http://www.enet.gr/?i=news.el.kosmos&id=204281

Το φαινόμενο Μπερλουσκόνι

Της ΕΛΙΖΑΜΠΕΤΤΑΣ ΚΑΖΑΛΟΤΤΙ

Παρά τις κατηγορίες για διαφθορά και διαπλοκή που του απευθύνονται σχεδόν καθημερινά, μετρά δεκαέξι χρόνια στην εξουσία. «Επέζησε» και της πρόσφατης αποχώρησης του ηγέτη της Δεξιάς Τζιανφράνκο Φίνι από τον ιταλικό κυβερνητικό συνασπισμό. Δικαιολογημένα λοιπόν, θα μείνει στην Ιστορία ως το «Φαινόμενο Μπερλουσκόνι». Ωστόσο, είναι δύσκολο να ερμηνεύσει κάποιος την προσήλωση των Ιταλών στον άσπονδο ηγέτη τους

Τον απεικονίζουν συχνά μεταμφιεσμένο: ως τζόκερ του τραπουλόχαρτου, με μουστάκι σαν τον Χίτλερ ή με φαλάκρα, όπως ο Μουσολίνι. Δεν πρόκειται όμως για γνωστό κωμικό ηθοποιό, αλλά για τον πρωθυπουργό μιας ευρωπαϊκής χώρας. Ο λόγος φυσικά για τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, για το πολιτικό φαινόμενο του 21ου αιώνα όπως πολλοί τον χαρακτηρίζουν.

Οταν κατά τη διάρκεια της πρώτης του πρωθυπουργικής θητείας απευθύνθηκε για πρώτη φορά στους Ευρωπαίους ηγέτες, σε μια σύνοδο κορυφής της Ε.Ε., ο Γερμανός καγκελάριος Σρέντερ έβγαλε επιδεικτικά τα ακουστικά του ύστερα από τα πρώτα λόγια του Μπερλουσκόνι, πιστεύοντας ότι ο μεταφραστής ήταν άπειρος ή μεθυσμένος. Εκτοτε ο καβαλιέρε δεν κατόρθωσε ποτέ να αποποιηθεί το ρόλο του ηγέτη που κανείς δεν τον παίρνει στα σοβαρά. Παρά το γεγονός αυτό και τις κατηγορίες για διαφθορά και διαπλοκή που του απευθύνονται σε καθημερινή βάση, κατόρθωσε να εκλεγεί τέσσερις φορές πρωθυπουργός, το 1994, το 2001, το 2005 και το 2008, με αποτέλεσμα να κατέχει το ρεκόρ της διάρκειας στο τιμόνι της Ιταλικής Δημοκρατίας. Δεκαέξι χρόνια στην εξουσία μετρά ο καβαλιέρε και το γεγονός ότι η δημοτικότητά του βρίσκεται σαφώς σε κάμψη, αφού πλέον κατορθώνει σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις να πείσει μόνο έναν στους τρεις Ιταλούς, δεν μοιάζει να επηρεάζει την αυτοπεποίθησή του.

Για πολλούς, το γεγονός αυτό αποτελεί έναν άλυτο γρίφο και τόνοι μελάνης έχουν χυθεί από Ιταλούς και ξένους αναλυτές, στην προσπάθειά τους να αποκρυπτογραφήσουν το φαινόμενο Μπερλουσκόνι.

Μ ε τον γαλλικό γκολισμό και τον αργεντινό περονισμό συγκρίνεται συχνά ο μπερλουσκονισμός, από τον οποίο φαίνεται να πάσχει η γειτονική Ιταλία, αφού και σε αυτήν την περίπτωση γίνεται λόγος για έναν χαρισματικό ηγέτη που λατρεύεται και μισείται συγχρόνως και που έχει την ικανότητα να ερμηνεύει τη διάθεση του λαού του και να συμπεριφέρεται ανάλογα. Ετσι ο καβαλιέρε, ανάλογα με την περίπτωση, εμφανίζεται επαναστάτης ή συντηρητικός, φιλελεύθερος ή αυταρχικός. Πρόκειται με λίγα λόγια για έναν χαμαιλέοντα με αλάνθαστο πολιτικό ένστικτο.

Η πραγματικότητα δεν είναι όμως τόσο απλή όσο φαίνεται, ούτε και η μακροζωία του Μπερλουσκόνι στην ηγεσία της Ιταλίας ερμηνεύεται, όπως πολλοί επιχειρούν, με την απουσία πολιτικού αντιπάλου, εξαιτίας της κρίσης της ιταλικής Κεντροαριστεράς. Η αλήθεια είναι πιθανά ριζωμένη στη σύγχρονη ιταλική Ιστορία και στην ψυχοσύνθεση των νεοϊταλών. Αρκεί να θυμηθούμε την ιστορική στιγμή που ανέδειξε τον Μπερλουσκόνι στην εξουσία το 1994, που δεν είναι καθόλου τυχαία και συμπίπτει με μια μετατόπιση του κέντρου βάρους της Ιταλίας προς τα βόρεια. Ετσι, η συμμαχία του καβαλιέρε με τη Λέγκα του Βορρά, που του χάρισε την πρώτη νίκη στις εκλογές, σήμανε την εκπλήρωση ενός παλαιού οράματος των βόρειων Ιταλών: να μεταφέρουν την καρδιά της Ιταλίας εκατοντάδες χιλιόμετρα βόρεια της Ρώμης.

Κ αθένας, σύμφωνα με τον Οκτάβιο Πας, «έχει τον παράδεισο που του αξίζει». Και ο Ιταλός τού 21ου αιώνα είναι πολύ πιθανόν να αντικατοπτρίζεται στον άσπονδο ηγέτη του. Ο Μπερλουσκόνι ενσαρκώνει έτσι ένα νέο είδος πολιτικού, που σε μια πρώτη φάση έπεισε τους Ιταλούς ότι τους κυβερνά κάποιος από αυτούς και στο τέλος κατόρθωσε να τους κάνει όπως τους ήθελε, ανώριμους, ρατσιστές και εξαρτημένους από το σεξ και το χρήμα. Πρόκειται με λίγα λόγια για μια γενετική μεταμόρφωση, την οποία δυστυχώς λίγοι στη γειτονική χώρα κατόρθωσαν να αποφύγουν. Ο Μπερλουσκόνι, παρατηρεί ο γνωστός Ιταλός στοχαστής, Νάνι Μπαλεστρίνι, «έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά του Αρλεκίνου. Είναι ο υπηρέτης που διασκεδάζει το αφεντικό, αλλά ταυτόχρονα καταφέρνει και του τη φέρνει. Αυτή ακριβώς είναι η συμπεριφορά του Μπερλουσκόνι στις διεθνείς συναντήσεις. Πηγαίνει στον Μπους, του λέει ανέκδοτα, κάνει τον κλόουν, υποκλίνεται, οι άλλοι του χτυπούν φιλικά την πλάτη. Ο απατεώνας-δούλος. Παλαιότερα οι Ιταλοί ντρέπονταν κάπως γι’ αυτά τα χαρακτηριστικά τους. Τώρα βλέπουν τον Μπερλουσκόνι πρωθυπουργό και αισθάνονται υπερήφανοι που είναι αγράμματοι, άξεστοι, χυδαίοι και κλέφτες».

Η ζωή του καβαλιέρε μοιάζει με ταμπλόιντ μυθιστόρημα, με κύρια συστατικά την επιτυχία, το χρήμα, το σεξ και τη διαφθορά.

Ο Μπερλουσκόνι γεννιέται στο Μιλάνο στις 29 Σεπτεμβρίου του 1936, γόνος μεσοαστικής οικογένειας, ο πατέρας του ήταν διευθυντής τραπέζης, ολοκληρώνει τις δευτεροβάθμιες σπουδές του στο καθολικό σχολείο των Σαλεζιανών. Σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου και η διατριβή του σχετίζεται με τα διαφημιστικά συμβόλαια. Οι πρώτες επαγγελματικές του εμπειρίες σχετίζονται με το τραγούδι, αφού εργάζεται ως εντερτέινερ σε κρουαζιερόπλοια. Στη συνέχεια δοκιμάζεται ως πωλητής ηλεκτρικών συσκευών και ως υπάλληλος μεσιτικής εταιρείας.

Ξεκίνησε από εργολάβος

Ξεκινάει την καριέρα του στον κλάδο των κατασκευών στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το 1962 ιδρύει την πρώτη του κατασκευαστική εταιρεία, την «Εντιλνόρντ», επωφελούμενος από τη ραγδαία οικοδομική έξαρση στο Μιλάνο. Από τα πρώτα μεγάλα έργα της εταιρείας είναι η κατασκευή 10.500 διαμερισμάτων στο Σεγκράτε, ένα ανατολικό προάστιο του Μιλάνου.

Οι πηγές χρηματοδότησης των κατασκευαστικών αυτών έργων παραμένουν άγνωστες και πιθανολογείται ότι σχετίζονται με τις σχέσεις του Μπερλουσκόνι με τη Μαφία, αφού η τράπεζα Ραζίνι με την οποία ο καβαλιέρε συνεργάζεται αποδεικνύεται στη συνέχεια βασικός συνεργός της Μαφίας για την ανακύκλωση βρώμικου χρήματος.

Το 1973 ιδρύει την εταιρεία «Ιταλκαντιέρι», της οποίας τα κεφάλαια προέρχονται από δύο ελβετικές τράπεζες.

Στον κόσμο των ΜΜΕ ο Μπερλουσκόνι κάνει τη διακριτική του είσοδο το 1973 με τη δημιουργία ενός μικρού καναλιού καλωδιακής τηλεόρασης, με έδρα το Σεγκράτε, το «Τελεμιλάνο». Μετά την αγορά δύο ακόμη καναλιών, η εταιρεία του μετακομίζει στο Μιλάνο και… στα ερτζιανά. Το 1978 ο καβαλιέρε ιδρύει τον όμιλο «Φίνινβεστ» και κερδίζει μέσα σε πέντε μόλις χρόνια 113 δισεκατομμύρια λιρέτες, που αντιστοιχούν σε 58.300.000 ευρώ. Ερευνες διεξάγονται για την πηγή χρηματοδότησης και αυτού του εγχειρήματος. Σύντομα τα κανάλια της «Φίνινβεστ» εκπέμπουν σε εθνική εμβέλεια, γεγονός που θεωρείται παραβίαση της τότε νομοθεσίας, που προβλέπει το μονοπώλιο της κρατικής τηλεόρασης. Συνεργός του Μπερλουσκόνι στις επιχειρηματικές του προσπάθειες είναι ο επιστήθιος φίλος του και τότε πανίσχυρος γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος Μπετίνο Κράξι. Ο τελευταίος, μόλις αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας το 1984, υπογράφει ένα έκτακτο διάταγμα για τη νομιμοποίηση της πανεθνικής μετάδοσης των ιδιωτικών καναλιών. Οι ανάρμοστες σχέσεις του Μπερλουσκόνι με τον Κράξι αποδεικνύονται από ένα γράμμα που βρέθηκε στο αρχείο του Κράξι και φέρει την υπογραφή του καβαλιέρε. «Αγαπητέ Μπετίνο», γράφει ο Μπερλουσκόνι, «από καρδιάς σε ευχαριστώ για όσα έκανες. Γνωρίζω ότι δεν ήταν εύκολο και χρειάστηκε να χρησιμοποιήσεις την εξουσία σου και το κύρος σου. Επιφυλάσσομαι και ελπίζω να βρω τρόπο να ανταποδώσω…».

Το 1990 ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι αποκτά τον μεγαλύτερο εκδοτικό ιταλικό οίκο, τον γνωστό «Mondadori», και μία από τις κορυφαίες ιταλικές εφημερίδες, την «Ιλ Τζιορνάλε», ενώ ακόμη άλλες περίπου 150 εταιρείες περιέχονται στον έλεγχο της «Φίνινβεστ», της μητρικής εταιρείας του οικονομικού κολοσσού του. Παρά ταύτα, μια ακολουθία από δικαστικές έρευνες για φοροδιαφυγή, δωροδοκίες, λογιστικές απάτες και για διασυνδέσεις με τη Μαφία δημιουργεί έναν στενό κλοιό γύρω από τον Ιταλό μεγιστάνα.

Εκτοτε πολύ νερό έχει τρέξει στο αυλάκι και ο Μπερλουσκόνι θεωρείται σήμερα ο τρίτος πλουσιότερος άνθρωπος στην Ιταλία και ο 74ος στον κόσμο, αφού εκτιμάται ότι η περιουσία του ανέρχεται στα 9 δισ. δολάρια.

Οι επιχειρήσεις του δραστηριοποιούνται στους τομείς της τηλεόρασης, του Τύπου, των εκδόσεων, του κινηματογράφου, των τραπεζών, των ασφαλειών, του αθλητισμού κ.λπ.

Ο καβαλιέρε κατέχει, μέσω της εταιρείας «Μίντιασετ», 3 από τα 7 εθνικής εμβέλειας κρατικά κανάλια, που αποτελούν το 80% της ιταλικής ιδιωτικής τηλεόρασης. Στην κατοχή του βρίσκεται ακόμη ο μεγαλύτερος ιταλικός εκδοτικός οίκος (Εκδόσεις Αρνόλντο-Μονταντόρι), που εκδίδει μεταξύ των άλλων το περιοδικό «Panorama», ένα από τα δημοφιλέστερα ειδησεογραφικά περιοδικά στην Ιταλία.

Στα χέρια του αδελφού του Πάολο Μπερλουσκόνι βρίσκεται η εφημερίδα «Il giornale», ενώ η πρώην γυναίκα του, Βερόνικα Λάριο, ελέγχει τη δημοφιλή κεντροδεξιά εφημερίδα «Il Foglio». Ο καβαλιέρε είναι επίσης ιδρυτής και μεγαλύτερος μέτοχος της εταιρείας «Φίνινβεστ», που συγκαταλέγεται στις δέκα μεγαλύτερες ιταλικές εταιρείες, και του ασφαλιστικού και τραπεζικού ομίλου Mediolanum. Εχει συμμετοχές σε εταιρείες παραγωγής και διανομής (Medusa Film και Penta Film). Είναι, τέλος, ιδιοκτήτης της ποδοσφαιρικής ομάδας Μίλαν.

Φόρτσα Ιτάλια σπρώχνει η Λέγκα

Η πολιτική καριέρα του Μπερλουσκόνι ξεκινά το 1977, με παρεμβάσεις του υπέρ του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που στοχεύουν στην περιθωριοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, που εκείνη τη χρονιά είχε προσελκύσει το 34% των ψήφων των Ιταλών.

Εκτοτε, και για τα χρόνια που ακολουθούν, ο καβαλιέρε δεν χάνει ευκαιρία να υποστηρίζει τον επιστήθιο φίλο του Μπετίνο Κράξι.

Στον ενεργό πολιτικό στίβο όμως ο καβαλιέρε μπαίνει το χειμώνα του 1993, όταν, φιλοδοξώντας να καλύψει το κενό που οι δικαστικές έρευνες της Ταντζεντόπολι είχαν δημιουργήσει στην ιταλική πολιτική σκηνή, αποφασίζει να ιδρύσει ένα νέο πολιτικό κόμμα με το όνομα «Φόρτσα Ιτάλια». Ενάντια σε όλες τις προβλέψεις και με τη συμμαχία της γνωστής για τις αποσχιστικές τάσεις της «Λέγκα του Βορρά» και το MSI, το ακροδεξιό κόμμα του Τζιανφράνκο Φίνι, κατορθώνει να κερδίσει τις εκλογές τον Μάρτιο του 1994. Η κυβέρνησή του όμως έχει μικρή διάρκεια ζωής, αφού ο Ουμπέρτο Μπόσι, επικεφαλής της «Λέγκα του Βορρά», αποσύρει τη στήριξή του. Στις επόμενες εκλογές επικρατεί η «Ελιά», ο κεντροαριστερός συνασπισμός με επικεφαλής τον Ρομάνο Πρόντι. Ωστόσο, παρά τις πρωτόδικες καταδίκες για οικονομικά σκάνδαλα (1997 και 1998) που ακολουθούν και αργότερα ακυρώνονται -ο Μπερλουσκόνι παραμένει πολιτικά ενεργός και ηγείται της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Οι εκλογές του 2001 σηματοδοτούν την πραγματική αρχή της μπερλουσκονικής περιόδου, αφού, με εξαίρεση μια μικρή παρένθεση (2006-2008), όπου ο κεντροαριστερός συνασπισμός καταφέρνει να αποσπάσει την πρωτιά από τον καβαλιέρε και τον κεντροδεξιό συνασπισμό «Casa della Liberta» το «Σπίτι των Ελευθεριών», ο καβαλιέρε παραμένει μέχρι σήμερα ο αναμφισβήτητος «άρχοντας» της ιταλικής πολιτικής σκηνής.

Ετσι το 2001, εξαγγέλλοντας πλήθος φοροαπαλλαγών, μέτρα κατά του εγκλήματος και υποσχόμενος αύξηση συντάξεων και μείωση της ανεργίας, κερδίζει και πάλι τις εκλογές. Ακολουθεί μια ταραχώδης εποχή για τον νέο πρωθυπουργό και για την Ιταλία, ο σκανδαλώδης νόμος του 2003 που παραχωρεί «ασυλία» σε δημόσιους αξιωματούχους, η άρνηση του καβαλιέρε να εγκαταλείψει τον έλεγχο της μιντιακής του αυτοκρατορίας, η υποστήριξή του στην εισβολή στο Ιράκ κ.λπ. κ.λπ.

Πρόκειται για έναν μονόδρομο που οδηγεί στη νίκη του Ρομάνο Πρόντι στις επόμενες εκλογές το 2006.

Ο καβαλιέρε όμως δεν είναι από αυτούς που παραιτούνται εύκολα και παρά το γεγονός ότι η κακή του φήμη πλέον τον ακολουθεί όπου και αν βρίσκεται, ιδρύει ένα νέο κόμμα «Ο Λαός της Ελευθερίας», που προέρχεται από την ένωση του «Φόρτσα Ιτάλια» με την «Εθνική Συμμαχία» του Τζιανκάρλο Φίνι, με το οποίο κερδίζει τις εκλογές το 2008, όπου πετυχαίνει σαρωτικές νίκες τόσο στη Βουλή όσο και στη Γερουσία. Στην 315μελή Ιταλική Γερουσία, το κόμμα του Μπερλουσκόνι κερδίζει 168 έδρες έναντι 130 του αντιπάλου του, ηγέτη του κεντροαριστερού συνασπισμού, Βάλτερ Βελτρόνι. Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ο συντηρητικός συνασπισμός του Μπερλουσκόνι προηγείται με 46,8% των ψήφων έναντι 37,5% του αντιπάλου του. Προτεραιότητα για τη νέα του θητεία είναι η βελτίωση της ιταλικής οικονομίας.

Η νέα κυβέρνηση Μπερλουσκόνι ορκίζεται και αναλαμβάνει καθήκοντα στις 8 Μαΐου του 2008 και στις 14 Μαΐου του 2008 λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, με 335 ψήφους υπέρ και 275 κατά.

Δεκάδες κατηγορητήρια όμως καμιά καταδίκη

Πολυάριθμες, όπως οι επιχειρήσεις του καβαλιέρε, είναι και οι κατηγορίες που του έχουν κατά καιρούς απαγγελθεί από τα ιταλικά δικαστήρια και περιλαμβάνουν διαφθορά, φορολογική απάτη, σύγκρουση συμφερόντων, δωροδοκία δικαστών και αστυνομικών, πλαστογράφηση δημόσιων και ιδιωτικών εγγράφων, ανάρμοστες σχέσεις με τη Μαφία, κ.λπ. κ.λπ.

Καμία από αυτές τις διαδικασίες όμως δεν ολοκληρώθηκε με μια τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση εις βάρος του καβαλιέρε. Ορισμένες από αυτές τις διαδικασίες αρχειοθετήθηκαν στη διερευνητική φάση, άλλες κατέληξαν σε δίκη και στην αθώωσή του. Σε άλλες ακόμη περιπτώσεις ο Μπερλουσκόνι καταδικάστηκε πρωτοδίκως ή στο Εφετείο για εγκλήματα όπως διαφθορά δικαστών, παράνομη χρηματοδότηση κομμάτων ή πλαστογράφηση προϋπολογισμών, όμως ουδέποτε υπήρξε τελεσίδικη απόφαση, αφού ο Καβαλιέρε φρόντιζε τελευταία στιγμή για κάποια ad hoc αμνηστία ή… νομική κάλυψη των εγκλημάτων του. Ετσι, με ατομικής χρήσεως νομικές παρεμβάσεις, ορισμένα εγκλήματα άλλαξαν δομή και χρόνους διαγραφής.

Παρόμοια «νομοθετικά σκευάσματα» υπήρξαν. Η αναθεώρηση του νόμου περί πλαστογράφησης ισολογισμών (2002). Η πρόταση για ποινική ασυλία των 5 ανώτερων κρατικών αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και ο πρωθυπουργός, που όμως απορρίφθηκε το 2004 από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Ο νόμος επίσης για την «τακτοποίηση» του ραδιοτηλεοπτικού και επικοινωνιακού συστήματος (2004). Ο νόμος για τον διπλασιασμό του συντελεστή του ΦΠΑ στις υπηρεσίες της καλωδιακής τηλεόρασης, μονοπώλιο του ομίλου (SkyItalia), ανταγωνιστικού της Mediaset κ.λπ. κ.λπ.

Οι σχέσεις με τη Μαφία

Σθεναρά υπεραμύνθηκε πάντα ο καβαλιέρε των κατηγοριών που τον ήθελαν να διατηρεί ανάρμοστες σχέσεις με την Cosa Nostra και άλλες οργανώσεις της Μαφίας, παρά το γεγονός ότι μέλη της εγκληματικής οργάνωσης επανειλημμένα είχαν παραδεχτεί ότι γνώριζαν καλά τον Μπερλουσκόνι.

Ετσι ισχυρό σοκ προκάλεσε στην ιταλική κοινή γνώμη το 2004 η καταδίκη για διασυνδέσεις με τη Μαφία του Μαρτσέλο Ντελ’ Ούτρι, στενού φίλου και συνεργάτη του καβαλιέρε. Ο Ντελ’ Ούτρι είχε φωτογραφηθεί επανειλημμένα ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των συμφερόντων του καβαλιέρε και των μελών της εγκληματικής οργάνωσης.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς μάλιστα του πληροφοριοδότη της Μαφίας Σαλβατόρε Κανσέμι, ο Μπερλουσκόνι και ο Ντελ’ Ούτρι ήταν σε στενή επαφή με τον Σαλβατόρε Ρίνα, τον αρχηγό της σικελικής Μαφίας στη δεκαετία του ’80 και του ’90. Σύμφωνα με άλλο μέλος της Cosa Nostra, τον Αντονίνο Τσουφρέ, που συνελήφθη το 2002, η Μαφία είχε αποφασίσει να υποστηρίξει μετά την κατάρρευση της πρώτης Ιταλικής Δημοκρατίας και τη διάλυση της DC (Χριστιανική Δημοκρατία) τον Μπερλουσκόνι, για να προωθήσει τα συμφέροντά της μέσω του «Φόρτσα Ιτάλια».

Αριστες σχέσεις διατηρεί ο Μπερλουσκόνι και με τους μασόνους.

Η εγγραφή του στη θρυλική Στοά Ρ2 χρονολογείται από το 1978, στην έδρα της οργάνωσης στον τελευταίο όροφο ενός ιστορικού κτιρίου της οδού Condotti, που φιλοξενεί στη Ρώμη και τον γνωστό οίκο Bulgari.

Ο Μπερλουσκόνι ουδέποτε απαρνιέται την έγγραφή του στην οργάνωση, που κρίνεται το 1982 παράνομη, διαμηνύει όμως προς όλες τις κατευθύνσεις ότι ποτέ δεν συμμετείχε στις διαδικασίες της τεκτονικής στοάς. Ωστόσο από τα αρχεία του αρχηγού της Ρ2, Λίσιο Τζέλι, το 1985 προκύπτει ότι η τεκτονική στοά είχε επανειλημμένα στηρίξει τον καβαλιέρε στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.

Οι γυναίκες του καβαλιέρε

Ενθουσιασμένη από τις ερωτικές επιδόσεις του καβαλιέρε εμφανίστηκε σε όλες τις συνεντεύξεις της η Πατρίτσια Ντ’ Αντάριο, το call girl που τον Νοέμβριο του 2008 πέρασε μια νύχτα με τον Μπερλουσκόνι στην κρεβατοκάμαρά του και έγινε από τότε διάσημη.

Βέβαια η γυναίκα που απασχόλησε για αρκετούς μήνες τα διεθνή ΜΜΕ δεν είναι η μόνη που κατάφερε να προσελκύσει την προσοχή του καβαλιέρε. Αφού εκείνος μοιάζει ιδιαίτερα επιρρεπής στη γοητεία των νέων και όμορφων γυναικών.

Με την τελευταία σύζυγό του Βερόνικα Λάριο γνωρίστηκαν το 1980, όταν ο καβαλιέρε ήταν ακόμη παντρεμένος με την Κάρλα Ελβίρα νταλ’ Ολιο, με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά. Η Βερόνικα ήταν νεαρή και πολλά υποσχόμενη ηθοποιός. Απέκτησαν τρία παιδιά. Πρόσφατα η κ. Λάριο κατέθεσε αγωγή διαζυγίου κουρασμένη από τα πολλά τσιλιμπουρδίσματα του συζύγου της. Και ιδού οι αποδείξεις της απιστίας του…

Η 23χρονη Μπάρμπαρα Μοντερεάλε επισκέφτηκε τις βίλες του Μπερλουσκόνι στη Ρώμη και τη Σαρδηνία μαζί με την Πατρίτσια Ντ’ Αντάριο και, παρότι δεν κοιμήθηκε μαζί του, ο Ιταλός πρωθυπουργός τής έκανε δώρο κοσμήματα μεγάλης αξίας.

Η Ναόμι Λετίτζια, το 18χρονο μοντέλο από τη Νάπολη, που αναστάτωσε την Ιταλία, αποκαλούσε τον Μπερλουσκόνι Papi (μπαμπάκο) και αυτός της έκανε δώρο ένα περιδέραιο αξίας 6.000 ευρώ.

Η Ελίζα Αλόρο, πρώην εργαζόμενη στη Mediaset, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Εμείς οι γυναίκες του Σίλβιο», στο οποίο τον υπερασπίζεται και γράφει μεταξύ άλλων «θεωρούσα ανέκαθεν ότι κάθε στιγμή που πέρασα με τον Σίλβιο ήταν ένα δώρο του Θεού».

Η Αντζελα Σότζιο, πρώην παίκτρια του Big Brother, συμμετείχε σε πάρτι στη βίλα της Σαρδηνίας και φωτογραφήθηκε στην αγκαλιά του καβαλιέρε.

Την Ελεονόρα Γκατζιόλι, μοντέλο εσωρούχων και πρωταγωνίστρια σε δημοφιλή σαπουνόπερα της ιταλικής τηλεόρασης, ήθελε ο Μπερλουσκόνι να βάλει υποψήφια στις τελευταίες ευρωεκλογές, κόπηκε όμως στις δημοσκοπήσεις…

Στο σκηνοθέτη της Καμίλα Φεράντι, πρωταγωνίστρια κι αυτή σε σαπουνόπερα, τηλεφώνησε ο Ιταλός πρωθυπουργός για να της δοθεί ο πρώτος ρόλος.

Η μόνη όμως φιλενάδα του Σίλβιο που κατόρθωσε να εκλεγεί στις τελευταίες εκλογές είναι η πρώην Μις Ιταλία, Μπάρμπαρα Ματέρα.

Μια γυναίκα φυσικά που θεωρείται η διάδοχος του Μπερλουσκόνι είναι η Μικέλα Βικτόρια Μπραμπίλα, και αυτή πρώην Μις Ιταλία και δημοσιογράφος, σήμερα υπουργός Τουρισμού της ιταλικής κυβέρνησης.

Ο μπερλουσκονισμός

Του Τζιάνι Περέλι Δημοσιογράφου του ιταλικού περιοδικού Espresso

Δεκάδες φορές, ταξιδεύοντας στο εξωτερικό, μου απηύθυναν το εξής ερώτημα:

«Πώς είναι δυνατόν ύστερα από 16 χρόνια η δημοτικότητα του Σ. Μπερλουσκόνι να παραμένει τόσο υψηλή παρά τα μέτρια αποτελέσματα των κυβερνήσεών του, μια τερατώδη σύγκρουση συμφερόντων, τα δεκάδες σκάνδαλα που βαραίνουν τον ίδιο και το περιβάλλον του, την τάση του να χειραγωγεί τη Δικαιοσύνη και τις σχεδόν καθημερινές απόπειρες της ανατροπής του Συντάγματος;»

Σε αυτό το ερώτημα μπορούμε να επιχειρήσουμε να απαντήσουμε ξεκινώντας από μια προϋπόθεση. Η δημοτικότητα του καβαλιέρε βρίσκεται σήμερα σε κάμψη. Και όχι μόνο διότι ο Φίνι σε μια αναλαμπή δημοκρατικής ευαισθησίας γύρισε τις πλάτες στον καβαλιέρε. Αλλά και γιατί αρκετοί από τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους του, που είχαν πιστέψει τις υποσχέσεις του, αποκόπτονται από αυτόν και, αηδιασμένοι από την πολιτική, καταφεύγουν στην αποχή.

Τουλάχιστον ένα τρίτο της χώρας όμως (και με την επίμονη υποστήριξη της Λέγκας του Βορρά, στην οποία ο Μπερλουσκόνι έδωσε το ομοσπονδιακό σύστημα, φτάνουμε στο 40-45%) είναι ακόμη γοητευμένοι από τον καβαλιέρε. Το σώμα των ψηφοφόρων του απαρτίζεται από διάφορες ομάδες. Η πρώτη είναι εκείνη των «πιστών», οι οποίοι τρέφουν για τον πρωθυπουργό τους ένα αίσθημα αφοσίωσης σχεδόν θρησκευτικής. Είναι έτοιμοι να δικαιολογήσουν την κάθε πράξη του, σε μια διαδικασία «οσιοποίησης», που δεν χωρά εξαίρεση. Είναι φανατικοί, τυφλωμένοι από τον έρωτά τους, που αν, για να φέρουμε ένα απίθανο παράδειγμα, ο Μπερλουσκόνι σκότωνε ένα παιδάκι σε μια δημόσια πλατεία, θα λέγανε ότι ορθώς έπραξε, καθώς αυτό το παιδί μεγαλώνοντας θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κομμουνιστή.

Η δεύτερη ομάδα είναι αυτή των οπορτουνιστών. Συμπεριλαμβάνει προπαντός την πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών και των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, ανάμεσα στους οποίους, εξ αιτίας και των ευνοϊκών νόμων του καβαλιέρε, φωλιάζει το μεγαλύτερο μέρος της φοροδιαφυγής. Είναι ψηφοφόροι που εγωιστικά νοιάζονται αποκλειστικά για το χωραφάκι τους. Που αδιαφορούν πλήρως για τις αρχές της ηθικής και του δημόσιου συμφέροντος, θεωρούνται απολιθώματα του παρελθόντος και μη ενταγμένοι στη σύγχρονη εποχή.

Υπάρχουν επίσης, ειδικότερα στον ανδρικό πληθυσμό, οι θαυμαστές τού στιλ ζωής του καβαλιέρε: πλούσιος, επικοινωνιακός, γυναικάς. Απεικονίζει τον βέρο Ιταλό, το μοντέλο που πολλοί από τους συμπατριώτες του θα ήθελαν να ενσαρκώσουν. Υπάρχει και μια ομάδα (μικραίνει συνεχώς) που βλέπει στην αντιπολίτευση μόνο τον πέμπτο πυλώνα του κομμουνισμού, παρά το γεγονός ότι τα κόμματα που αναφέρονται στον μαρξισμό δεν έχουν πλέον καμία αντιπροσώπευση στη Βουλή…

Τέλος, υπάρχει η ομάδα εκείνων που τελευταία στιγμή τον ψηφίζει, κλείνοντας τη μύτη του, καθώς πιστεύουν ότι από την άλλη πλευρά υπάρχει μια αντιπολίτευση που τα κάνει μαντάρα, χωρίς ηγέτη και προτάσεις. Είναι ψηφοφόροι που δεν τρέφουν πλέον αυταπάτες για τον Μπερλουσκόνι, αλλά συνεχίζουν να τον υποστηρίζουν μηχανικά ή από έλλειψη εναλλακτικών.

Τελική παρατήρηση. Ο μπερλουσκονισμός αντιμετωπίζει ορατές δυσκολίες, αλλά η παρακμή του θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια αργή αγωνία. Δεν είναι εύκολο για όσους πίστεψαν στο «Βιβλίο των ονείρων» να παραδεχτούν ύστερα από 16 χρόνια ότι τυφλώθηκαν από μια γιγάντια παραίσθηση.