Προβλήματα της προεδρεύουσας στην Ε.Ε. Ουγγαρίας

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=246610

Του ΘΑΝΟΥ ΚΑΚΟΥΡΙΩΤΗ*

Μία πολύ ιδιάζουσα περίπτωση στην «Ευρώπη των λαών», κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού, λίκνο της δημοκρατίας και αγλάισμα της χριστιανοσύνης (ξεχάστε Ιερές Εξετάσεις, νύχτες Αγίου Βαρθολομαίου και τα τοιαύτα), έχει να κάνει με μία χώρα του κεντρικού τμήματός της, που προεδρεύει από τον Ιανουάριο 2011 έως τον Ιούνιο στην Ε.Ε., την Ουγγαρία.

Χώρα που ακούστηκε πολύ στον 20ό αιώνα, αφού υπήρξε η δεύτερη μετά τη Ρωσία όπου ιδρύθηκε η 133 ημερών ζωής «Σοβιετική Δημοκρατία» (1919) από τον αμφιλεγόμενο κομμουνιστή ηγέτη Μπέλα Κουν, αλλά και από τις πρώτες που εξεγέρθηκαν ενάντια στο σταλινισμό, το 1956, τον οποίον επέβαλε βίαια ο πρόεδρός της Ματίας Ρακόζι, «ο πιο καλός ο μαθητής του Στάλιν». Υπήρξε, τέλος, από τις πρώτες χώρες που εγκατέλειψαν το βυθιζόμενο σκάφος τής σοβιετικής αυτοκρατορίας και κατέστη κέντρο διερχόμενων βιαστικών Ανατολικογερμανών, οι οποίοι, μέσω της «ανοιχτής» Ουγγαρίας, πήγαιναν στη Δυτική Γερμανία μια ώρα αρχύτερα, μολονότι το Τείχος του Βερολίνου είχε ήδη αρχίσει να τρίζει.

Εκτοτε η Ουγγαρία, πολιτικώς ορθά ενεργούσα, έγινε μέλος του ΝΑΤΟ και κατόπιν της Ε.Ε. Ηταν μία χώρα που τόσα πολλά είχε υποφέρει από το καταπιεστικό καθεστώς του Ρακόζι και συγκριτικά λιγότερα από αυτό του Γιάνος Καντάρ, ο οποίος -αν μη τι άλλο- ήταν αυτός που εγκαινίασε τον «κομμουνισμό του γκουλάς» και ανέβασε σημαντικά το βιοτικό επίπεδο του λαού. Τελικά έφτασε στο στάδιο της πλήρους δυτικοποίησης και ένταξής της στην «ελεύθερη αγορά», όπως κι άλλες χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης στο σωτήριο έτος 1989. Φαίνεται, ωστόσο, πως διένυσε μια ιστορικής σημασίας απόσταση, κάθε άλλο παρά στρωμένη με ρόδα, αφού από «το φθινόπωρο των εθνών» (1989) έφτασε τώρα σε μια περίεργη άνοιξη ακραίου συντηρητισμού και καθεστωτικού αυταρχισμού, που προκαλεί έντονη δυσφορία στην Ε.Ε., τόσο ευαίσθητη σε θέματα δημοκρατίας, παρά το καταφανές έλλειμμα δημοκρατίας, που διακρίνει ανέκαθεν την ίδια. Αιτία της ευρωπαϊκής δυσανεξίας είναι η επιβολή δρακόντειων μέτρων σε βάρος των ΜΜΕ της χώρας, τα οποία, διά της λογοκρισίας, καθίστανται, εκόντα-άκοντα, φερέφωνα του κυβερνώντος κόμματος Fidesz, υπό την ηγεσία του αυταρχικού Βίκτορ Ορμπάν.

Μετα-ψυχροπολεμικά, ύστερα από εναλλαγές στην εξουσία ανάμεσα στην Κεντροαριστερά (Σοσιαλιστικό Κόμμα) και την Κεντροδεξιά (Fidesz), αλλά κι έπειτα από σοβαρή εξέγερση του λαού της Βουδαπέστης (2007), όταν ακούστηκε «τυχαία» ο πολυεκατομμυριούχος «σοσιαλιστής» και πρώην αντιπρόεδρος της Ουγγρικής Κομμουνιστικής Νεολαίας, πρωθυπουργός Φέρεντς Γκιουρτσάνι, να ομολογεί «Λέμε ψέματα στο λαό μεσημέρι-βράδυ…», το ουγγρικό εκλογικό σώμα επανέφερε στην εξουσία τον ηγέτη του Fidesz, Ορμπάν, που τώρα ελέγχει τα 2/3 του Κοινοβουλίου, όχι γιατί έχει κάποιο λαοπρόβλητο πρόγραμμα ανάπτυξης, αλλά γιατί σκόπιμα εμφανίζεται ως η μοναδική μη φασιστική, μη κομμουνιστική εναλλακτική λύση. Ακόμη χειρότερα, όμως, ανέβηκε στην 3η θέση το ακροδεξιό ρατσιστικό και αντισημιτικό κόμμα «Jobbik», που συγκέντρωσε ποσοστό 14,77%. Η «Maguar Garda» («φρουρά των Μαγυάρων») αποτελεί τρομοκρατικό βραχίονα του Jobbik, που με τα μαύρα γιλέκα και παντελόνια (αλλά άσπρα πουκάμισα, για να απαλύνουν το μαύρο συνειρμό, που θα παρέπεμπε ευθέως σε ανάλογα «τάγματα» των Χίτλερ και Μουσολίνι) στοχοποιούν με φονικό μίσος τους Ρομά και τους Εβραίους, καταφεύγοντας στην ένοπλη βία.

Το μέλλον της Ουγγαρίας δεν διαγράφεται ιδιαίτερα λαμπρό. Με τεράστιο χρέος και αορίστου χρόνου εποπτεία από το ΔΝΤ, με πολλά εθνοτικά προβλήματα, τα οποία θέλει να επιλύσει με ένοπλη οργάνωση ενός φασιστικού παρακράτους, και μια ακροδεξιά αλματωδώς αυξανόμενη, περνάει τώρα και κρίση αλυτρωτισμού, κηρύσσοντας διά νόμου ημέρα εθνικού πένθους την 4η Ιουνίου, διότι τότε υπεγράφη η όντως ταπεινωτική «Συνθήκη του Τριανόν» (1920!), ενώ καλύτερο θα ήταν να την ξεχάσει, κοιτάζοντας προς ένα αβέβαιο ευρωπαϊκό μέλλον, που Κύριος οίδε τι επιφυλάσσει.

* Ομότιμος καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.