Από την ΑΥΓΗ: http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=543076

«Οι αναλυτές υποστηρίζουν πως μια έντονη ύφεση θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα ραγδαία έξοδο Ελλήνων εργαζομένων προς τη Δυτική Ευρώπη για πρώτη φορά από τη δεκαετία του ‘60». Τα παραπάνω έγραφαν οι “Financial Times” σε προ διετίας δημοσίευμά τους, προκαλώντας σύγχυση στην ελληνική κοινή γνώμη. Πολλοί είχαν μιλήσει για “κακόβουλες υπερβολές”, με πρώτο τον υπουργό Οικονομίας, Γ. Αλογοσκούφη, που είχε αποστείλει μάλιστα επιστολή διαμαρτυρίας: “ο ισχυρισμός δεν μπορεί να τεκμηριωθεί”, έλεγε. Σήμερα ωστόσο, που η “έντονη ύφεση” έκανε την εμφάνισή της, η επιστροφή στην Ελλάδα του ‘ 60 δεν μοιάζει και τόσο υπερβολή…

Η πρωτόγνωρη οικονομική κρίση και, κυρίως, τα εργαλεία αντιμετώπισής της που προκαλούν μια πρωτοφανή κρίση απασχόλησης, οδηγούν ολοένα και περισσότερους νέους στην σκέψη ή και την υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου… διαφυγής. “Ήδη έχω ψάξει για τις δυνατότητες εργασίας σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ίσως Γερμανία ή Γαλλία”, λέει στην “Α” ο 26χρονος Κώστος Βούρος. Είναι μάγειρας και μετά την 4μηνη δουλειά που βρήκε για το καλοκαίρι στη Χαλκιδική θα φύγει, με στόχο μάλιστα να μείνει μόνιμα στο εξωτερικό. “Θα προσπαθήσω να μείνω έξω. Είναι διαφορετικό το βιοτικό επίπεδο, οι άνθρωποι, οι συνθήκες εργασίας”. Μπορεί, όπως έλεγε και τότε ο υπουργός, η Ελλάδα να μετατράπηκε τα τελευταία 20 χρόνια σε χώρα υποδοχής μεταναστών, την ίδια στιγμή ωστόσο ξανάγινε και χώρα αναχώρησης.

Υψηλής εξειδίκευσης οι εργαζόμενοι που φεύγουν

Παρότι δεν υπάρχουν ακόμη επίσημα στατιστικά στοιχεία για την επίδραση της οικονομικής κρίσης, το φαινόμενο της νέας μετανάστευσης έχει ήδη καταγραφεί από παλιότερες έρευνες, ενώ η τάση ενισχύεται αισθητά. Πρόκειται για ανθρώπους υψηλής εξειδικευμένης εργασίας που έφυγαν στο εξωτερικό για σπουδές και δεν γύρισαν ή γύρισαν, δεν βρήκαν διεξόδους απασχόλησης και επέστρεψαν στο εξωτερικό.

“Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε, δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία που να καταγράφουν με ασφάλεια την επίδραση της κρίσης”, σημειώνει ο καθηγητής του Παντείου και επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Σάββας Ρομπόλης. Ο ίδιος ωστόσο σε έρευνά του πριν από δύο χρόνια είχε εκτιμήσει ότι σε μια δεκαετία περισσότεροι από 55 χιλιάδες Έλληνες έμειναν στο εξωτερικό, μετά από την ολοκλήρωση μεταπτυχιακών ή διδακτορικών σπουδών. “Πρόκειται για ένα φαινόμενο που έχει διαπιστωθεί. Κυρίως αφορά στην πραγματοποίηση σπουδών ενώ πολλοί είναι εκείνοι που φεύγουν με σκοπό την εύρεση εργασίας σε πόστα υψηλής εξειδίκευσης”, προσθέτει. Σήμερα, από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς είναι η Μεγάλη Βρετανία, λόγω της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων.

Την υψηλή εξειδίκευση της πλειονότητας των ανθρώπων που αναζητούν εργασία στο εξωτερικό επιβεβαιώνει και ο Αθ. Καρούντζος, σύμβουλος της υπηρεσίας Eures. Η υπηρεσία πλέον λειτουργεί μέσω διαδικτύου και λιγότερο μέσω των συμβούλων, η προσφορά εργασίας όμως στις διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ενδεικτική: “Έχει περιοριστεί η αναζήτηση ανειδίκευτης εργασίας. Τα χαρακτηριστικά των κενών θέσεων έχουν αλλάξει, ζητούνται εργαζόμενοι υψηλής εξειδίκευσης, όπως είναι και οι περισσότεροι που καταφεύγουν στην υπηρεσία”. Υπολογίζεται δε ότι τα ελληνικά βιογραφικά που έχουν συγκεντρωθεί στην υπηρεσία έχουν φθάσει στις 8 χιλιάδες.

Ανεργία και ανησυχία

Η καθυστέρηση της ελληνικής οικονομίας από άποψη παραγωγικών, κοινωνικών και τεχνολογικών υποδομών, υπήρξε η βασική αιτία του φαινομένου. Σήμερα προστίθεται η κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας που, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας (ΕΣΥΕ), τον Φεβρουάριο έφτασε στο 32% για τους νέους έως 24 ετών, δείχνοντας την πόρτα της εξόδου σε ακόμη περισσότερους. “Δεν είμαι καθόλου σίγουρος για το πότε και αν θα επιστρέψω. Σε τι συνθήκες; Αν σε πάρουν είναι με ελάχιστα χρήματα, αρκετές φορές δεν πληρώνεσαι για μήνες. Άσε που συμβαίνει και το απίστευτο, να ψάχνουν για μαθητευόμενο και να ζητούν προϋπηρεσία!”, μας λέει ο Στέφανος Πλέσσας, απόφοιτος του τμήματος Ναυτιλιακών, στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι βασικός λόγος που επέλεξε την Ολλανδία για το μεταπτυχιακό είναι γιατί δεν έχει δίδακτρα: “τα αντίστοιχα μεταπτυχιακά στην Ελλάδα ζητούν πάνω από 7 χιλιάδες ευρώ”!

Φαίνεται πως σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο ισχυρισμός της “άνεργης ανάκαμψης” άρχισε να γίνεται πραγματικότητα. Ήδη πριν από τις εκλογές του Οκτωβρίου ο Γ. Δραγασάκης, έλεγε στην “Α”: “Στη διεθνή συζήτηση έχει εισαχθεί τελευταία ένας νέος όρος. Μιλούν για «άνεργη ανάκαμψη». Εννοούν ότι, ακόμη κι αν υπάρξει οικονομική ανάκαμψη, αυτή θα είναι «άνεργη», δηλαδή δεν θα δημιουργεί απασχόληση, αντίθετα μπορεί να συνοδεύεται με αύξηση της ανεργίας”. Μπορεί η ανάκαμψη της οικονομίας να μην έχει ξεκινήσει, η έξοδος όμως που προτείνει η κυβέρνηση και η τρόικα από την κρίση, είναι προς την κατεύθυνση της επίθεσης στις δυνάμεις της εργασίας, προς την εξόντωση των νέων και την ανεργία.

“Μας λένε να φύγουμε”

Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνει ο Γιάννος Γιαννόπουλος, τελειόφοιτος του ΕΜΠ, που φεύγει τον Σεπτέμβρη για μεταπτυχιακές σπουδές στο Μόναχο. “Πριν από 5-6 μήνες δεν σκεφτόμουν το ενδεχόμενο να μείνω έξω, παρά το γεγονός ότι ούτε τότε ήταν “λαμπρή” η κατάσταση”, μας λέει. Τώρα όμως είναι ακόμη χειρότερα και το κλίμα που περιγράφει ανάμεσα στους νέους μηχανικούς φανερώνει το αδιέξοδο των νέων: “Δεν υπάρχει δουλειά ούτε και προοπτική. Ακόμη και συμφοιτητές που είχαν, τρόπον τινά, εξασφαλισμένο μέλλον καθώς οι γονείς τους είναι στο επάγγελμα, ετοιμάζονται να φύγουν. Καθηγητές στη Σχολή μιλούν για τη μεγάλη αβεβαιότητα και παροτρύνουν να καθυστερήσουμε όσο είναι δυνατό την επιστροφή”.

Πριν από περίπου μία διετία, σε μια παγκόσμια διαδικτυακή έρευνα της εταιρείας ανθρώπινου δυναμικού manpower, οι 9 στους 10 Έλληνες που είχαν συμμετάσχει είχαν δηλώσει πρόθυμοι να μεταναστεύσουν. Καθώς η τάση φαίνεται να παίρνει μεγάλες διαστάσεις, είναι αναγκαίο να καταγραφεί με επίσημα στοιχεία για την εξαγωγή πιο στέρεων συμπερασμάτων. Ίσως στην τριμηνιαία έρευνα της ΕΣΥΕ να μπορούσε να χωρέσει ένα αντίστοιχο ερώτημα στα νοικοκυριά, ώστε να υπάρχουν τα συγκριτικά στοιχεία και να μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι η δεκαετία του ’60, δεν είναι και τόσο μακριά τελικά.