Γράφει ο θείος Ισίδωρος

(Συνέχεια από ΕΔΩ:

https://panosz.wordpress.com/2007/10/01/isidoros-25/

*
Πήδησε το κάγκελο του κήπου και χάθηκε στο βάθος του δρόμου.

Ένας κοπρίτης που περιφερότανε ασκόπως στάθηκε και την κοίταζε, σαν την αγελάδα που έβλεπε τα τραίνα να περνούν, μέχρι που αυτή εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα.

Σκέφτηκα να πηδήξω κι εγώ το κάγκελο και να την ακολουθήσω, να προσπαθήσω να την οδηγήσω πίσω στο σπίτι.

Ήμουν με το σώβρακο μισοκατεβασμένο και σκέφτηκα ότι αυτή η περιβολή δεν ήταν η πιο κατάλληλη για εμφάνιση στη γειτονιά, η οποία γειτονιά πριν κάμποση ώρα, όπως συνέβαινε συχνά τους τελευταίους μήνες, σηκωνόταν στο πόδι κάθε βράδυ από τα αγκομαχητά της.

Ο άλλος λόγος ήταν ότι έπρεπε να πάω επειγόντως στην τουαλέτα.

Στεκόμουν εκεί κοιτάζοντας τον κοπρίτη που στεκόταν στο πεζοδρόμιο και με κοίταζε με την ιδία απορία αδυνατώντας να κατανοήσει τις ανθρώπινες υποθέσεις.

Ένα κύμα παγωμένου βοριά μ΄ έκανε να αρχίσω να τουρτουρίζω, τρέμε-τρέμε κόντευα να ιδρώσω, ενώ η ουροδόχος κύστη μου άρχισε να συστέλλεται, κατουριόμουνα και όχι μόνο· έτρεξα να μπω γρήγορα μέσα.

Πριν προλάβω να χωθώ στο σπίτι είδα την πόρτα νάρχεται με ταχύτητα προς το μέρος μου και να βροντάει με δύναμη 10 εκατοστά από τη μούρη μου.

Πάει αυτό ήταν. Σε ελάχιστη ώρα είχα φάει όλες τις πόρτες μαζεμένες!

Η απόγνωση έκανε κατάληψη στον εσωτερικό μου κόσμο. Ο κοπροσκυλάς εξακολουθούσε να στέκεται εκεί και να με κοιτάζει με την ιδία απορία.

Μαύρες σκέψεις και απορίες στροβίλιζαν και στο δικό μου μυαλό.

“-Πριν λίγο είχα γκόμενα, ζεστασιά και γαμούσα κώλο! Τώρα είμαι μόνος μες την άγρια νύχτα που όλοι κοιμούνται και με τα βρακιά κατεβασμένα! ― Δε χέζω; ”

Τραβήχτηκα κάτω από μια ροδιά, κατέβασα το σώβρακο λίγο πιο πάνω από τους αστραγάλους και πήρα τη γνωστή στάση.

Υπήρχε μια δυσχέρεια για αρκετή ώρα. Το τσουχτερό κρύο, ο ξαφνικός και αδικαιολόγητος χωρισμός δεν βοηθούσαν την κατάσταση.

Ζορίστηκα πολύ, είναι αλήθεια. Κάποια στιγμή, πάνω στην προσπάθεια, γύρισα με ματιά δακρυσμένα και κοίταξα τον ουρανό.

Το φεγγάρι έμοιαζε με φωτεινή λαγάνα. Είχε πανσέληνο!

Τα φεγγαρόφωτο περνώντας μέσα από τα κλαδιά έπεφτε πάνω μου και έκανε εμπριμέ.

*

Οι επόμενες μέρες πέρασαν μες την κακοκεφιά και την κατάθλιψη!

Κάθε προσπάθεια για επικοινωνία μαζί της απέβη άκαρπη.

Αποφάσισα να …σηκώσω πάγκο και άνοιξα την ατζέντα. Τζίφος!

Τέσσερις μήνες χωμένος μες το ίδιο μισοφόρι είχαν κοπεί όλες οι γέφυρες με τον έξω κόσμο. Όλος ο καλός κόσμος είχε δουλειές με φούντες.

Η Έλενα παρακολουθούσε στη στοά του βιβλίου κάτι σεμινάρια του Γιανναρά, η Ελπίδα ήταν στο Μπαλί, η Άννα έπαιζε τόπι με το Μίμη και η Έλλη έπαιζε με τα μήλα του μαλάκα που γνώρισε τα Χριστούγεννα στην Πράγα.

Η μοναδική γυναίκα που ήταν πάντα διαθέσιμη, και είναι προς τιμή της, ήταν η Λίτσα η μπατσίνα, η βασίλισσα της γρήγορης πίπας, την οποία δεν είναι του παρόντος να πούμε πως την γνώρισα, παρόλο που η ιστορία αυτή σίγουρα θάκοβε πολλά εισιτήρια.

Όμως και η Λίτσα είχε συνάψει πρόσφατα δεσμό με έναν συνάδελφο της, ο οποίος την ζήλευε πολύ και δεν την άφηνε ούτε στιγμή από τα ματιά του, προφανώς γιατί είχε καταλάβει ότι και η Λίτσα δεν έμενε λεπτό μόνη.

Γύρω στις 8 το βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο.


– Σε πήρα για να σου πω ότι πέθανε ο Τσώρτσιλ και ότι έπρεπε να το ξέρεις.

– – – Μεγάλη απώλεια για την ανθρωπότητα. Ας αναπαυθεί εν ειρήνη, ποτέ συνέβη το μοιραίο;

– – Μάλλον χθες βράδυ, το πρωί που γύρισα σπίτι τον βρήκα στο χωλ και…., η φωνή της πνίγεται σε λυγμούς.

– – Kαι, αν επιτρέπεται, που γύριζες όλη νύχτα;

Γαμιόμουνα, αυτό δεν θες να μάθεις;

Κατάλαβα ότι έκανα την απολύτως λάθος ερώτηση και προσπάθησα να στρίψω παίρνοντας το ύφος που, όταν οι άλλοι έχουν προβλήματα, συμπάσχει μαζί τους.

– – Πότε με το καλό η κηδεία;

‘Ηρθε και τον πήρε ο Στέφανος να τον θάψει, εγώ δεν άντεχα να πάω.

Αυτός ο μαλάκας που σου πήρε το αυτοκίνητο όταν χωρίσατε και σου άφησε το σκύλο ο οποίος ήταν έτοιμος να καταθέσει πινακίδες;

Ο Τσώρτσιλ εκτός από όλες τις αρρώστιες που συνεπάγονται τα βαθιά σκυλογεράματα, είχε και ακράτεια ούρων, με αποτέλεσμα να μου ΄χει κατουρίσει όλο το σπίτι όπως και το αυτοκίνητο, με το οποίο της έκανα τον ταξιτζή. Μου ‘χε γαμίσει τους καναπέδες και ολόκληρο το σύμπαν μου ήταν μες την τρίχα του Τσώρτσιλ.

Όταν ο Τσώρτσης άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα, αντί ο μαλάκας, που εκτός των άλλων προσόντων του πρώτη φορά ερχότανε σε επαφή με την ιστορία μέσω του σκύλου, να τον πάει στον γιατρό, τον έκανε πάσα στη γκόμενα κι επειδή ο ίδιος ήτανε ρέστος και δεν είχε ούτε μαντίλι να κλάψει, της …..”δανείστηκε” και ό,τι φράγκα είχε στην άκρη, κράτησε και το αυτοκίνητο κι έτσι όταν χωρίσανε δεν είχε ούτε κι αυτή μαντίλι να κλάψει.

Αυτοί είναι έρωτες!

-Μωρό μου λυπάμαι, πραγματικά λυπάμαι πολύ. Νομίζω ότι στην κατάσταση που είσαι καλό είναι να μην μείνεις μόνη σου απόψε, θέλεις ναρθείς από ΄δω;

-Θέλω ναρθώ από κει για να πάρω τα πράγματα μου, αλλά θα προτιμούσα να μην συναντηθούμε.

-Νομίζω ότι είσαι υπερβολική, αφού όμως αυτό θέλεις ΟΚ, ας γίνει έτσι. Μόνο πες μου ποτέ πρόκειται ναρθείς για να φροντίσω να λείπω.

-Απόψε γύρω στις 10, αν σε εξυπηρετεί.

-Κανένα πρόβλημα, μόνο φρόντισε να κάνεις γρήγορα γιατί το πρωί έχω να ξυπνήσω νωρίς. Α! και σε παρακαλώ φρόντισε να μην σου συμβεί κάτι και το αναβάλεις, γιατί αύριο όλα σου τα στριγκάκια και τα ρούχα θα τα παραδώσω στην ενορία να τα μοιράσει στους φτωχούς, προκειμένου να τους λύσει την απορία.

*

Πέρασα από το πετ σοπ κι έσκασα 80 ευρά, μετά γύρισα σπίτι και έβαλα σ΄ ένα μπωλάκι γάλα, έτριψα μέσα κάτι κομμάτια κωλοφρυγανιές που είχανε απομείνει αλλά επειδή ήτανε λίγες άνοιξα κι έναν τόνο Ριομάρε και τον έριξα μέσα για να τονωθεί και μετά πήρα τον πρόεδρο και κανονίσαμε να πάω από κει για τάβλι, μπας και βγάλουμε κανένα …σπασμένο.

*

Γύρισα σπίτι κατά τις 5.30 το πρωί. Είχε βγάλει τα παπούτσια της και καθόταν στο ένα κωλομερι με τα πόδια πάνω στον καναπέ στη γνωστή γυναικεία, πολλά υποσχόμενη στάση. Είχε ανοίξει κι ένα μπουκάλι κρασί GRIS D΄ HAMMAMET, που μουχε κάνει δώρο ο πρόξενος της Τυνησίας ο οποίος με εκτιμούσε πολύ, και τόχε φυτιλιάσει. Δεν ξέρω αν το κρασί από τη Μπαρμπαριά εκτός από σπίρτο είχε και τίποτ΄ άλλο μέσα, αλλά μόλις είδε το μπάρμπα Ισίδωρο δάκρυσε. Μέχρι εδώ τα σημάδια ήταν καλά.

Κρατούσε το κουτάβι στην αγκαλιά της και το χάιδευε έχοντας φέρει τη μούρη του μπροστά στη δική της.

– -Που το βρήκες το κουτάβι;

– -Στο δρόμο, αναγκάστηκα να το μαζέψω, γιατί αλλιώς τώρα θάπαιζε κυνηγητό με τον Τσώρτσιλ στον ουρανό. Είναι για σένα, αν φυσικά το θέλεις!

– -Τόξερα πως έχεις και μια ευαίσθητη πλευρά.

– – Πρόκειται για το πλευρό που χρησιμοποίησε ο θεός για να σε φτιάξει. Μην ξεχνάς ότι εσύ και όλη η ευαισθησία σου είσαστε μια μερίδα παϊδάκια δικά μου.

Ο λόγος μου για τη δημιουργία πρέπει να τη συγκλόνισε!

Σηκώθηκε και ήρθε κοντά μου, με αγκάλιασε και βρέθηκα με μισό κιλό γλώσσα μες το στόμα, σφίχτηκε επάνω μου με δύναμη, με το κουτάβι ανάμεσα μας είμαστε σαν γιγάντιο Χοτντόγκ.

*

Επέμενε να κοιμηθεί αγκαλιά με το σκυλί, της εξήγησα ότι μπορεί να τραυματιστεί κατά λάθος πάνω στην αμάχη, “δεν θα δοθεί καμιά μάχη” απάντησε, μετά κάτι της απάντησα εγώ, κάτι ανταπάντησε αυτή, έσβησα το φως.

-Να είσαι φρόνιμος.

-Αγγελούδι.

Μετά από λίγο τρίζανε τα γυαλικά στα ράφια, δεκάδες αγγελάκια σβουρίζανε τρελαμένα πάνω από το κρεβάτι και η γειτονιά άκουγε πάλι τη γνωστή ροκ όπερα σε άπταιστα Σερβοβοσνιακά.

Για τους άντρες λένε ότι με μια φορά δεν γίνεσαι πούστης, για τις γυναίκες ίσως τα πράγματα να είναι διαφορετικά, δεν ξέρω.

Πάντως αυτή τη φορά δε χρειάστηκε να το συζητήσουμε πολύ, σχεδόν δεν της το ζήτησα.

*

Όταν έπεσε η αυλαία άπλωσα το χέρι μου και πήρα από το κομοδίνο την καρφίτσα που είχα βάλει από πριν εκεί.

Με μια κίνηση ακριβείας την τσίμπισα στο ανυποψίαστο κωλομάγουλο, ένοιωσα ένα σφίξιμο σα σπασμό περιμετρικά στην άκρη του πέους καθώς τραβήχτηκε ξαφνιασμένη και …βγήκα.

Πεντακάθαρος!!!

Advertisements