Του Ευάγγελου Σπινθάκη

Ως Κρητικός, θεωρώ χρέος μου προς τους παλιούς Κρητικούς που τίμησαν τα όπλα πολεμώντας για την ελευθερία και την ένωση με την Ελλάδα, να γράψω τα εξής.

Η σημερινή οπλοκατοχή και η οπλοχρησία στην Κρήτη ΔΕΝ είναι παράδοση, είναι εγκληματική δραστηριότητα και ξεγιβέντισμα (ξεφτίλισμα) του Κρητικού και της Κρητικής παράδοσης. Οι λεβέντες Κρητικοί παλιά, είχαν τα όπλα χωσμένα (κρυμμένα), “για μιαν  ανάγκη”, θυμάμαι να λένε, και εννοούσαν δύο πράγματα.

Για τον αγώνα υπέρ της ελευθερίας – ένωσης με την Ελλάδα (και όχι για μια αυτόνομη Κρήτη…) και για τα «οικογενειακά» δηλαδή τις ιστορίες τιμής. Η επίδειξη ήταν άγνωστη λέξη.

Γνώρισα Κρητικούς που είχαν γερμανικά λούγκερ θαμμένα ένα μέτρο βαθιά στην αυλή τους. Ποτέ δεν τα ξέθαψαν, απλώς ήξεραν ότι υπήρχαν εκεί και αυτό τους ήταν αρκετό. Θυμίζω ότι οι Κρήτες παρέδωσαν μια φορά τα όπλα τους ξεγελασμένοι από την μεταξική δικτατορία τάχα για τον πόλεμο του 1940. Έτσι βρέθηκαν άοπλοι όταν πέσανε οι «ουρανίτες» οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές τον Μάιο του 1941. Αν οι Κρήτες είχαν όπλα, η μάχη της Κρήτης πιθανόν να εξελισσόταν διαφορετικά…..

Οι βοσκοί πάλι είχαν δίκαννα «τσιφτέδες» για τους λαγούς ή και πολεμικά όπλα για   προστασία στις ερημιές που γύριζαν. Αρκετοί τα χρησιμοποιούσαν και για βεντέτες που έχουν όμως εκλείψει εδώ και χρόνια. Θυμίζω την απαγωγή της Τασούλας το 1950 που συντάραξε όλη την Κρήτη αλλά και την χώρα (η Ρέα Γαλανάκη έχει γράψει σχετικά το βιβλίο «Βαθειά αμίλητα νερά»).

Η πρώτη και τελευταία μεταπολεμική επίσημη «ηρωική» παρέλαση οπλοφόρων στο Ηράκλειο ήταν το 1978, όταν η κυβέρνηση Καραμανλή, σκόπευε να πάρει τα αρχαία από το μουσείο για να τα εκθέσει στο εξωτερικό. Έτσι ξεθάφτηκαν όχι μόνο όπλα αλλά και όλμοι και πολυβόλα. Ήταν τότε που ο Καραμανλής είχε πει το αξέχαστο «Ντρέπομαι, έξω μόνο πάμε καλά». Ας πούμε ότι η έξοδος των αρχαίων από το νησί έθιξε μια ευαίσθητη χορδή του Κρητικού.

Δεν θυμάμαι παλιά κανέναν Κρητικό να τριγυρνά και να επιδεικνύει τα κουμπούρια του. Εθεωρείτο ντροπή και άνανδρο.

Το να κουβαλά σήμερα κάποιος σιδερικό είναι θράσος και δειλία, αν βεβαίως δεν ανήκει σε κάποια μαφία. Ας μην ξεχνάμε ότι τα όπλα συντηρούν μια μαύρη αγορά και μια εγκληματική δραστηριότητα με υψηλό ανθρώπινο, οικονομικό και κοινωνικό κόστος για την Κρήτη. Ας μην ξεχνάμε ότι η οπλοκατοχή και η οπλοχρησία ενθαρρύνονται και από πολιτικούς που κατά καιρούς γίνονται δεκτοί στο νησί με «μπαλωτές». Οι πυροβολισμοί αυτοί σε γλέντια και γάμους  κλπ στοιχίζουν ζωές κάθε χρόνο στο νησί. Παιδιά που παίζουν αμέριμνα έχουν δεχτεί σφαίρες από το πουθενά…

Όσοι (κυρίως μη Κρητικοί) θεωρούν τα όπλα μια Κρητική γραφικότητα (που εξυμνείται μάλιστα από κάποιους αγοραίους τηλεοπτικούς μουζικάντες), ας εύχονται να μην βρεθούν ποτέ τους αντιμέτωποι με νταήδες οπλοφόρους να διαφωνούν πχ  για μια θέση πάρκιν ή με μεθυσμένους παλικαράδες σε γλέντια.. Τα έχω ζήσει και τα δύο και ομιλώ μετά λόγου γνώσεως.

Kάποιοι από τους παλιούς  Κρητικούς που κράτησαν όπλα σε δύσκολές εποχές ήταν συγγενείς μου και έχω μιλήσει μαζί τους για αυτές. Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ονόματά τους.

Ο θείος Τζίμης, μετανάστης στις ΗΠΑ από το 1908, γύρισε το 1912 εθελοντής, πολέμησε στο Μπιζάνι και ξενητεύθηκε πάλι το 1913 για να επιστρέψει οριστικά το 1970 και να πεθάνει στο χωριό το 1980. Ο θείοι Γιάννης, Αντώνης, Γιώργης. Πέτρος, Χαρίδημος. Πολέμησαν το 1922 στην Μικρασία και το 1940-41 στα ηπειρώτικα βουνά. Αφού εκπλήρωσαν το καθήκον τους στην πατρίδα, δεν ξανάπιασαν όπλο, παρά μόνο το ξινάρι για να ποτίσουν ταπεινά με τον ιδρώτα τους την Κρητική γη.

Ευάγγελος Σπινθάκης

Λεζάντα φωτογραφίας

Η φωτογραφία γράφει από πίσω «Οι Πιτσιδιανοί στην επανάσταση της Θερίσσου 1908». Ο αμούστακος νεαρός δεξιά είναι ο αδελφός της γιαγιάς μου ο Πετρονικολής, που τον πρόλαβα και εγώ, γέροντα βεβαίως. Ήταν τότε που οι Κρητικοί είχαν σοβαρούς λόγους να βαστούν τ’ άρματά τους.

About these ads