αδύνατον. Ο άλλος δεν ήταν απλά μελαψός αλλά κατάμαυρος. Αφρικανός, Ινδός; Ήταν έμπειρος οδηγός και οδηγούσε στο σκοτάδι, σα νάβλεπε. «Γιατί δεν ανάβουμε τα φώτα;», αναρωτήθηκε ο νιόφερτος. «Θα μας δουν από μακρυά οι φρουροί και θα αρχίσουν πάλι, να ζητάν άδειες και τέτοια», απάντησε ο άλλος.
Στον καταυλισμό τον υποδέχτηκε ένας αγουροξυπνημένος ξερακιανός Ολλανδός, που, αφού αντέγραψε το όνομα σε ένα μεγάλο τεφτέρι, τον έστειλε για ύπνο σε ένα κοντέινερ. Κι από την άλλη μέρα ήταν μια βίδα, σε ένα τεράστιο μηχάνημα, που παρήγαγε σπίτια και λιμάνια, παράδοξα και ματαιόδοξα αρχιτεκτονήματα, δρόμους κι εργοστάσια. Η δουλειά ήταν πάντα ατέλειωτη. Χιλιάδες άνθρωποι δεκατέσσερεις – δεκαπέντε ώρες, έξι μέρες τη βδομάδα, δεν πρόφταιναν. Φάλαινα γιγάντια τα έργα, που για να την σπρώξεις στο νερό χρειαζόταν χτίκιασμα. Κι όταν ακόμα το κατάφερνες, άλλη τόση δουλειά ξεκινούσε. Και μ’ όλα αυτά, τα κατασκευαστικά έργα προχωρούσαν ραγδαία. Οικισμοί γεννιόνταν, απ΄το πουθενά, νέοι δρόμοι άνοιγαν, κτίρια πανύψηλα φύτρωναν. Γιγάντια κέρδη γεννιούνταν, για άφαντους ανθρώπους, που δεν έβλεπες τη χαρά τους γι’ αυτό. Άνθρωποι πίεζαν ανθρώπους για χάρη των μακρινών άφαντων. Ένα ήταν βέβαιο, πώς οι «άφαντοι» ποτέ δε χόρταιναν λεφτά.
Οι συνθήκες δουλειάς δύσκολες, ζέστη, ατέλειωτα ωράρια, λαοί της Βαβέλ, συνεννόηση δύσκολη, δύσκολες και οι φιλίες. «Άμα χρωστάς ή παίζεις χαρτιά, κοιμάσαι στα κοντέινερ μόνιμα. Άμα δε χρωστάς και δεν τζογάρεις, θα σου βρω ένα οικονομικό ξενοδοχείο απ’ αύριο», προσφέρθηκε ο Ολλανδός. Διάλεξε τα κοντέινερ για αρχή, όπως και όλοι οι Ευρωπαίοι, που έρχονταν εδώ. Οι τριτοκοσμικοί μέναν σ’ αυτά μόνιμα. «Τι είναι εκείνα τα βρώμικα και σπασμένα κοντέινερ στο βάθος;», ρώτησε κάποιον. «Φέρνουν εδώ πολλούς Ινδούς ανειδίκευτους, για ένα κομμάτι ψωμί. Πέντε-δέκα δολλάρια μεροκάματα, δυο χιλιάδες στη φαμίλια τους ασφάλιστρο, άμα σκοτωθούν. Κι έχει και ανασφάλιστους, με δυο δολλάρια και φαΐ. Δεν τους ξέρει ούτε η μάνα τους. Καταλαβαίνεις;». Ύστερα άλλαξε θέμα. «Άμα είσαι νύχτα στα κοντέινερ, αργά κυκλοφορεί και καλό λαθραίο ουΐσκι» κι έφυγε κλείνοντας το μάτι.
Άρχισε να γνωρίζει την κόλαση από κοντά. Χαράματα ξύπνο, τα κοντέινερ χωρίς μόνωση έβραζαν, συμπεριφορά άγρια και προσβλητική, βρισίδια, δυστυχήματα, πίεση χρόνου πάντα. Η ατμόσφαιρα μύριζε ένταση-μπαρούτι, σαν όλη η Αραβία να ήταν έτοιμη να εκραγεί. «Τα περίμενα λίγο καλύτερα τα πράγματα, μα ήρθα στο χειρότερο μου», συμπέρανε. «Μούπαν πως άλλαξε η Αραβία αλλά δεν είναι αλήθεια».
Τον καιρό που ήταν να σπουδάσει και ν’ αλλάξει κοινωνική τάξη ίσως, έμπλεξε με τη φυγή. Υπήρξε ένας από τους πολλούς ταξιδευτές, που κανείς δεν τους έμαθε και δεν ήταν καν χίπηδες, κυνικοί, road-lovers αλλά απλά ανήσυχοι κι ονειροπόλοι, που κρέμασαν τη ζωή τους στην αβεβαιότητα. Κάποιοι ανάμεσα τους έζησαν χωρίς σταθερή δουλειά, ταξιδεύοντας όλη τους τη ζωή. Πλωτές ρίζες, σκεφτόταν. «Η μποέμικη ζωή είναι γλυκειά στη νιότη, μα βάσανο άμα μεγαλώνεις. Παντρεύτηκα. Δοκιμαστικά», έλεγε την ιστορία του. Παιδιά δεν έκανε. Μέσα του πίστευε πως έφταιγε η Βικτώρια, αφού ο ίδιος σκόρπιος όπως ήταν, έστειλε πολλές για έκτρωση. Δύσκολα πράματα στην παλιά Ιταλία.
Όταν αποδείχτηκε ότι υπαίτιος ήταν αυτός, η Βικτώρια τον έδιωξε χωρίς δισταγμό, όχι που την ένοιαζε κατά κράτος αλλά βρήκε ευκαιρία να τον τιμωρήσει, επειδή πρακτικά ουδέποτε υπήρξε σωστός σύντροφος. Πάντα η αντροπαρέα ήταν ισχυρότερη γι’ αυτόν, από την οικογένεια. Μάζεψε όλα τα στραπάτσα του κι αποφάσισε την ξενητιά για να ρεφάρει, στο σύνολο.
Ανακάλυψε γρήγορα πως αυτός που έφερνε τους παράνομους και τα φτηνά χέρια από Ινδία, Πακιστάν και Μπαγκλαντές ήταν ο ίδιος ο Μπάμπα, ο σωφέρ. Κινούσε τη σκοτεινή πλευρά του εργοτάξιου, ενώ οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι προσπαθούσαν να προσδώσουν κύρος και εκσυγχρονισμό στην εταιρεία. «Ίδιοι είναι όλοι τους», τούλεγε ο Κάρπα, ένας άλλος «φτηνός» Ινδός, που του δώσαν για βοηθό ηλεκτρολόγου, να κουβαλάει τα καλώδια δηλαδή. «Γερμανοί, Ιταλοί, Δυτικοί, Τούρκοι, Έλληνες αφεντικά μεγαλοκατασκευαστικές, όλοι ίδιοι είναι. Κάτω από το τραπέζι ρίχνουν κλωτσιές. Όποιος μιλάει παίρνει πόδι, αφού τους πληρώσει και το εισιτήριο, που του στείλαν για νάρθει εδώ».
Ο Κάρπα είχε πολλά παιδιά και περισσότερα χρέη. Το πρόβλημα ήταν ότι τα χρέη έκαναν την οικογένεια του σκλάβα, σε κάποιον τοπάρχη της περιοχής, στην Ινδία. «Καταλαβαίνεις, Κλάουντιο; Δουλεύει από τις έξι το πρωί, όλη η οικογένεια μου, οχτώ άτομα για έναν αφέντη, ακόμα και τα δυο οχτάχρονα παιδιά μου. Στο τέλος της μέρας δεν έχουν βγάλει περισσότερα από δέκα δολλάρια, που παίρνω εγώ εδώ. Κι αν μ’ απολύσουν χάθηκα».
Ο Κλάουντιο προσπαθούσε να καταλάβει, μέσα στην τρικυμία του. Δύσκολα πίστευε ότι υπάρχουν κύματα μεγαλύτερα από τα δικά του, ως τώρα. «Και γιατί δεν ξεσηκώνεστε, ρε; Ο Μαχάτμα πώς έδιωξε τους Άγγλους; Εσείς συνετίστε τους δικούς σας». Ο Κάρπα κούνησε το κεφάλι, χαμογελώντας πικρά. «Δεν μπορείς, Ιταλιάνο μου, να τους κάνεις τίποτα τους τοπάρχες, τράβα να τους αφανίσεις, να φας το κεφάλι σου να τελειώνουμε. Γιατί, εδώ ποιος τολμάει να γκρινιάξει; Έφυγε αμέσως. Ε, εκεί είναι πολύ χειρότερα».
Τα βράδυα δεν προλάβαινε να σκεφτεί, αφού η κούραση του σφάλιζε τα μάτια. Οι άλλοι γείτονες των κοντέινερς, που χαρτόπαιζαν, τον ονόμασαν ο «Μεγάλος Ιταλός Υπναράς», τι ντροπή, αντί «Μεγάλος Ιταλός Εραστής», συλλογιόταν. Τα παιγνίδια της μοναξιάς και του άγνωστου αύριο, είναι σκληρά, τυραννικά και ανελέητα. Προσπάθησε να βάλει λίγη ομορφιά στη ζωή του με τις Κυριακές, μα στην πόλη δεν υπήρχε ούτε αλκοόλ ούτε διαθέσιμες γυναίκες και τούμενε μόνο το καλό φαΐ, το σουλάτσο και η αναλυτική παρατήρηση των τοπικών εθίμων.
Το μάτι του πήρε τον Κάρπα, σε μια γωνιά του δρόμου να στέκεται. «Τι κάνεις εδώ;», τον ρώτησε έκλπηκτος. Ο άλλος τον κοίταξε με απόγνωση. «Περιμένω. Δεν ξέρω τι. Δεν μπορώ να ξοδέψω τίποτα». Κρατούσε λίγα κέρματα στο χέρι. Ο Κλάουντιο κατάλαβε ότι ζητιάνευε, μα δεν το σχολίασε. «Μπρος, πάμε για ένα καλό φαΐ. Κερνάει η Πάρμα, απόψε. 3 γκολάρες έριξε στη Φιορεντίνα. Και την άλλη Κυριακή θα δείρουμε το Τορίνο». Ο άλλος πήγε να διαμαρτυρηθεί, μα τελικά δέχτηκε. Κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του. Η δυστυχία του ερχόταν από μακρυά και ήταν αθεράπευτη. Ο Κλάουντιο έκανε ό,τι μπορούσε για να τον διασκεδάσει. «Ξέρεις;», έκανε λίγο δύσκολα. «Εγώ, Κάρπα, μοναχικός κοπρίτης είμαι. Ένα αλητόσκυλο, χωρίς ευθύνες για άλλους. Πάρτα αυτά και στείλτα. Εγώ τα έχω μικρή ανάγκη. Τα παιδιά σου μεγάλη». Ο Κάρπα κοίταζε τα λεφτά, που τούδινε ο Κλάουντιο, με δάκρυα στα μάτια, απωθώντας τα. Ύστερα με δυσκολία έκανε: «Κλάουντιο, boss, μην το ξανακάνεις αυτό»….
Οι γυναίκες τους κοιτούσαν κλεφτά, μέσα από τα στενά παραθυράκια των μαντηλιών τους. Η έλλειψη γυναίκας γινόταν εκρηκτική και εντεινόταν σε κείνα τα ανδρόπηχτα εργοτάξια, τις καντίνες και τα φορτηγά, σε τούτη τη γη των διαπύρων. Η ιδέα για ένα ερωτικό ταξιδάκι στη Βηρυττό, άρχισε να τον πλησιάζει, μα η σκέψη των οικονομικών την ξαναπομάκρυνε.
Αγόρασε ένα αμάξι σαραβαλάκι, που ήταν πολύ φθηνό εκεί και άρχισε να εξορμά, προς το μεγάλο αυτοκινητόδρομο, που συνέδεε τα Εμιράτα μεταξύ τους. Εδώ το χρήμα περίσσευε, τα αυτοκίνητα ήταν λουσάτα και επώνυμα. Εντυπωσιάστηκε. Του φάνηκε σαν παράθυρο στον κόσμο της ευμάρειας, απ’ όπου ήρθε. Η απόλαυση της Κυριακής! Τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν ήταν μεγάλα και γρήγορα. «Κοίτα να δεις, φίλε μου. Αν είχα ένα απ’ αυτά στην Πάρμα, θα κατάφερνα και τη γυναίκα του δήμαρχου», θαύμασε.
Κι έφτασαν τα πρώτα Χριστούγεννα. Τα εργοτάξια έκλειναν για μια βδομάδα, ως την Πρωτοχρονιά και έδιναν υποχρεωτικές άδειες. Κουρασμένος και ξεθεωμένος, ο Κλαόυντιο, δεν το κούνησε για πουθενά. Αναζήτησε απλά την άνεση ενός μεγάλου ξενοδοχείου, που έκανε καλές τιμές στους ξένους. Μεγάλα λοξά παράθυρα, με κουρτίνες και μέσα βαθιές κώχες για να φυλακίζουν εύκολα το βασιλιά ήλιο. Πέρασε το πρώτο χαλαρό διήμερο, με ένα Χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν παρωδία, αφού επιτρεπόταν ένα μόνο αλκολούχο ποτό. Χόρτασε ύπνο και θυμήθηκε την καλή ζωή. Μα τα βάσανα τον κυνηγούσαν.
Κάπνιζε ένα πούρο με καφέ, όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα άγρια. «Τι στο διάολο συμβαίνει», έκανε. «Ανοίξτε, ο ..Κάρπα». Άνοιξε την πόρτα και είδε τον σωφέρ Μπάμπα, με έναν Γερμανό του εργοταξίου. «Τρέξε, πάμε. Ο Κάρπα….». «Ο Κάρπα τι;». «Πήγε σε παράνομο νοσοκομείο …να πουλήσει το ένα νεφρό του, ….να στείλει περισσότερα χρήματα στους δικούς του …για την Πρωτοχρονιά. Η αστυνομία τον πήρε χαμπάρι και επενέβηκε πάνω στην εγχείρηση. Κι αυτός την κοπάνησε, μισοεγχειρισμένος». «Δεν ξέρουν πού πήγε;». «Όχι, όλοι λένε ότι κάνατε κάποια παρέα και ίσως ξέρεις τα λημέρια του». Η αλήθεια αυτή ήταν. Ήξερε τα λημέρια. Νόμιζε όμως ότι θα πήγαινε σπίτι του, με άλλους Ινδούς. Έτσι του είπε.
……………………….
Ήμουν ο μόνος φίλος του. «Κλάουντιο, Ιταλιάνο». Άφησα τη ραστώνη μου και άρχισα να τριγυρνώ σ’ όλα τα μέρη, που πήγαινε ο Κάρπα, με αγωνία. Σύχναζε σε στέκια Ινδών, στο εργατικό μέρος της πόλης ή σε μεγάλες πλατείες στο αστικό μέρος, όπου ζητιάνευε. Τώρα κανείς δεν τον είχε δει. Και όπως ήταν σφαγμένος, δε θα περνούσε απαρατήρητος. Τηλεφώνησα στο εργοτάξιο, μήπως φάνηκε. Και να επιτέλους, ένα φως. «Ναι, κύριε. Πέρασε τρέχοντας προς τα κοντέινερ. Και ύστερα πέρασε προς τα έξω, χωρίς κανείς να τον προλάβει. Όλοι είναι στην πόλη». Κείνη την ώρα η πόλη σείστηκε από μια τρομακτική έκρηξη. Κοτρώνια πετάχτηκαν στον ουρανό, σα λιθοκαταιγίδα στα δαχτυλίδια του Κρόνου. Ένα σύννεφο σκόνης τύλιξε τα σπίτια. Κραυγές με οσμή θανάτου, από παντού. Δεν ήταν λογικό, αλλά εγώ αυτό ψέλισσα. «Κάρπα… Κάρπα…», ενώ μια φοβερή υποψία με άγγιξε…
Το τεράστιο παλιό γιαπί, στη μεγάλη αγορά της πόλης, σωριασμένο στο έδαφος. Κόσμος συγκεντρωμένος. Η εταιρεία μας θα το κατεδάφιζε εντός των ημερών, για να σηκώσει καινούριο στη θέση του. Γύρω γύρω ήταν κλεισμένο με κιγκλιδώματα. Οι δυναμιτιστές είχαν αρχίσει και έβαζαν δυναμίτες εδώ και κει από μέρες, για να μη χάνουν χρόνο. Αμέσως μετά την Πρωτοχρονιά θα το κατεδάφιζαν, με ανατίναξη. Τώρα σωριάστηκε με άνθρωπο στα συντρίμμια του. «Άνθρωπος, άνθρωπος στα συντρίμμια», ακούστηκε μια κραυγή. Δυστυχώς ήξερα ποιος ήταν, μα μούλειπε λίγο από το «γιατί». Η υποψία δεν έφευγε. Τον έβγαλαν παραμορφωμένο, μετά από ώρες.
Έμπλεξα για πρώτη φορά, με τους μαυραγορίτες. Ψώνισα αλκοόλ, με όλες τις άγουρες οικονομίες που μου περίσσευαν, σε αστρικές τιμές. «Στο διάολο το καπνοπωλείο στην Πάρμα. Ας περιμένει. Κι ας μη γίνει, στο κάτω κάτω. Τώρα θρηνώ έναν ανόητο, που νόμιζε πως με το θάνατο του παλεύει καλύτερα τα προβλήματα». Πήρα το σαραβαλάκι μου και περνώντας από πολλές φτωχογειτονιές βγήκα στο μεγάλο αυτοκινητόδρομο. Πρόλαβα ν’ ακούσω από κάποιο σπίτι ένα αράβικο μοιρολόι, με το πλατάγισμα της γλώσσας και την τσιρίχτρα, που με ανατρίχιασε σα να μου σύστηνε το Χάρο. Νύχτωνε.
«Κλαούντιο», μίλησα στον εαυτό μου. «Ζωή και θάνατος, απέχουν όσο το μάγουλο απ’ το στόμα». Όταν βγήκα με ταχύτητα στον αυτοκινητόδρομο, η πρώτη μπουκάλα με το αλκοόλ κόντευε στον πάτο. Ο αέρας της ερήμου έφερνε σύννεφα σκόνης και κάποιες στιγμές δεν έβλεπες ούτε το οδόστρωμα. Τα σύννεφα αυτά ορμούσαν, μαζί με μπάλες ξερών θάμνων, που τις ταξιδεύει ο δυνατός αγέρας. «Κάρπα, ηλίθιε Κάρπα», φώναζα κάθε τόσο, με την υποψία σφήνα στο μυαλό. Και οι ερημιές αντιλαλούσαν με ηχώ ειρωνικό γέλιο. «Ανάθεμα στους άφαντους, που σ’ όλη την πέτρινη ζωή τους μαζεύουν λεφτά, για να εμφανιστούν μια μέρα στην αναφορά των διαβόλων, με όβολα ραμένα στα σάβανα. Χτίζουμε κτίρια και λιμάνια και γραφεία. Γέμισε η Αραβία μ’ αυτά. Μα ένα μόνο γραφείο της λείπει. Το γραφείο ανεύρεσης των αληθινών γεγονότων».
Συνέχισα να τρέχω με το σαραβαλάκι μου στα όρια, παίζοντας με το θάνατο. «Άγρια νύχτα», σκέφτηκα. «Γι’ αυτό βγήκαν τα αμάξια. Για να αυτοκτονούν οι άνθρωποι». Βρισκόμουν πια στον ολισθηρό δρόμο της δεύτερης μπουκάλας αλκοόλ. Τα φώτα ήταν, για πρώτη φορά, σβηστά στο δρόμο. Και κει στο χαλασμό, τον αγέρα και την ταχύτητα, έγινε η Δευτέρα Παρουσία. Ένα πηχτό τείχος άμμου, έπεσε στο αυτοκίνητο μου σκοτεινιάζοντας καθολικά τη θέα μου, ενώ ταυτόχρονα ένα αμάξι συγκρούστηκε μετωπικά μαζί μου. Είχε προφανώς χάσει τον προσανατολισμό του. Ή μάλλον τον προσανατολισμό της. Το αυτοκίνητο μου διαλύθηκε. Το άλλο ανατράπηκε, χωρίς η μηχανή να σβήσει και έμεινε να σπιντάρει, με τις ρόδες ανάσκελα ουρλιάζοντας. Σίγουρα λιποθύμησα. Όταν ανάκτησα τις αισθήσεις μου προχώρησα τρεκλίζοντας προς το άλλο αμάξι. Μέσα ήταν μια γυναίκα, με τα μάτια ανοιχτά, ασάλευτη. Δεν είχε κανένα εμφανές χτύπημα.
Δοκίμασα όλα τα σχετικά, που ήξερα για τους τραυματισμούς, με το μαρσάρισμα του αμαξιού της να με τρελαίνει. Ήξερα πως η μετακίνηση βαρειά τραυματισμένων, είναι συχνά επικίνδυνη γι’ αυτούς κι αποφάσισα να φέρω βοήθεια, χωρίς να την μετακινήσω. «Είναι νεκρή. Σίγουρα. Η καημένη …ήταν και έγκυος. Θα μπορούσε να με στείλει κι μένα αδιάβαστο». Δεν μπορούσα να ειδοποιήσω ή να φύγω. Το αμάξι μου ήταν μια ορθάνοιχτη βεντάλια. Ερημιά στο δρόμο κι ο αέρας να συνεχίζει. «Πρέπει να την πάω στο νοσοκομείο», σκέφτηκα. «Και δεν περνάει κανείς». Έμεινα ανήμπορος στην ερημιά, νιώθοντας μια απέραντη μοναξιά. «Τι θέλω, εδώ», σκέφτηκα. «Ώρες, ώρες τα πράγματα γίνονται τόσο ξένα κι αλλόκοτα. Πρέπει να φύγω απ’ αυτόν τον διαβολότοπο».
Γύρισα προς τη γυναίκα και το αμάξι της που στρίγγλιζε. Ένιωθα τον ήχο της μηχανής να μου τρυπάει το μυαλό. «Στο διάολο και τα λεφτά και η εταιρεία και η Αραβία. Πρέπει να φύγω, να φύγω. Δυο νεκροί μπροστά μου, σε λίγες ώρες». Κοίταξα τη γυναίκα. Ήταν πολύ όμορφη, απροσδιόριστο όμως αν ήταν αραβικής η ξένης καταγωγής. Οι πινακίδες ήταν αραβικές. Μου φάνηκε ότι είχε ένα ανατέλλον αινιγματικό χαμόγελο. Ένα πανέμορφο νεκρικό πορτραίτο. Και τότε είδα μια μικρή επίμονη σπίθα, ένα εξελισσόμενο βραχυχύκλωμα να σπινθηρίζει, κάπου στα ηλεκτρικά του αυτοκινήτου. «Θα γίνει έκρηξη», ψιθύρισα, ξέροντας εξ επαγγέλματος, πόση λίγη ώρα είχε για να δράσει. «Πρέπει να σε βγάλω. Εκτός από νεκρή, θα ψηθείς κιόλας». Έδωσα μάχη να τη σύρω έξω. Το βραχυκύκλωμα προχωρούσε. Έπαιξα τη ζωή μου κορώνα γράμματα, με το αλκοόλ φωτιά στα μηνίγγια. «Δεν ξέρω αν έπρεπε ή όχι να σε μετακινήσω, αν σε άφηνα όμως θα ήσουν σίγουρα κάρβουνο», ψιθύρισα κατάκοπος. Ύστερα ήρθε η φωτιά και η δεύτερη απόκοσμη έκρηξη της μέρας. Μια γλώσσα φλόγας πέταξε προς τα πάνω. «Την έσωσα… Μα είναι εντελώς νεκρή», μουρμούρισα..
Το αυτοκίνητο της κάηκε ολοσχερώς. Ούτε πινακίδες έμειναν ούτε τίποτα. Το στρίγγλισμα της μηχανής τελείωσε μόνο με την έκρηξη. Η νύχτα φωτίστηκε από το φλεγόμενο αυτοκίνητο και τελικά το σκοτάδι ξανακέρδισε το τοπίο. Τα δευτερόλεπτα μάκρυναν απελπιστικά και στη νέκρα του σκηνικού, υπήρχε μόνο η καρδιά μου, που χοροπηδούσε άτακτα. Ύστερα από άπειρη ώρα, στο βάθος του δρόμου πρόβαλε ένα φορτηγό. Ένιωσα τόσο ευτυχής, όσο ο Αδάμ όταν είδε την Εύα, ότι δεν είναι μόνος στον πλανήτη. Ο Άραβας οδηγός με βοήθησε ζεστά και πρόθυμα και τη μετέφεραμε στο νοσοκομείο.
Έμεινα στον προθάλαμο, περιμένοντας νέα. Ένιωθα αγωνία για όποια νέα, σαν συγγενής. «Είσαι ανόητος», ψιθύρισα. «Τι περιμένεις. Νεκρή είναι. Έδωσες την κατάθεση. Ξέρουν πού θα σε βρουν. Θα την παν νεκροτομείο και αύριο θα αναζητούν την ταυτότητα της, σ’ όλη τη χώρα. Θα μάθεις ποια ήταν. Τόσο κρίμα. Όμορφη γυναίκα. Και περίεργη». Έκανα το τελευταίο τσιγάρο και σηκώθηκα να φύγω. «Μια στιγμή, κύριε. Βαθειά συλλυπητήρια για τη γυναίκα σας. Το …παιδί σας, όμως, έζησε». Κοίταξα με απορία τη νοσοκόμα. «Κάνετε λάθος. Εγώ έφερα μια άγνωστη μου, νεκρή σε τροχαίο. Δεν έχει σχέση με γένες. Με θάνατο έχει». «Ναι, ήταν έγκυος. Το παιδί σας γεννήθηκε σώο, ένα κοριτσάκι, το συνεφέραμε. Ήταν ακόμα ζωντανό. Δεν έχει κανένα τραύμα, πέρα από κάποια ταλαιπωρία». «Νόμιζα πώς δεν γίνεται αυτό», είπα με απόλυτη αβεβαιότητα. «Ή αυτή είναι αγαθούλα ή το διαγλωσσικό μας μαραφέτι είναι λειψό», αμφισβήτησα.
Έκανα άλλο ένα τσιγάρο. Ξαναπλησίασα τη νοσοκόμα, όταν την είδα. «Μπορώ να το δω;», ρώτησα με περιέργεια. «Πατέρας της είστε, το ρωτάτε;». Αποφάσισα να μην ξανασχολιάσω αυτό το ζήτημα. Με οδήγησε στο θάλαμο νεογνών. «Εκείνο το κοριτσάκι, τρίτο στη σειρά. Ήταν να της βάλουμε αναπνευστήρα, μα δε χρειάστηκε. Γερό παιδί!». «Θα ξανάλθω να τη δω αύριο». Πού να ξέρει, ότι την έσωσα κατά τύχη! Σα να της έδωσα ζωή εγώ…
Πέρασαν οι μέρες και παρά τη δημοσιότητα, καμιά πληροφορία δεν έφτασε για τη νεκρή γυναίκα. Κλήθηκα ξανά και ξανά για να επιβεβαιώσω την αρχική κατάθεση, μέχρι που η αστυνομία πείστηκε ότι δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα μοιραίο δυστύχημα. Η αινιγματική γυναίκα, κράτησε πεισματικά το μυστικό της. Διαισθητικά δήλωσα στους αστυνομικούς ότι οι πινακίδες ήταν Ευρωπαϊκές. Αυτό με βοήθησε απρόσμενα πολύ, στη συνέχεια. Επισκεπτόμουν το κοριτσάκι καθημερινά, σα συγγενής τουλάχιστον. Ύστερα πήρα μια απόφαση τρελλή….
«Κρίνετε ότι είστε ιδανική οικογένεια για ένα παιδί;», ρώτησε ο αξιωματούχος παραξενεμένος και με κοίταξε στα μάτια, καθαρά και επίμονα για πολλή ώρα.
Τι να απαντήσεις με λόγια; Ό,τι είδε, το είδε στο βλέμμα και στην έκφραση μου.
«ΟΚ, έχω κάνει αρκετή έρευνα για σας. Δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό. Το αντίθετο. Σας έχω συμπαθήσει και γω. Θα γράψουμε ότι η θανούσα ήταν Ευρωπαία μνηστή σας και έγκυος από σας»…… Αυτό ήθελα. Να καλυφθεί το παιδί, με το κύρος μιας επίσημης ληξιαρχικής πράξης. Σηκώθηκε και μούσφιξε το χέρι… Καλή χρονιά.. Καλύτερες χρονιές.. Πάρτε το παιδί και φύγετε από δω.
Στο σπίτι του Κάρπα, κάπου στην Ινδία, επικράτησε χαρά στην αρχή με τη μεγάλη επιταγή, δυο χιλιάδες δολλάρια, μα ύστερα σαν κατάλαβαν, θρήνος συμφοράς και οδυρμός ατέλειωτος, για τον άνθρωπο τους. Η εταιρεία προβληματίστηκε αν έπρεπε να πληρώσει τα ασφάλιστρα, αφού δεν ήταν τυπικό εργατικό ατύχημα. Κάτω όμως από την πίεση των εργαζομένων, που συνασπίστηκαν για πρώτη φορά, (κάνοντας μάλιστα και ευρύ έρανο, με πρωτοβουλία μου) οι μακρινοί «άφαντοι» υποχώρησαν. Άλλωστε θα σημειωνόταν χειρότερη έκρηξη στο καζάνι που έβραζε, αν επαληθευόταν η υπόνοια μου ότι η φρενίτιδα του Κάρπα άρχισε, όταν ο προσωπάρχης τον κάλεσε στο οβάλ συσκεψιακό γραφείο, παραμονές Χριστουγέννων και του ανακοίνωσε την απόλυση του. Θα ακολουθούσαν και πολλές άλλες. Οι «άφαντοι» έπρεπε να ελιχθούν. Γιορτάδες μέρες Χριστιανών ήταν εξ άλλου, ευκαιρία για μια εύκολη αγαθοεργία. Στο κάτω κάτω η δουλειά τους έγινε…..
Cirut


Γράψτε ένα σχόλιο
Ροή σχολίων γι' αυτό το άρθρο