Απ’ όλα, αχ, τα τραγούδια περισσότερο αγαπώ

εκείνα που γραφτήκανε για θηλυκά φευγάτα.

Γυναίκες που εθόλωσε στη νύχτα η ματιά τους

και μεθυσμένες πήρανε του φεγγαριού τη στράτα.

Στα 1948 ακούγεται στα λαϊκά πάλκα και γραμμοφωνείται ένα τραγούδι εντελώς έξω από το κλίμα της εποχής. Στίχοι και μελωδία είναι «αλλού». Μικρό δείγμα για το που μπορούσε να φτάσει η ανήσυχη ιδιοφυία του Βασίλη Τσιτσάνη. Ο Χριστιανόπουλος αναφέρει πως το ένα τετράστιχο  είναι παρμένο από μια Θεσσαλονικιά ποιήτρια, στο σπίτι της οποίας έμενε ο Τσιτσάνης στα χρόνια της Κατοχής. Πιθανόν οι στίχοι της νεκρής Θεσσαλονικιάς να ήταν η αφορμή της έμπνευσης του Τσιτσάνη – ο οποίος ήταν και κορυφαίος στιχουργός.

Κι απ’ όλες τις γυναίκες που γνώρισα σ’ αυτή τη γή

επόνεσα για τη μικρή νεράιδα του Τσιτσάνη

που πήρε τις ακρογιαλιές μονάχη και θλιμμένη

και ξεχασμένη έσβησε στου σκοταδιού την πλάνη.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Τσιτσάνης, χωρίς πιθανότατα να το συνειδητοποιεί, φιλοτέχνησε με τον δικό του τρόπο ένα αρχέτυπο. Μια γυναίκα που εμφανίζεται τακτικά από τα χρόνια του Ομήρου, του Σοφοκλή, του Σαίκσπηρ. Τα αρχέτυπα επιστρέφουν μεταμορφωμένα στην Τέχνη, αντικατοπτρίζοντας τη ζωή, αυτός είναι ο ρόλος τους. Και να που η μικρή νεράιδα του 1948 ξαναγίνεται υπέροχο τραγούδι στα 1974, από τον Σταύρο Ξαρχάκο, σε στίχους του Παύλου Μάτεση.

Όσοι θαρρούν πως όνειρα ήτανε τα τραγούδια

ποτέ τους δεν κοιτάξανε στα μάτια τη ζωή

να δουν πως είναι όνειρο η ζήση τους η ίδια

του σκοταδιού παράπονο που σβήνει την αυγή.

Ελπίζω  να προλάβω και μια τρίτη εμφάνιση της κόρης στο ελληνικό τραγούδι.