You are currently browsing the category archive for the 'Λογοτεχνική καλύβα' category.

Το μονοκινητήριο πετούσε πάνω από το Μάτσου - Πίτσου, αργά. Το θέαμα ήταν μοναδικό, όλα αυτά τα σχήματα αποκάτω. Ξαφνικά βλέπω τη Μαριάννα να δυσανασχετεί, δεν τις άρεσαν οι φωτογραφίες που έπαιρνε με τη Minolta. Λύνεται, ανασηκώνεται, περνάει το κεφάλι και το μισό κορμί απέξω κι αρχίζει να τραβάει, κρεμασμένη στο κενό. Στρέφοντας το βλέμμα είδα τις γραμμές από το κυλοτάκι της να διαγράφονται κάτω από το χακί παντελόνι, έτσι όπως ήταν τεντωμένη. Άπλωσα το δεξί μου χέρι και της χάιδεψα τα οπίσθια, με τέχνη και με πάθος. Ένοιωθα στην παλάμη μου τις αλλαγές, τα περάσματα από το ένα στάδιο στο επόμενο: στην αρχή ξαφνιάστηκε και σφίχτηκε, μετά χαλάρωσε, πιο μετά άνοιξε τα πόδια, όσο της επέτρεπε ο στενός χώρος, άρχισε να τεντώνεται προς τα πίσω και να κουνιέται ελαφρά, από τη στιγμή σφήνωσα το χέρι μου στη συμβολή των μηρών. Συνέχιζε να φωτογραφίζει ως το τέλος, οι τελευταίες φωτογραφίες ήταν άλλα αντ’ άλλων, γελούσα όταν τις εμφάνιζα, κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο, πέρασε το σώμα της μέσα. Την είδα αναψοκοκκινισμένη από τον αέρα, με τα μαλλιά της ανακατεμένα, τα χείλια της μισάνοιχτα και τα στήθη της ν’ ανεβοκατεβαίνουν, με την ανάσα. Άφησε τη μηχανή στην άκρη, έλυσε τη ζώνη της, κατέβασε παντελόνι και εσώρουχο και τα έσπρωξε κάτω.

marianna.jpg Read the rest of this entry »

skitso.jpg

Ήμουν τότε στα 23, λαμπερός απέξω κι από μέσα. Σάββατο μεσημέρι, δούλευα ακόμα. Χτύπησε το τηλέφωνο, έλα, ο Γιάννης είμαι, από τη σχολή παίρνω, πέρασα βιοχημεία, πήρα πτυχίο, κερνάω τσίπουρα, είσαι;

Παρένθεση: Ο Γιάννης είχε μεθύσει μια φορά, τις πρώτες μέρες της φοιτητικής μας ζωής. Κόντευε να συμπληρώσει έξι χρόνια συνεχούς, νηφάλιας μέθης. Καλός φίλος, φιλότιμος και αρχοντικός, γόνος της Αρβανιτιάς των Σποράδων, λαμπρός μάγειρας - να σου φτιάχνει τραπέζι στο πιτς φυτίλι, ασύγκριτο λαγωνικό - ξετρύπωνε τα στέκια της Θεσσαλονίκης το ένα μετά από το άλλο: Βρήκα ένα ελεεινό υπόγειο στου Χαριλάου, κατεβαίνεις στα έγκατα, ο μάστορας βρωμερός, μες τη λίγδα, κάτι ετοιμόρροπες καρέκλες, τρισάθλιος. Ωραίος! Είσαι; Ποτέ δεν έπεφτε έξω, είτε στα λαϊκά ταβερνεία, είτε στα κυριλέ μαγαζιά. Δυο μεράκια είχε στη ζωή του - τις γυναίκες και το αλκοόλ με μεζέ και παρέα. Καλή του ώρα - κλείνει η παρένθεση.

Είμαι, αλλά τελειώνω σε μισή ωρίτσα, ωραία, μέχρι να κατέβω κι εγώ από το πανεπιστήμιο. Δίπλα σου είναι, στο Καπάνι, οδός Άθωνος, ο γεράκος που έχει το γωνιακό, η Κωνσταντινούπολις. Εκείνο το ερείπιο; Εκείνο, ξέρω εγώ. Έγινε. Τα λέμε. Read the rest of this entry »

elizabeta1.jpg

Μια μέρα, σ’ ένα διάλειμμα της δουλειάς, έτυχε οι τρεις παρευρισκόμενοι μαντράχαλοι να κάνουμε ταυτόχρονα την ίδια κίνηση: πλίκι πλίκι στο κινητό, να στείλουμε SMS, ο καθένας στην καλή του. Όταν τελειώσαμε, αφού γελάσαμε αφθόνως με τα χάλια μας, ο νευροχειρουργός μας αφηγήθηκε μια ιστορία έρωτος που έλαβε χώραν όταν οι τηλεπικοινωνίες ήταν ακόμα πρωτόγονες.

* * *

Ακούστε μια ιστορία που μου συνέβη την άνοιξη του ‘83. Ήμουνα τότε τριτοετής, ετών είκοσι τριών - κι αυτή πρωτοετής του Οικονομικού της Νομικής, δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαοχτώ, από την Αθήνα. Ελισάβετ την έλεγαν, αλλά εγώ τη φώναζα πάντα Ελιζαμπέτα…

Τη γνώρισα μέσω της συγκατοίκου της, και ήταν love at the first sight, κατά το κοινώς λεγόμενο… Δυο βδομάδες μετά ο έρως ολοκλήρωσε πλήρως τα δικαιώματά του - και μπήκα ζωντανός στον παράδεισο… Read the rest of this entry »

Εγώ ήμουνα στα δεκάξι, αυτός πενήντα. Χρόνια στο κόλπο. Να δοκιμάσεις, μου λέει, να δεις πώς θα σου φανεί. Δοκίμασα, κι αυτό ήταν. Θυμάμαι, όταν έφυγα από κει περνούσα μια γέφυρα και μου φαινόταν πως είμαι δυο μέτρα ψηλά στον αέρα, ότι πετάω.

Την άλλη μέρα πήγα και το ζήτησα. Φίλε, μου λέει, εγώ σου έδωσα να δοκιμάσεις, δεν έχω άλλο, φέρνω μόνο για πάρτη μου. Τότε ήτανε τρεις όλοι κι όλοι στο Ναύπλιο, μεγάλοι, και κάνανε κουμάντο μονάχα για τους ίδιους. Τώρα γίνεται χαμός, ούτε ξέρεις πόσοι την πίνουν, κάθε ηλικία.

Είχα τότε σαράντα χιλιάδες, γιατί δούλευα στο σιδεράδικο, και ξεκινάω με το λεωφορείο για Αθήνα, να βρω πρέζα. Μου είχανε πει, στην Ομόνοια θα βρω, στον ηλεκτρικό, δεν είχε μετρό τότε. Κατεβαίνω τις σκάλες, τι να δω. Ήτανε η πρώτη φορά στη ζωή μου, που φοβήθηκα.

Read the rest of this entry »

Ήξερα ότι ο Νικόλας νοσηλεύεται, εδώ και τρεις βδομάδες. Παρασκευή μεσημέρι, με πήρε ο κυρ - Γιάννης.

«Σε ζητάει…»

Σήμερα πήγαμε μαζί στην κλινική.

*

Η κλινική είναι πνιγμένη στο πράσινο, καλοβαλμένη, φρεσκοβαμμένη, με περιποιημένους περιβάλλοντες χώρους.

Πρώτη δυσάρεστη εντύπωση, καθώς πλησιάζουμε, είναι οι φωνές: κάποιος φωνάζει θυμωμένα, χωρίς να καταλαβαίνουμε τι λέει. Ξαφνικά, ησυχία. Ο κυρ- Γιάννης μου δείχνει την πτέρυγα αριστερά της εισόδου.

«Εδώ έχουν τα πιο βαριά περιστατικά»

Σηκώνω το βλέμμα. Από τις σιδεριές δυο παραθύρων κρέμονται πλυμένα εσώρουχα, στο ένα αντρικά, στο άλλο γυναικεία. Σε άλλο παράθυρο ένας ασθενής καπνίζει και μας κοιτάζει.

Ανοίγουν από μέσα και μπαίνουμε. Στον προθάλαμο, στις σκάλες, στις αίθουσες αναμονής καθαριότητα - ίσως και λίγη πολυτέλεια στη διακόσμηση, που δε συναντάς στα δημόσια νοσοκομεία.

Ανεβαίνουμε στον πρώτο όροφο. Στις σκάλες η Μάγδα την πέφτει στον κυρ- Γιάννη, που τον έχει γνωρίσει πια καλά: Θέλει να της δώσει το κινητό του, για να τηλεφωνήσει. Την αποφεύγει - για λίγο μόνο.

Διασχίζουμε το διάδρομο. Δεξιά κι αριστερά, θάλαμοι. Πολλοί ασθενείς είναι έξω, στο διάδρομο. Άντρες και γυναίκες, ανάκατα. Πολλά νέα παιδιά. Δεκαεφτά, είκοσι, είκοσι πέντε. Το πρόβλημά τους φαίνεται στο βλέμμα τους - και στη στάση του σώματος. Άλλος μισοκαθισμένος, άλλος πηγαινοέρχεται νευρικά.

Read the rest of this entry »

Το αφήγημα που ακολουθεί περιστρέφεται πέριξ ενός γιγαντιαίου γενητικού μορίου και, παρόλο που είναι απολύτως προσκολημμένο σε αληθή περιστατικά και αληθινούς ανθρώπους, είναι ενδεχόμενο να θεωρηθεί έως και αηδιαστικό - εκτός των άλλων. Όθεν, παρακαλούνται οι ευαίσθητες φύσεις να την κάνουν γι’ αλλού, επειγόντως. Ευχαριστώ.

Read the rest of this entry »

Ένας νεαρός ( ;) αναγνώστης της καλύβας μου έστειλε το κειμενάκι που ακολουθεί. Διόρθωσα κάπως τις απίστευτες ανορθογραφίες του και το ανεβάζω.

*

Εκείνη τη νύχτα δεν είχα στυλ. Κρύωνα, ήμουν αξύριστος και άπλυτος, ο λαιμός μου ήταν χάλια από τα πολλά τσιγάρα. Δεν είχα πιει, γιατί δεν είχα λεφτά να αγοράσω αλκοόλ και δεν είχα φάει για τον ίδιο λόγο. Χάζευα στο σκοτάδι τα κύματα που πλατσούριζαν στο πλακόστρωτο του λιμανιού, πέρα στις εγκατελημμένες αποθήκες -και συνειδητοποιούσα πως έπρεπε να ρίξω τα μούτρα κάτω και να γυρίσω, παρ’ όλες τις μεγάλες μου κουβέντες, στην Αντιγόνη. Φυσικά, με τα πόδια.

Έσυρα τα κουρασμένα μου βήματα για κάμποσα χιλιόμετρα. Όταν έφτασα στο σπίτι της Αντιγόνης κόντευε πια να ξημερώσει. Ήθελε να τη φωνάζουν Τζένη και ήταν τριάντα έξι χρονών, παραλίγο τα διπλά από τα δικά μου. Δεν είχε παντρευτεί ποτέ, τα είχε για χρόνια με κάποιον παντρεμένο, κάτι τέτοιο - δεν έδινα και πολύ σημασία στις φλυαρίες της. Πήγαινα σ’ αυτήν όταν είχα μέρες να γαμήσω ή, το σπουδαιότερο, όταν είχα μείνει από φράγκα. Ένα χρόνο τώρα κρατούσε αυτό το βιολί.

Read the rest of this entry »

(Μάιος 1996)

Ας έρθει να με κοιμηθεί όποιος θέλει
Μήπως δεν είμαι η θάλασσα;

Γιώργος Σεφέρης

Βρισκόμουν στο Άμστερνταμ, στο Διεθνές Συνέδριο των Μεταλλειολόγων, για λογαριασμό της Ελληνικής Ορυκτολογικής Εταιρείας. Το επιστημονικό μέρος του πράγματος ελάχιστα με ενδιέφερε, άλλωστε ο μισθός μου θα παρέμενε ίδιος και απαράλλαχτος, ακόμα κι αν παρακολουθούσα ανελλιπώς το πρόγραμμα του συνεδρίου. Δεν είχα περάσει άλλη φορά από εκείνα τα μέρη και επιδόθηκα με ιδιαίτερο ζήλο στις δραστηριότητες του τουρίστα. Είμαστε τρεις Έλληνες όλοι κι όλοι εκεί, ένα ζευγάρι επικούρων, που είχαν ορισμένες ανακοινώσεις κι εγώ. Δεν βρήκα ιδιαιτέρως ελκυστική την παρέα των συμπατριωτών μου. Αντιθέτως, προτίμησα την συντροφιά δυο συναδέλφων από τη Γαλλία, της Άννυ και της Μαργαρίτας. Είχα φτάσει στην ξένη πόλη μια ημέρα πριν απ’ αυτές και προσφέρθηκα να τις ξεναγήσω, έχοντας ευνόητους στόχους. Τύχη αγαθή, μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο.

Οι Γαλλίδες αποδείχτηκαν ανθεκτικές στο ξενύχτι και έτσι, μετά το φαΐ στο ινδικό εστιατόριο και τις βόλτες στα κανάλια με τις κόκκινες προθήκες, πήγαμε σε κάποιο καμπαρέ, για να διαμορφώσουμε ιδίαν άποψη για την πολιτισμική στάθμη των Ολλανδών. Βρήκα ότι το μαγαζί δεν διέφερε σε τίποτε από αντίστοιχα της Αθήνας, ούτε καν στις τιμές. Οι κυρίες που συνόδευα έδειχναν να έχουν ξεσαλώσει και η συνέχεια επρομηνύετο ενδιαφέρουσα.

Read the rest of this entry »

Αυστηρώς ακατάλληλον!

(Υπό Ν. Φωκά)

Απομακρύνατε τα παιδιά του Δημοτικού (και του Γυμνασίου) από τις οθόνες των υπολογιστών!

Read the rest of this entry »

rachel-lipstein_minc.jpg

 

Στη Δ.

Ο ηλικιωμένος άντρας άφησε τη γυναίκα του να κοιμάται ήσυχη, στον τέταρτο όροφο του Imperial και ξεκίνησε για το πρωινό του ραντεβού, στο λόμπυ. Τον κούραζαν πολύ αυτές οι υποχρεωτικές συναντήσεις, έλεγε πότε να τελειώσει το πανηγύρι, να ξαναγυρίσει στο σπιτάκι του στην Αντίπ, στα γραφτά του. Ωστόσο ήταν περίεργος - τι στην ευχή τον ήθελε ο μορφωτικός ακόλουθος της Ισραηλινής Πρεσβείας στη Γαλλία; Μάλλον για κάποια επίσημη πρόσκληση, να επισκεφθεί το Ισραήλ, με την ευκαιρία της ταινίας: Το Celui qui doit mourir θα προβαλλόταν απόψε στο Φεστιβάλ, εδώ στις Κάννες, σε επίσημη πρεμιέρα - όλοι περίμεναν πως και πως τη μεγάλη ντίβα και τον αμερικανοεβραίο σκηνοθέτη. «Οβρέοι…» μουρμούρισε χαμογελώντας. Ένοιωθε αδύναμος, αλλά βάδιζε στητός, στους διαδρόμους, προσεχτικά στα λίγα σκαλοπάτια που έπρεπε να κατέβει για να φτάσει στο σαλόνι που τον περίμεναν.

Το σαλόνι ήταν άδειο. Προχώρησε μερικά βήματα, κι ενώ συλλογιζόταν που να καθίσει για να περιμένει, άκουσε να τον φωνάζουν.

«Νικολάι Μιχαήλοβιτς!»

Έστρεψε προς το μέρος της φωνής, την είδε, αλλά δεν την αναγνώρισε. Αυτή στεκόταν ορθή, μια γυναίκα με γκρίζα μαλλιά, κοντή, κοτσονάτη. Πλησίασε, διέκρινε το δυνατό πηγούνι, τη γερακωτή μύτη, τα χοντρά χείλια και τα μάτια με τις μεγάλες βλεφαρίδες, αλλά δεν την αναγνώρισε.

«Νικολάι Μιχαήλοβιτς;»

Στάθηκε απέναντί της αμήχανος.

«Μπονζούρ μαντάμ. Ξέρετε, έχω ένα ραντεβού και…»

«Εγώ είμαι το ραντεβού σας, Νικολάι Μιχαήλοβιτς!»

«Εσείς;»

Την κοίταξε εξεταστικά, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

«Φοβάμαι πως…»

«Δεν πέρασαν περισσότερα από τριάντα χρόνια από τότε που ειδωθήκαμε τελευταία φορά, Νικολάι Μιχαήλοβιτς… Άλλαξα κάπως, αυτό είναι αλήθεια…»

«Ραχήλ!» Read the rest of this entry »

maria.jpg

 

Σ’ ένα διάλειμμα της δουλειάς, μπήκα για να φτιάξω καφέ και βρήκα τον Περικλή, την Ανδρομάχη και τον παιδίατρο να τα λένε. Δηλαδή, ο Περικλής έλεγε, κάτι για γάντια – κι αυτοί γελούσαν.

«Έλα ν’ ακούσεις!» είπε η Ανδρομάχη.

Για χάρη μου ο Περικλής έπιασε την ιστορία από την αρχή.

«Είχαμε στην παρέα δυο κοπελιές, φοιτήτριες της Αρχιτεκτονικής, Μαρίες και οι δύο. Η μία ήταν πολύ ωραία γυναίκα – ψηλή, κυπαρίσσι, ξανθιά, μια κούκλα! Ξέραμε ότι δεν είχε μόνιμο δεσμό, και τη χαλβαδιάζαμε όλοι. Αυτή λοιπόν είχε μια λόξα με τον Τσαϊκόφσκυ. Κάθε τόσο μας παρατούσε και έλεγε – πάω ν’ ακούσω Τσαϊκόφσκυ. Ώσπου μια μέρα η άλλη Μαρία μου τόσκασε το μυστικό: όταν έλεγε πάω για Τσαϊκόφσκυ, εννοούσε πως πήγαινε να γαμηθεί. Μια κι έξω, χωρίς δεύτερη φορά! Από τότε, καταλαβαίνετε… κάθε φορά που την άκουγα να λέει Τσαϊκόφσκυ – και το έλεγε συχνά πυκνά- πάθαινα…»

Read the rest of this entry »

Καυτός ήλιος, άμμος, λάδια, αποκάρωμα. Αγγίγματα, πασπατέματα. Το μυαλό, σαπούνι. Ξαφνικά η δικιά μου (το ραντάρ που έχουν οι γυναίκες ουδέποτε σβήνει εντελώς, γουργουρίζει πάντα στο ρελαντί) με σκουντάει. Ανοίγω ελάχιστα τα μάτια, στρέφοντας προς τα πίσω - αυτό που βλέπω με κάνει να τα ανοίξω διάπλατα.

Read the rest of this entry »

latinamerica40.jpg

Είχα να συναντήσω τον Αλκίνοο καμπόσο καιρό, μπορεί πάνω από τρεις μήνες. Τη δεύτερη μέρα της επισκέψεώς του στην πόλη που τον ανέδειξε πτυχιούχο της νομικής σχολής του πανεπιστημίου της, ήρθε και με βρήκε στο ρετιρέ μου, εμφανώς πεσμένος.

«Τι νέα;»

«Τρίχες»

«Πότε πας φαντάρος;»

«Σε έξι μέρες»

«Πως αισθάνεσαι;»

«Υπερήφανος που θα υπηρετήσω την πατρίδα…»

«Άλλο τίποτα;»

«Μπα…»

«Είδες κανέναν γνωστό στην Αθήνα;» Read the rest of this entry »

afana.jpg

Προοίμιο

Ο Γιώργος Λιανόπουλος γεννήθηκε στα 1919. Προερχόταν από οικογένεια βενιζελική, ο πατέρας του Νικόλαος, με καταγωγή από τις Κονίστρες Ευβοίας, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός, στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών – αργότερα, στη δεκαετία του ‘50 χρημάτισε τρεις φορές (υπηρεσιακός) υπουργός. Στο Πολυτεχνείο, όπου φοιτούσε ο Γιώργος Λιανόπουλος, επί 4ης Αυγούστου, συγκρότησε τη Φοιτητική Κομμουνιστική Οργάνωση - ΦΚΟ. Σε αυτή, στα 1939, είχαν προσχωρήσει μερικοί μαθητές (ως μαθητικό τμήμα), οι οποίοι πρωταγωνιστούν στην ιστορία που θα σας αφηγηθώ στη συνέχεια – σημειώστε τα ονόματα: Άρης Αλεξάνδρου, Αντρέας Φραγκιάς, Χρήστος Θεοδωρόπουλος, Αλέξης Μητρόπουλος, Λεωνίδας Τζεφρώνης και άλλοι.

Ο Μανιαδάκης, υπουργός Εσωτερικών του Μεταξά, είχε καταφέρει να διαβρώσει τις οργανώσεις του ΚΚΕ, η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών του οποίου ήταν στη φυλακή – ή δηλωσίες, δηλαδή αποσυνάγωγοι από το Κόμμα. Είχε στήσει δική του Κεντρική Επιτροπή, δικό του Ριζοσπάστη – δεν ήξερες αν αυτός που σου μιλάει είναι καθαρόαιμος σταλίνας ή χαφιές.

Για το λόγο αυτό, να προστατεύσει δηλαδή την ΦΚΟ από τη διάβρωση, ο Λιανόπουλος κράτησε τη φοιτητική οργάνωση έξω από την ΟΚΝΕ και έκοψε κάθε σύνδεση με το Κόμμα. Ένας ΟΚΝίτης, στενός του φίλος, ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου, του έκανε σκληρή κριτική γι’ αυτό – ήταν βλέπετε τυπικότατος στα ζητήματα κομματικής νομιμοφροσύνης. Συγκρατήστε κι αυτή τη λεπτομέρεια…
Read the rest of this entry »

grandfather.jpgΑνοίγω το φάκελο, ξεδιπλώνω το ριγωμένο χαρτί αλληλογραφίας που πουλούσαν παλιά στα ψιλικατζίδικα, διαβάζω τις λέξεις ανορθόγραφες αγαπημένε μου εγγονέ υγείαν έχομε και το αυτό ευχόμαστε και δι εσέ, τα γράμματα σκαμμένα θαρρείς στο χαρτί με το γαλάζιο μπικ, αρχίζουν να χορεύουν μπροστά στα μάτια μου. Είναι μια από τις τελευταίες επιστολές του παππού, στα 1980. Εκεί που πας επιστολή να μην αλησμονήσεις, τα μαύρα μάτια που θα βρεις, γλυκά να τα φιλήσεις…

Εκείνη την τόσο μακρινή και ξεχασμένη εποχή, το χωριό μας στη Μεσσηνία δεν είχε ακόμα αυτόματο τηλεφωνικό δίκτυο. Είχε χειροκίνητο: Έπαιρνες το «κέντρο», το μπαρμπα - Θανάση δηλαδή, αν τύχαινε να τον πετύχεις στο σπίτι, αν τύχαινε να βρίσκεται σε κοντινή απόσταση για να ακούσει το κουδούνισμα, αν δεν ήταν απασχολημένος με τις κατσίκες του. Έλεγες ποιος είσαι - κι αφού απαντούσες «καλά» στην ερώτηση «έλα παιδί μ’ τι κάν’τε, καλά είσαστε;» έβαζε στον αρχαίο πίνακα το βύσμα και κουδούνιζε το τηλέφωνο στο πατρικό σπίτι. Φυσικά το «παιδί», φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, τηλεφωνούσε από περίπτερο γιατί ο ένδοξος ΟΤΕ (η απόλυτη ξεφτίλα του νέο - ελληνικού κράτους, διαχρονικά, από κάθε άποψη!) το είχε πολύ δύσκολο να συνδέσει μια νέα γραμμή: έκανα αίτηση για το πρώτο μου τηλέφωνο στα 1980 και το απόχτησα στα 1990!

Τα γράφω αυτά για να πάρουν μια ιδέα οι νέοι μπλογκεράδες που γεννήθηκαν καλωδιωμένοι, τι κατάσταση επικρατούσε μόλις 25 χρόνια πριν - αλλά και για να εξηγήσω γιατί γράφαμε γράμματα, ο παππούς στον εγγονό και αντιστρόφως. Αλλά τα γράμματα ήταν μονάχα η αφορμή…

* Read the rest of this entry »

alonia.jpg

Πριν τον πόλεμο, το βασικό γεωργικό προϊόν του χωριού Ρωμύρι (που σημαίνει προφανώς χωριό των Ρωμιών, Ρωμέικο) ήταν η μαύρη σταφίδα - όπως σε όλο το Μωριά. Οι σταφίδες συγκεντρώνονταν από τους εμπόρους και διοχετευόντουσαν από το λιμάνι της Πάτρας προς τη Δύση, κυρίως την Αγγλία.

Αλλά για να γίνει το σταφύλι σταφίδα, έπρεπε να λιαστεί. Το λιάσιμο γινόταν στα αλώνια. Τα αλώνια ήταν συνήθως ομαλά παραλληλόγραμμα περίπου 4Χ8 ή 4Χ12 μέτρα. Έτσι δηλαδή έγιναν αφότου άρχισε η χρήση των πλαστικών σκεπασμάτων - οι αγρότες τα έλεγαν και τα λένε ακόμα πανιά. Τον καιρό της ιστορίας μας, το βασικό ήταν να μη βρέξει και σηκώσει το νερό τον καρπό από τ’ αλώνια.

Τα σταφύλια απλώνονταν με τάξη, για να μην σπαταλιέται πολύτιμος χώρος, αλλά και χωρίς να σκεπάζει το ένα το άλλο, για να μπορεί να γίνει το λιάσιμο ομαλά και ομοιόμορφα. Το ερώτημα είναι: ποιος ο ρόλος των αγελάδων, στο λιάσιμο της σταφίδας;

Κορυφαίος! Βλέπετε, δεν υπήρχαν τότε χάρτινα ή πλαστικά σεντόνια να στρώνονται πάνω στο χώμα του αλωνιού- και οπάνω σ’ αυτά τα σταφύλια. Αυτά ήρθαν πολύ αργότερα. Τότε, το αλώνι το έχριζαν - θα σας εξηγήσω πως και με τι.

Μόλις καλοκαίριαζε, τα σκατά των γελαδιών γινόντουσαν περιζήτητα. Ο κάθε νοικοκύρης τριγύριζε με ειδικά καλαμένια κοφίνια (κόφες) και μάζευε το πολύτιμο υλικό, φρέσκο -φρέσκο. Το προϊόν της συγκομιδής ριχνόταν σ’ ένα βαθύ λάκκο, που υπήρχε πάντοτε δίπλα στ’ αλώνια. Σημειωτέον ότι τα αντίστοιχα δώρα των άλλων οικόσιτων ζώων (άλογα, γαϊδούρια, κατσίκες, κότες) ήταν άχρηστα για τη συγκεκριμένη αποστολή - τα συγκέντρωναν, φυσικά, κι αυτά, για να τα χρησιμοποιήσουν ως λίπασμα στους μπαξέδες και αλλού. Read the rest of this entry »

nea_trapezounta.jpg

Όταν πρωτοήρθαν (192 8) στην περιοχή οι πρόσφυγες, τα πάντα ήταν άγρια φύση. Έπρεπε να ξεχερσώσουν, για να μπορέσουν να φυτέψουν, έπρεπε να χτίσουν τα σπίτια τους. Κουβαλούσαμε την άμμο με ντενεκέδες, από το ρέμα - κουβάληναμε άμμον σην πλάτην εμούν, με τενεκέδας άσο ρέμαν» έλεγε ο μακαρίτης παππούς Γιώργος (Γιωρίκας - 102 έφτασε και ήταν ανώτερος ήρως, γιατί έστειλε πρώτα τη γιαγιά Δέσποινα -Πινίκα, που έφυγε νεοτάτη, στα 96 της).

Έξι μέρες τη βδομάδα δούλευαν μέρα νύχτα, μικροί μεγάλοι, για να μπορέσουν να σταθούν και να επιβιώσουν. Και την Κυριακή πήγαιναν στην εκκλησία. Επειδή δική τους δεν είχαν, κατέβαιναν στο γειτονικό χωριό - δέκα λεπτά δρόμος - όπου κατοικούσαν ντόπιοι και άλλοι πρόσφυγες, βουλγαρόφωνοι Έλληνες Ορθόδοξοι, που είχαν έρθει με τα νοικοκυριά τους από χωριά της Βουλγαρίας. (Στο καλοκαιρινό τους πανηγύρι χορεύουν όμορφους «θρακιώτικους» χορούς - καμιά σχέση με τα ποντιακά ξεφαντώματα των γειτόνων τους) Read the rest of this entry »

after_midnight.jpg

Γραμμένο στις 14 Αυγούστου 1985 - αφιερωμένο όπου δει.

Το σαξόφωνο του Κολτρέιν αγγίζει τη νύχτα, άγγιγμα απολύτως ερωτικό, τέλεια εκφράζοντας το παράπονο της ευτυχίας, τη μελαγχολία της κεκτημένης ηδονής. Ο νέος άντρας ακούει με μισόκλειστα μάτια, καπνίζει στριφτό τσιγάρο από διαλεχτά καπνά των Σερρών, χαλαρός και απόμακρος. Βρίσκεται ψηλά, σε αυγουστιάτικο μπαλκόνι - και αν ήθελε θα μπορούσε να θαυμάσει μέσα στην κατάφωτη νύχτα, τον γιγάντιο αεικίνητο τροχό του λούνα παρκ πέρα στη Σαλαμίνα, να στρέψει το βλέμμα του ως τη δυτική εσχατιά του λιμανιού και ως το σκοτεινό Σέιχ - Σου.

Ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, όπως το κατάφωτο επιβατικό που εισχωρεί αργά στον Θερμαϊκό Κόλπο και προσεγγίζει τις αποβάθρες έχοντας διασχίσει το Βόρειο Αιγαίο, ή ο τελευταίος αστέρας της Μικράς Άρκτου, ο οποίος απόψε εμφανίζεται ιδιαιτέρως θελκτικός, δεν είναι σε θέση να αποτραβήξουν τον νέο άντρα από τον μοναχικό ρεμβασμό του. Αυτή την ώρα αληθέστερον, περισσότερο υπάρχον, είναι αυτό καθ΄ αυτό το αντικείμενο της ρέμβης, πραγματικότερο από τα πράγματα και ασυγκρίτως ειλικρινέστερο από οποιαδήποτε πράξη του παρελθόντος ή του μέλλοντος.

Τουλάχιστον όσο η μουσική εξακολουθεί να παρεμβάλλεται στα νυχτερινά και τα παρεμφερή - και να επηρεάζει και το είναι και το γίγνεσθαι. Δεν ξέρω πόσο και για πόσο.

* Read the rest of this entry »

Μην παραξενευτείτε που ποστάρει ένας που έχει φύγει. Το πέρασμα από τη ζωή στην επόμενη κατάσταση είναι κάτι που ακόμα δεν έχω καταλάβει, αν και μου συνέβη, αλλά το πρώτο μου συμπέρασμα είναι ότι εξακολουθείς να υπάρχεις - τουλάχιστον όσο υπάρχουν αυτοί που σε θυμούνται και σε σκέφτονται.

Να, τώρα, ποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι είμαι ανύπαρκτος; Αφού βλέπω τη σκέψη μου να περνάει από το πληκτρολόγιο του υπολογιστή στην οθόνη, και από κει, αν όλα πάνε καλά, στον τεχνητό, αλλά υπαρκτό και ζωντανό κυβερνοχώρο. Το πάω και πιο μακριά: ποιος ξέρει αν με τον τρόπο αυτόν δεν εξασφαλίζω μια παράταση της ύπαρξής μου, επ’ αόριστον; Το ίχνος μου θα μπορεί να εντοπιστεί, όσο θα υπάρχει κυβερνοχώρος. Δεν είναι κι αυτό μια αίσθηση (έστω, ψευδαίσθηση) αθανασίας;
Read the rest of this entry »

Σπάζομαι που τον βλέπω έτσι το δικό μου, ρε ντοκ. Κάθεται ο μαλάκας μαραμένος στο σπίτι μέσα και βλέπει τηλεόραση, τον Tριανταφυλλόπουλο… Ρε συ του λέω, κινήσου, βγες, ζήσε! Σα μουνί κλαμένο έχεις γίνει! Μελαγχολία, ακεφιά, στα όρια της κατάθλιψης… Γιατί κάνεις μια ζωή που σε χαλάει; Στου κουφού τη πόρτα, όσο θέλεις βρόντα…

Θάφτηκε που λες, από τότε που παντρεύτηκε - πέντε έξι χρόνια τώρα. Και καλά τον πρώτο καιρό τον δικαιολογώ, ήτανε στα μέλια, δεν είχε φτάσει ακόμα στα σκατά, μετά ήρθε και το παιδί, εντάξει. Τώρα όμως; Μέσα του λυσσάει - κι όξω του ψοφάει! Θα αρρωστήσεις ρε μαλάκα, του λέω, θα πάθεις τίποτα στο τέλος, ανάθεμα τη νομική σου!

Έξι χρόνια τον περνάω, που λες ντοκ, εγώ πενήντα δύο, αυτός σαράντα έξι. Κι όλοι λένε πως εγώ φαίνομαι νεότερος! Ο πατέρας μας, ξέρεις, είχε γκόμενα ως τα τελευταία του και ξενογαμούσε, κι ο παππούς μας το ίδιο. Από αυτούς πήρα εγώ τα γονίδια, χαχαχα… Ο δικηγόρος όμως θα πήρε από την μάνα μας, από τον άλλο παππού! Τέλος πάντων, πριν παντρευτεί κάτι έκανε - τρίχες δηλαδή, σεβόταν! Read the rest of this entry »

Όλα είναι γραμμένα, τα έχει προφητεύσει ο πάτηρ Παΐσιος και οι άλλοι άγιοι. Θα γίνει μεγάλος Ρωσοτουρκικός πόλεμος και η Τουρκία θα διαλυθεί, όπως διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία. Εφτά στρατοί θα πάνε στην Κωνσταντινούπολη και θα πλεύσει το μοσχάρι στο αίμα, τέτοιος χαμός θα γίνει!

Σε πενήντα, σε λιγότερα από πενήντα χρόνια, θα γίνει το μεγάλο κακό, το έχουν προφητεύσει οι Γέροντες. Θα επιβληθεί παγκοσμίως ο νόμος αυτών που μάχονται την Ορθοδοξία. Ούτε Άγιο Όρος δε θα μείνει, ούτε τίποτα. Δε θα βρίσκεις παπά. Ναοί θα υπάρχουν, αλλά δεν θα υπάρχουν ιερείς! Θα υπάρχει πλούτος και θα έχεις ό,τι θέλεις, αλλά αλλοίμονο σου αν δεν κάνεις αυτό που σου λένε, σου πήραν αμέσως το κεφάλι! Μπορεί να το προλάβουμε κι εμείς, εγώ δεν έχω φτάσει ακόμα τα σαράντα. Read the rest of this entry »

Α, αυτό είναι το Ρώσσικο… Μαγκίφισεντ… Πρώτη φορά έρχομαι, ξέρεις. Είπα να το δω κι αυτό, όσο μπορώ ακόμα και ταξιδεύω…

Ρουμελιώτης είμαι, αλλά τη ζωή μου την έζησα στην Αμερική, την περισσότερη. Εικοσιπέντε, εικοσιέξι χρονών ήμουνα όταν πήγα εκεί, τώρα είμαι εβδομήντα πέντε, άστα να πάνε… Αλλά δεν έχω παράπονο, την έζησα τη ζωή και τη ζω ακόμα δηλαδή, όσο πάει.

Έκανα πολλές δουλειές στη ζωή μου… Πριν φύγω, οι μπαρμπάδες μου ήθελαν να διοριστώ στο δημόσιο, είχαν τα μέσα τότε, κομματάρχες, ξέρεις. Τους το δήλωσα, αν γίνω δημόσιος υπάλληλος, θα αυτοκτονήσω! Είχα παντρευτεί κιόλας την πρώτη μου γυναίκα, είχαμε κάνει και το γιο – ξέρεις, πρέπει να είναι στην ηλικία σου, έχω και δυο εγγόνια! Καλό παιδί, αλλά παντρεμένος με την ίδια γυναίκα είκοσι χρόνια, του λέω πως αντέχεις ρε παιδί μου, δε μου έμοιασες καθόλου, χαχαχα…

Εγώ, που λες Πάνο, έκανα πέντε γάμους, ο ένας στην Ελλάδα και οι τέσσερις στην Αμερική. Η πρώτη μου γυναίκα ήτανε κοντοχωριανή μου, αρχοντοκόριτσο, καλομαθημένη – όταν βρέθηκε στη Νέα Υόρκη κόντεψε να τρελαθεί, δε μπόρεσε να προσαρμοστεί καθόλου στο νέο περιβάλλον. Έτρεχα κι εγώ με τις δουλειές, θα σου πω μετά τι δουλειές έκανα, έμενε μόνη στο σπίτι με το μωρό. Δυο χρόνια μετά, το πήρε απόφαση, πήρε το παιδί και γύρισαν στην Ελλάδα. Το γιο μου τον είδα μετά είκοσι χρόνια, αυτή δεν την έχω ξαναδεί από τότε.

Η δεύτερη ήταν μια Ιταλίδα, έξω καρδιά, μείναμε μαζί πέντε χρόνια και χωρίσαμε. Η τρίτη ήταν Αμερικάνα, Read the rest of this entry »

Α, εσύ είσαι και λέω που τον ξέρω αυτόνα! Τι κάνεις, γιατρέ μου; Όλα καλά; Μπράβο, μπράβο βρε θηρίο! Κι εγώ καλά, αλλά πρέπει να χάσουμε και κανένα κιλό, χαχαχα… Αυτές τις μέρες έχουμε ησυχία και μπορεί και ο μοναχός να ευχαριστηθεί την ησυχία του και το μοναστήρι του, να κάτσει και να απολαύσει… Τον άλλο καιρό, το καλοκαίρι ιδίως, γίνεται ο χαμός…

Καρδιά μου πώς αντέχεις μέσα στη φωτιάααα…

Τι ρολόι είναι αυτό, σέικο; Πολύ μου αρέσουν τα ρολόγια, έχω τρέλα με τα ρολόγια. Και να σκεφτείς ότι υπάρχουν ρολόγια που κάνουν τριάντα χιλιάδες ευρώ! Με είχες σώσει τότε, μ’ εκείνα τα δόντια! Τρία χρόνια πάνε; Τόσο πολύ; Βρε τον άτιμο τον καιρό, πώς περνάει…

Καρδιά μου πώς αντέχεις στη φωτιάααα…

Εδώ είμαστε μόνοι, πρέπει να προσέχουμε τον εαυτό μας, ό,τι κι αν συμβεί. Έχουμε βέβαια την Παναγία, αλλά τι να σου κάνει κι αυτή… Θα πάω τώρα ν’ αράξω, αλλά πρώτα πρέπει να ετοιμάσω τη βάρδια μου, να κάνω δηλαδή καναδυό τηλέφωνα, καταλαβαίνεις. Πολύ χάρηκα που σε είδα!

andreyko_torso2.gif

Τελικά είχες δίκιο, χαραμίστηκε το πούρο, ίσια που πρόλαβα να το ανάψω και να ρουφήξω μια, αλλά τι να κάνουμε κι εμείς οι εξαρτημένοι; Η Σπανιόλα πρόλαβε και το πήγε μέχρι τη μέση το τσιγαράκι της…

Ισπανική φιλολογία διδάσκω, στην Κρήτη κάτω, ανεβαίνω τώρα Θεσσαλονίκη γιατί παίζει ένα συνέδριο… παραλίγο να μπλέξω και με την πορεία, μένω Λεωφόρο Αλεξάνδρας κοντά, μόλις πλησίασα βλέπω μπάτσοι πήχτρα. Παλιός τώρα εγώ σ’ αυτά, κολλάω; Τι τρέχει ρε παιδιά λέω, πίσω είναι αναρχικοί, γίνεται χαμός μου λέει ένας. Λέω στον εαυτό μου, για πρόσεχε έτσι με το καπελάκι και το σακίδιο στην πλάτη, ώρες να σε περάσουνε για αναρχικό και τραβήξεις καμιά αδέσποτη τώρα στα πενήντα… Read the rest of this entry »

intercity-i.jpg

Έτσι ειμ’ εγώ, ταξιδεύω από μέρος σε μέρος, δε μένω πουθενά πολύ καιρό. Τελευταία δούλευα στα Πυρηναία, στα σύνορα με τη Γαλλία, χιόνια – you know. Σερβιτόρα είμαι, σερβιτόρα… Μια εδώ, μια εκεί… δε μου αρέσει να μένω στο ίδιο μέρος… Σε όλη την Ευρώπη έχω πάει, αλλά από Ασία μονάχα στην Ταϋλάνδη. Εκεί το έκανα το τατουάζ, χαχαχα…

I know, μιλάω δυνατά και γελάω ακόμα πιο δυνατά… οι άνθρωποι με κοιτάνε περίεργα… Αλλά, πολύ σοβαροί δεν είναι; Να αυτές οι κυρίες πίσω, πολύ σοβαρές… δε γελάνε ποτέ; Μπα, εσύ δεν είσαι σοβαρός, είσαι ΟΚ, χαχαχα… Read the rest of this entry »

105-4.jpg

Αν επισκεφθείτε αυτήν εδώ τη σελίδα, εκεί προς το τέλος θα συναντήσετε μια ενδιαφέρουσα αφήγηση κ’ ένα τραγούδι:

Ο παπα-Λάμπρος Ζέρβας ήταν εφημέριος στο χωριό Ρωμύρι της Πυλίας το 1860. Ένας συγχωριανός του, που λεγόταν Σταύρος Φιτσιάλος, σκέφτηκε να συνεργαστεί με μία συμμορία για να τον ληστέψουν. Οι ληστές έφτασαν ένα απόγευμα έξω από το χωριό και κρύφτηκαν στα γύρω δέντρα. Δύο από αυτούς επισκέφτηκαν τον παπα-Λάμπρο και του δήλωσαν πως ήθελαν να αγοράσουν από αυτόν ένα βόδι που είχε για πούλημα. Επειδή όμως με τις διαπραγματεύσεις νύχτωσε, ο παπάς προθυμοποιήθηκε να τους φιλοξενήσει στο σπίτι του. Read the rest of this entry »

11.jpg

Στο δρόμο

Η πανάκριβη τζιπούρα του Τζακ παίρνει μεγάλες κλίσεις στις στροφές, όταν πηγαίνει με τις μπάντες. Συνηθισμένος να οδηγώ χαμηλά αυτοκίνητα, κοντεύω να βγάλω τ’ άντερά μου - αλλά ο Τζακ δεν καταλαβαίνει τίποτα, βρίσκεται όπως πάντα στην κοσμάρα του. Κι αν κατεβαίνει κανείς απροντυμένος και πατημένος, όχ το βουνό; αναρωτιέμαι, ως άλλος Σολωμός και δριμύ ρίγος διαπερνά τη ραχοκοκαλιά μου. Δεν προλαβαίνω να απαντήσω στο τραγικό ερώτημα, νέα απορία αναδύεται: κι αν του ξεφύγει του μαλάκα - και πάμε κατά κρημνού; Πριν επεξεργαστώ το νέο αντικείμενο διαλογισμού, άλλο παλούκι: άντε και φτάνουμε σώοι και αβλαβείς -που δεν το βλέπω- στο μοναστήρι… Τι όργια θα κάνει εκεί ο Τζακ; Read the rest of this entry »

Το βράδυ της Παρασκευής μια μεγάλη ομάδα εργαζομένων ευχηθήκαμε σ’ ένα πολύωρο συμπόσιο τον Περικλή, ο οποίος βγαίνει στη σύνταξη. Ο Περικλής υπήρξε πηγή έμπνευσης για πολλά κομμάτια των «μυστικών του Κόλπου» και της καλύβας - και ελπίζω, αν είμαστε καλά, να «γράψει» κι άλλα. Με την αφορμή αυτή, σας παρουσιάζω το σύνολο των κομματιών του Περικλή - ήθελα να είναι κάπου συγκεντρωμένα, περιμένοντας το …επόμενο!

Η επιχειρηματικότητα των νέων. Μπίζνες, στα χρόνια της χούντας

http://panosz.wordpress.com/2007/11/12/perikles/

Ακατανόητες αφηγήσεις. Η ζωή μια ομάδας σπουδαστών στη Θεσσαλονίκη πριν και μετά το 1970

http://panosz.wordpress.com/2007/04/04/tales/

Μια παλιομοδίτικη ιστορία. Πως ο στρατηγός της χούντας έδωσε ευνοϊκή μετάθεση στο γυιό του αριστερού μουλαρά.
http://panosz.wordpress.com/2007/04/03/oldfashionstory/

Ο Νικολάρας. Ιστορίες γύρω από ένα υπερμεγέθες μόριο.

http://panosz.wordpress.com/2007/03/26/nikolaras/

Τσαϊκόφσκυ. Πως ο μεγάλος μουσουργός λειτουργούσε ως ερωτικό παρασύνθημα.

http://panosz.wordpress.com/2007/01/10/pericles/

Κιλελέρ. Μια ιστορία απ’ το στρατό, επί χούντας, για το τραγούδι του Σαββόπουλου.

http://panosz.wordpress.com/2007/04/02/kileler/

Είμαστ’ εμείς Λαμπράκηδες. Ένα τραγούδι που κυνηγούσαν οι χωροφύλακες, πριν τη χούντα.

http://panosz.wordpress.com/2007/05/17/lambrakides/

Εργασία και χαρά. Μια από τις πολλές πλάκες του Περικλή στο χώρο εργασίας.

http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/10/blog-post_10.html

Έπινα πάντα, από τον καιρό που ήμουνα πρωτοετής, εδώ και μια ντουζίνα χρόνια περίπου. Ωστόσο υπάρχουν ορισμένες λεπτές διαφορές ανάμεσα στο τότε και στο τώρα της σχέσης μου με το αλκοόλ. Τότε έπινα μόνο με παρέα, συνήθως φτηνό κρασί, κονιάκ, ούζο και μπύρες, ακούγοντας Καζαντζίδη σε λαϊκά ταβερνεία και ατημέλητα φοιτητικά σπίτια. Το πιοτό συνοδευόταν από ατελείωτες συζητήσεις επί παντός επιστητού: Γυναίκες, πολιτική, μεταφυσικά, γυναίκες, ποδόσφαιρο, κινηματογράφος, τσόντες και γυναίκες. Όλα στις χαμηλότερες δυνατές τιμές αγοράς, με δανεικά αν αυτό ήταν εφικτό.

Στους παρόντες χρόνους βρίσκομαι σπάνια με παρέα κι έτσι συνήθισα να πίνω μόνος μου. Έμαθα πια να ξεχωρίζω τις ποικιλίες των κόκκινων κρασιών, τα μάλτ ουΐσκι, τις ανεπαίσθητες διαφορές στις βότκες και ό,τι διαφοροποιεί τις ελληνικές από τις τσέχικες μπύρες. Σημειώνω ότι μπορώ πλέον να πληρώνω αυτά τα ακριβά ποτά και να συνοδεύω την κατανάλωσή τους με Τσάρλυ Πάρκερ, Τελόνιους Μόνκ και Βασίλη Τσιτσάνη. Ενίοτε, με Μαρία Κάλλας – ταιριάζει θαυμάσια με το καλό αλκοόλ.

Read the rest of this entry »

Βλέπαμε, μέσα από ένα βαγόνι τραίνου, μια πρωτότυπη προβολή: σ’ έναν τοίχο προβαλλόταν μια σελίδα comics, σε μια νοοτροπία ανάμεσα στην «παρτίδα κυνηγιού» του Bilal και στη Druna. Ο προτζέκτορας φώτιζε μια λωρίδα και ακουγόντουσαν οι φωνές των πρωταγωνιστών. Ακολουθούσε η επόμενη. Χαμογέλασα όταν μου είπαν ότι τα έχει κάνει μια άγνωστη γηραιά κυρία – ήξερα πως είναι δουλειά του φίλου μου του Νικόλα, που μπαινοβγαίνει στις κλινικές. Στα διαλλείματα έβγαιναν από το έδαφος δυο τροβαδούροι με μεγάλους μυτερούς σκούφους και τραγουδούσαν. Τελειώνοντας, έφευγαν καθέτως και εξαφανιζόντουσαν μέσα στην τρύπα τους.

Θέλησα να φύγω. Άνοιξα την πόρτα του βαγονιού και περπάτησα για λίγο στο παγωμένο χιόνι. Βλέπω τότε τη Χ. να με προσπερνάει βιαστικά, να πετάει τα ρούχα της (ομολογώ πως θαύμασα, σε μια ριπή χρόνου, το στρογγυλό κωλαράκι της) και με μια αποφασιστική κίνηση να βουτάει από ένα μικρό οβάλ άνοιγμα του πάγου στα νερά της λίμνης. Χάθηκε από τα μάτια μου. Έτρεξα πάνω από το άνοιγμα τρέμοντας, νομίζοντας ότι ήθελε να αυτοκτονήσει. Ξαφνικά τη βλέπω να αναδύεται, να παίρνει ανάσα και να με κοιτάζει χαμογελαστή, με τα καταπράσινα μάτια της. «Για το γούρι» μου λέει. Τρέχω και φέρνω το ρούχο της, γιατί είναι οχτώ μηνών έγκυος και φοβάμαι πως θα παγώσει. Αυτή εξακολουθεί να με κοιτάζει μ’ εκείνο το πράσινο βλέμμα, τόσο έντονα που ξυπνάω.

*

Repost. Πρώτη ανάρτηση 15 Νοεμβρίου 2006 

Η συζήτηση ήταν για τους νέους και την επιχειρηματικότητα, ο Περικλής πήρε το λόγο και μας αφηγήθηκε πως έστησε μια από τις πρώτες του επιχειρήσεις: events με βερμούτ και στραγάλια, λίγο πριν από το 1970.

*

Τελείωνα τότε τον Ευκλείδη, θα ήμουνα δεκαοχτώ, δεκαεννιά… Φτώχεια καταραμένη, ο γέρος κουβαλούσε ξύλα από το βουνό με τα μουλάρια στο χωριό, η επιβίωση δύσκολη… Συνέβη τότε να φύγουν τα παιδιά που  μέναμε μαζί, έπρεπε να βρω καινούριους συγκατοίκους, ν’ αλλάξω σπίτι… Νοικιαζόταν ένα διαμέρισμα στη Μαντινείας, μια κάθετη στην Ιταλίας, που τώρα λέγεται 28ης Οκτωβρίου. Μεγάλο και ακριβό, δεν ήταν για μένα. Αλλά, μόλις το είδα, άναψε η λάμπα στον εγκέφαλο και πήρα το ρίσκο. Δανείστηκα από όσους ήξερα - άλλος κατοστάρικο, άλλος δεκάρικο- και το έπιασα.

Ήταν αρχή της βδομάδας, έριξα σήμα στην πιάτσα και το Σάββατο ήταν όλα έτοιμα για το πρώτο ρεφενέ πάρτυ. Όποιος ερχόταν, δεκάρικο η είσοδος. Είχα ένα πικάπ ντούαλ 1214 και μερικούς δίσκους, ξέρετε, ακάζα ντιρένε, καλιφόρνια ντρήμ, Ανταμό, Κριστόφ, Αλ Μπάνο και δε συμμαζεύεται… Υπήρχε ποτό, δηλαδή βερμούτ και συνοδευτικό, δηλαδή στραγάλια. Πλούσια πράγματα, και άσπρα και κίτρινα στραγάλια!

Δε μπορείτε να το φανταστείτε τώρα, αλλά τότε ήταν μεγάλη υπόθεση, να βρίσκει η νεολαία ένα χώρο με μουσική, βερμούτ και στραγάλι και να μπαλαμουτιάζεται μ’ εκείνα τα μπλουζ, τα αγκαλιαστά… Ν’ ακουμπάει η κοπελίτσα το μαγουλάκι της στο δικό σου και τα χέρια σου να ψαχουλεύουν το άγνωστο τοπίο, όλο και πιο τολμηρά… Το γόνατό σου ανάμεσα στα πόδια της - και το τσουτσούνι σου να γίνεται τούρμπο, δεν ήθελε και πολύ, δεκαοχτάρηδες και Read the rest of this entry »

Εντάξει, λίγες εκατοντάδες.

http://panosz.wordpress.com/2007/11/04/marianna/

Ας προσθέσουμε λίγους ακόμα… :-)

6810064madonna-munch2.jpg

Σε ερωτεύτηκα αμέσως μόλις σε είδα. Ένα παλικαράκι που δεν είχε κλείσει τα δεκαεφτά ήμουνα τότε. Εσύ μεγάλη, σαγηνευτική, γεμάτη υποσχέσεις. Νόμισα πως μ’ αγάπησες και συ - ιδέα μου. Μπορεί, κιόλας. Με τα θηλυκά δε βγάζεις άκρη.

Μικρός και άβγαλτος, έπεσα με τα μούτρα. Και συ με έμαθες να καπνίζω, να πίνω, να ξενυχτάω, να παίζω χαρτιά, να μην κομπλάρω με την ηδονή, να μη φοβάμαι τις κόντρες, να ψάχνω. Κράτησα κι εγώ από τις συνήθειες μου δύο μονάχα: να διαβάζω και να γράφω.
Read the rest of this entry »

Φέτος μπήκε νωρίς ο χειμώνας σ’ όλο το βασίλειο και σ’ ολόκληρη την Ιταλία, καθώς μου λένε οι ταξιδιώτες. Σε μας εδώ, όχι μονάχα στην Πιστόγια αλλά σε όλα τα χωριά τριγύρω, αρχές Δεκεμβρίου ακόμα και μας έχει σαπίσει η βροχή. Χιόνισε κιόλας δυο φορές, αλλά ευτυχώς δεν το έστρωσε… Δεν έφτανε ο πόλεμος και τα σούρτα φέρτα με τους καρμπονάρους και τους Αυστριακούς – που κακιά ώρα να τους εύρει και να μη βρίσκουν δρόμο να γυρίσουν στον τόπο τους, οι αγριάνθρωποι… Τρεις φορές περάσαν αποδώ φέτος και ακόμα αυτό το έρημο και σκοτεινό 1821 δεν τελείωσε… Χτυπάω ξύλο, μη σώσουν και ξανάρθουν!

Αχ, μονάχα το καλοκαίρι είναι για τη φτωχολογιά και για τις λοκάντες. Ποιος ταξιδεύει χειμωνιάτικα; Μαριάννα, έλα κορίτσι μου από δω… Ρίξε δυο κούτσουρα στο τζάκι γιατί κοντεύει να σβήσει, γέμισε και μια κανάτα από το βαρέλι με τo κόκκινο σημάδι, φέρε μας και λίγα καρύδια, λίγες σταφίδες… Άντε γεια σου…

Λοιπόν, εντιμότατε και ευγενέστατε φίλε μου, βλέπεις, απόψε πελατεία δεν έχουμε, ακόμα και οι μπεκρήδες της Τοσκάνης φοβήθηκαν τον καιρό. Αφού δεν έχει μεροκάματο, ας καθίσουμε κι εμείς οι παλιοί συμπολεμιστές να πιούμε ένα ποτηράκι σαν άνθρωποι… και να σου πω τα καθέκαστα, τι έγινε χθες το βράδυ δηλαδή.

Read the rest of this entry »

Repost

gse_multipart35937.jpg

Μου επιτρέπετε να σας πω κάτι πολύ σοβαρό; Εμένα οι γονείς μου είχαν τέσσερα παιδιά, το πρώτο αγόρι και τρία κορίτσια, αλλά το αγόρι πέθανε και ξαναβάλανε μπρος για να κάνουν γιο και εγεννήθηκα. Το σοβαρό τώρα: μέχρι να σαραντίσει το μωρό, άλλος κανείς από τους δικούς του δεν πρέπει να μπαίνει στο σπίτι μέσα. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι με πολύ κακό μάτι. Σου λέει η άλλη, τι ωραίος πλάτανος αυτός εδώ στην πλατεία - και σε δυο μέρες ο πλάτανος έχει μαραθεί και ξεραίνεται! Γι’ αυτό σας λέω να προσέχετε πολύ το κακό μάτι, διότι μετά προκύπτουν επιπλοκές μεγάλες - δεν ξέρω αν συμφωνεί ο κύριος. Σε μένα ήρθε μια γειτόνισσα και ήμουν ακόμα ασαράντιγο μωρό και λέει καλέ τι παίδαρος είναι αυτός! Πάει, μ’ έκαψε! Εμένα που με βλέπετε τώρα, πρέπει να πούμε πως το κεφάλι μου διαφέρει από των άλλων ανθρώπων, πώς να το κάνουμε, να λέμε την αλήθεια, όχι, διαφέρει, έχει μεγάλη διαφορά. Αλλά, μωρό δεν ήταν έτσι, ήταν στρογγυλό!

Read the rest of this entry »

Ζέστα, ζέστα μανούλα μ’, κάψα… εψηθήκαμε, παιδιά μου τες… Παναγιώτ’ σου ‘χω ειπεί για το Λεγωνίδ’; Το νήξερες συ το Λεγωνίδ’, το μπρόλαβες; Α, γειά σ’, κοντός λιγνός καλόερος και πίττα η κεφαλή του, χαχαχα… Έτσ’ ήταν ο ερμοδόλιος, λιγουλάκι ‘λαφρύς… Δε γκξερ’ς τι γέλια κάναμε με δαύτονε… ετρυγάγαμε, καληνώρα, στη δικιά του τη σταφίδα, εδαπουκάτου στο ποτάμ’, τη γκξέρ’ ς, μανούλα μ’… Εγώ ζουλάπ’, τονε τσίγκλαγα… μπάρμπα Λεγωνίδ’ για μολόγα, ήσουνα νταξ’ με τη μακαρίτ’σα τη Λεγωνίδαινα για τ’ς έκανες τίποτα λαδιές; Ο Λεγωνίδ’ς λες και τονε τσίμπ’σε σφήκα.

Read the rest of this entry »

Έφυγα από το σπίτι μου μπουρινιασμένος. Η μάνα μου παραπονιόταν ότι την πονάνε όλα της τα κόκαλα, κυρίως όμως ότι οι νύφες της δεν τη σέβονται πια, βγάζουν γλώσσα όταν τους δίνει οδηγίες για κάτι, μαλώνουν μεταξύ τους όλη την ώρα και έχουν μεγάλη αντιζηλία ποιανής τα παιδιά είναι πιο καλοντυμένα, πιο όμορφα και τα αγαπά περισσότερο ο πατέρας τους, δηλαδή η αφεντιά μου. «Κοίτα να μαζευτείς, Ιμπν Μπακρ, να διευθύνεις το σπιτικό σου! Δε φτάνει να έρχεσαι μια στις τόσες, οι γυναίκες πρέπει να νοιώθουν από κοντά την παρουσία και το χαλινάρι του άντρα!». Σοφές κουβέντες, αλλά από την τρίτη κιόλας μέρα, εγώ νοσταλγούσα την έρημο, τις νύχτες κάτω από τ’ αστέρια, τις μικρές και τις μεγάλες πολιτείες με τους ανθρώπους και τις όμορφες φελάχες. Έμεινα το συνήθη χρόνο, έξι νύχτες.

Πώς να φύγω νωρίτερα; Μια μάνα και έξι παιδιά, θέλουν τις ώρες τους, αλλά βολεύονται. Τρεις σύζυγοι όμως, άντε να τις ευχαριστήσεις. Η δεύτερη ήταν πάλι έγκυος και γκρίνιαζε όλη την ώρα ότι την παραμελώ, ιδιαίτερα τώρα, που είναι συνέχεια άρρωστη και ότι οι άλλες δεν τη βοηθάνε καθόλου, ούτε της λένε μια καλή κουβέντα, φοβάται κιόλας μήπως της κάνουν μάγια, να χάσει το γιο που έχει στην κοιλιά. Η πρώτη είχε ήδη αρχίσει να εποφθαλμιά τη θέση της πεθεράς της στη διοίκηση του σπιτιού και έσπευσε να μου αναφέρει πολλά και διάφορα πραγματικά ή φανταστικά (ο Αλλάχ γνωρίζει) παραπτώματα των άλλων δύο, καθώς και έναν λεπτομερή κατάλογο με τις παραξενιές της πεθεράς της και τους παραλογισμούς της όσο διάστημα είχε μεσολαβήσει από την τελευταία μου επίσκεψη. Έχοντας γεννήσει ήδη τρεις γιούς αισθανόταν ότι ήρθε η ώρα να διεκδικήσει τα δικαιώματά της, ίσως και κάτι περισσότερο. Ας πούμε, ήθελε κι άλλη νύχτα, δεν της ήταν αρκετές οι δύο που της αναλογούσαν. Αυτό το μυρίστηκε η τρίτη και έγινε έξαλλη. Είχε γεννήσει μονάχα μια κόρη και περίμενε πως και πώς να κάνει κι αυτή γιό, αλλά αυτό προϋπέθετε ότι εγώ θα βρισκόμουν μαζί της περισσότερο. Κι αντί γι αυτό, περνούσα περισσότερες ώρες με την πρώτη «που μας παριστάνει τη σπουδαία, που νομίζει ότι κάποια είναι πια» και πολλά ακόμα…

Δεν έλυσα κανένα από τα προβλήματα του σπιτιού μου, τα άφησα όπως ήταν, να τα φροντίσει η πρόνοια του Αλλάχ, και έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα για την έρημο. Read the rest of this entry »

Εκείνο τον καιρό κυκλοφορούσα σε όλες τις πόλεις της Αραβίας -τάχα πραγματευτής, στην πραγματικότητα αγγελιοφόρος του Προφήτη.

Μυστικός αγγελιοφόρος, γιατί ο Προφήτης και οι λίγοι πιστοί του Αλλάχ δεν ήταν ακόμα καλοδεχούμενοι από τους νοικοκυραίους, ούτε στη Μέκα, ούτε στη Μεδίνα, ούτε πουθενά. Έπρεπε να πηγαίνω τα μηνύματα του Προφήτη στους διάφορους φίλους του, να περιμένω την απάντησή τους - ενώ πούλαγα διάφορα μπιχλιμπίδια στα παζάρια, για ξεκάρφωμα- και να φεύγω σαΐτα για τη Μέκκα, ίσα που μάζευα τα ψιλολόγια μου, τα φόρτωνα στη Ντάρα, καβαλούσα κι εγώ την Αντάλα και δρόμο. Δε φοβόμουνα ότι θα με υποψιαστούν οι άνθρωποι των σεΐχηδων, περισσότερο από ανεμυαλιά, παρά από αφοβιά.

Δε γνώριζα τι έγραφαν τα μηνύματα που έκρυβα πότε σε κάποια δίπλα του μανδύα μου, πότε στο κεφαλοπάνι, πότε στη σέλα της Ντάρα, πότε ανάμεσα στα στημόνια της κουρελούς που έστρωνα για να πλαγιάζω τις νύχτες κάτω από τ’ αστέρια. Δεν άνοιξα ποτέ τους μικρούς κυλινδρικούς παπύρους, άλλωστε δεν είχε νόημα - γιατί δεν ήξερα να διαβάζω. Πολλές φορές όμως έπρεπε να αποστηθίζω ένα ακαταλαβίστικο λογύδριο και να το απαγγέλω στον αποδέκτη του. Εκείνος με άκουγε σοβαρός και σιωπηλός, όταν τελείωνα κουνούσε το κεφάλι με νόημα, κοιτάζοντάς με κατάματα, μουρμούριζε ένα «ας είναι δοξασμένο το όνομα του Αλλάχ!» και έδινε διαταγές για το φαγητό και τον ύπνο μου. Την άλλη μέρα την περνούσα στο παζάρι -εκτός αν είχα να επισκεφτώ κάποια μικρή κόρη της ερήμου. Όταν ο φίλος του Προφήτη ήταν έτοιμος, με φώναζε, καθόμαστε στα μαξιλάρια, κι αφού περνούσε η συνηθισμένη ατελείωτη ώρα της σιωπηλής σοβαρότητας, μου έλεγε: «Όλοι οι πιστοί άκουσαν το μήνυμα του Προφήτη - ας είναι δοξασμένο το όνομα του Αλλάχ! Να διαβιβάσεις στον Προφήτη ότι θα γίνει ό,τι πρόσταξε, αν θέλει ο Αλλάχ! Καλή στράτα, ειρήνη και ευτυχία σε σένα!» Ανταλλάσαμε εγκάρδιους χαιρετισμούς (με σιωπηλές και αργές υποκλίσεις) χωρίς να ταράζεται καθόλου το πρόσωπό μας, και έβγαινα στον καθαρό αέρα. Read the rest of this entry »