H Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) μου ‘φαγε τ’ αυτιά: «ορκίζεται το παιδί μας, πρέπει να πάμε οπωσδήποτε, τι πατέρας είσαι συ» κλπ.

Για όλα φταίει μια τρελή βραδιά καρναβαλιού πριν είκοσι ένα χρόνια. Τότε η Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) ήταν ακόμα στη σχολή, ήταν αρραβωνιασμένη μ’ ένα συνάδελφό μου, αυτός της έκανε μούτρα, αυτή ήθελε να ανταποδώσει – η κατάρα τόφερε και βρέθηκα εγώ εκεί, στον έκτο όροφο της σχολής που γινόταν το πάρτυ (της ΠΑΣΠ Οικονομικού) πήγαμε με την Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) γιούργια στον ταβλά με τα κουλούρια, λεπτομέρειες δε χρειάζονται – και λίγους μήνες μετά, αυτή η φυσική καταστροφή υπανδρεύθη έγκυος τον άλλονα. Εννέα μήνες ακριβώς μετά την τρελή βραδιά καρναβαλιού, ήρθε στον κόσμο ένας εύρωστος μπέμπης που εβαπτίσθη Συμεών, διότι έτσι έλεγαν τον πατέρα του πατρός του (όχι το δικό μου πατέρα – εγώ ήμουν ο πατέρας του βιολογικώς, άλλος όμως ήτο πατέρας από απόψεως Οικογενειακού Δικαίου – λήμμα πατέρες)

Δε θα το κάνω σήριαλ: πέρασαν τα χρόνια και δι ευχών των αγίων πατέρων ημών εγώ κράτησα άμυνα όσο μπόρεσα, αλλά στο τέλος έγινα πατέρας των νομίμων παιδιών μου, τα οποία υπεραγαπώ, αν και ενίοτε μου πρήζουν το συκώτι. Ο πατέρας του Συμεών, όμως, πήγε να συναντήσει τον πατέρα του, τον Συμεών, πριν της ώρας του και ο Συμεών (ο νεότερος, μη μπερδευόμαστε) που είχε καλομάθει με πατέρα, έμεινε χωρίς πατέρα, αλλά για καλή του τύχη είχε πατέρα, ο οποίος (όπως καλώς ενθυμείτο η Κατρίν – από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) ήμουν εγώ.
Από εφεδρικός πατέρας λοιπόν προβιβάστηκα (στο μυαλό της Κατρίν -από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) σε κανονικό. Δε μπορούσα να κάνω και πολλά, δεδομένου ότι από καιρού εις καιρόν ευρισκόμεθα με την Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) – με την βιβλικήν έννοιαν του ρήματος, αν και πρόσεχα να μην ξαναματαγίνω πατέρας εξ απροσεξίας και μόνον. Χηρεύσασα η Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) έκλαυσε πικρώς, διότι ο πατέρας του παιδιού της (ο βάσει του Οικογενειακού Δικαίου -λήμμα πατέρες) της άφησε μεν ένα σπίτι, αλλά και μια δωδεκάδα χρεωμένες κάρτες και καταναλωτικά δάνεια – για τα οποία οι σεβαστές Τράπεζες δεν χαρίζονται ούτε στον πατέρα τους, ως γνωστόν.

Το χειρότερο είναι πως δεν υπάρχει χημεία ανάμεσα σε μένα και στο ορφανό από πατέρα παιδί μου. Ανάθεμα τον πατέρα του (τον βάσει τουΟικογενειακού Δικαίου – λήμμα πατέρες) έγινε ίδιος με δαύτον: με το ζόρι τελείωσε το Λύκειο, έγινε δυό μέτρα μαντράχαλος αλλά το μυαλό του δεν παίρνει εύκολα στροφές. Στο μεταξύ, ούτε να τον αποφεύγω επιθυμώ (βλ. λήμμα «πατρικό φίλτρο» στην Βικυπαίδεια) αλλά και κάθε φορά που τον βλέπω αναθεματίζω τις τρελές νύχτες καρναβαλιού. Μετά από τρία λεπτά συζήτηση μεταξύ πατέρα και γυιού, σκέφτομαι αυθόρμητα «να σου χέσω τον πατέρα!» – εννοώ τον βάσει του Οικογενειακού Δικαίου πατέρα – λήμμα πατέρες, όχι τον βιολογικό πατέρα, δηλαδή τον εαυτό μου. Αν και δε μπορώ να αποφύγω το βασανιστικό φιλοσοφικό ερώτημα, που απευθύνω εις εαυτόν: «χάθηκε ένα durex»;

Συνοδεύοντας λοιπόν τη χήρα μάνα Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) ο (βιολογικός) πατέρας του Συμεών βρέθηκε στη Ρεντίνα, μαζί με πολλούς άλλους υπερήφανους πατέρες, για να παρακολουθήσει (-θήσω, δηλαδή) την ορκωμοσία του νεοσυλλέκτου υιού του πατέρα του, Συμεών του Λοκατζή. Για να το πετύχω αυτό αναγκάστηκα να πω ένα κάρο ψέματα στη μητέρα των νόμιμων παιδιών μου, τα οποία αν έβλεπαν τον πατέρα τους να ψεύδεται έτσι ασυστόλως, ότι πηγαίνει τάχα να παρακολουθήσει μια εκδήλωση της οικολογικής κίνησης για το βιβλίο ιστορίας (αυτό προβλέπω ότι θα σώσει πολλούς βιολογικούς, αλλά όχι από απόψεως οικογενειακού δικαίου πατέρες το επόμενο διάστημα – είναι το τέλειο άλλοθι!) και επιπλέον ότι είναι πατέρας (βιολογικός) ενός δίμετρου Λοκατζή ο οποίος πήρε όλα τα πάντα του από τον βάσει του Οικογενειακού Δικαίου –λήμμα πατέρες -πατέρα του, τα παιδιά μου λέγω – θα είχαν κάθε δικαίωμα να μου απευθύνουν το ήκιστα τιμητικόν «φτού σου, πατέρα!»

* * *

Κάνοντας αυτές τις βαθυστόχαστες σκέψεις, ενώ παρίστανα ότι πρόσεχα τα λόγια της Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) η οποία δεν έβαλε γλώσσα μέσα της σε όλη τη διαδρομή, φτάσαμε στη Ρεντίνα και στο στρατόπεδο Καμπάνη, το πάρκιν του οποίου είχε περισσότερα αυτοκίνητα και από το «Μεντιτεράνιαν Κόσμος», Σάββατο μεσημέρι.

Ένα κορδόνι και καμιά εβδομηνταριά μέτρα χώριζαν τους γονείς (πατέρες και μητέρες) τους λοιπούς συγγενείς (παππούδες, θείους /θειάδες) αρραβωνιαστικές (ελάχιστες) γκόμενες (ευάριθμες) γκόμενους (δεν εξεδηλώθη κανένας, αλλά στατιστικώς – όλο και κάποιος θα υπήρχε) κλπ των νεοσυλλέκτων. Οι οποίοι νεοσύλλεκτοι είχαν κουρευτεί όλοι προ διημέρου με την ψιλή, στεκόντουσαν κλαρίνο από τις 9 η ώρα (ήδη πλησίαζε 11) με τα μάτια γουρλωμένα και το βλέμμα να ατενίζει με μια κλίση περίπου 14 μοιρών προς τα άνω το γαλανό του ουρανού, είχαν λάβει οδηγίες να κουνάνε τα δάχτυλα των ποδιών τους μέσα στις αρβύλες για να αποφεύγονται οι λιποθυμίες, ήταν σκοπίμως νηστικοί και διψαλέοι για να μη χρειάζονται κατούρημα. Στοιχημένοι με απόλυτη τάξη, καμιά πεντακοσαριά λεβεντόπαιδα, από οποιαδήποτε γωνία κι αν τους κοιτούσες, λες και τους είχαν αλφαδιάσει με ράμμα!

Κόντεψα να μείνω ξερός από τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά των γονέων – εννοείται ότι τον τόνο τον έδιναν οι σεβαστές μητέρες, αλλά και οι πατέρες σιγοντάριζαν:

«Ποιο είναι το παιδί μου;»

«Αχ, όλα ίδια είναι, σαν τα κρεμμύδια στο μπαξέ… Ποιος είναι ο δικός μου;»

«Νάτος, νάτος, εκεί, στην πρώτη σειρά!»

«Τι λες ρε γυναίκα, στην πρώτη σειρά είναι οι νταγλαράδες, ο δικός μας είναι ένα κι εβδομήντα!»

«Άσε με συ… δεν ξέρω εγώ το παιδί μου;»

Όλοι κοιτούσαν με ζήλια εκείνους που είχαν προβλέψει και είχαν φέρει μαζί τους κιάλια, με τα οποία προσπαθούσαν να εντοπίσουν τα βλαστάρια τους. Όσο περνούσε η ώρα οι μανάδες ξεσάλωναν εντελώς:

«Καρδούλα μου, που είσαι;» (Ποίος είσαι, μεταξύ των εν χρώ;)

«Γιέ μ’ η μάνα σου είμαι!» (Καλά ντε, κι εμείς τι είμαστε; Είναι ανάγκη να φωνάζεις;)

Σπάραζε η καρδιά τους των μανάδων, καθώς έβλεπαν κάποιους από τους νεοσύλλεκτους να λιποθυμάνε και να σωριάζονται κατάχαμα. Όλοι είχαν λάβει οδηγίες, αν συμβεί κάτι τέτοιο να μη κουνήσουν ούτε βλέφαρο. Πράγματι, ερχόντουσαν από πίσω οι εκπαιδευτές και τους τραβούσαν καροτσάκι προς το βάθος των πραγμάτων, χωρίς να χαλάει ούτε στιγμή η τάξη της παρατάξεως. Οι μανούλες όμως δάγκωναν τα χείλη, τα δάχτυλα, τις καρδιές των πατεράδων:

«Κι αν είναι ο δικός μας;»

Μια κοντούλα από τη Λάρισα δίνει μια, σηκώνει το κορδόνι και περνάει στον απαγορευμένο χώρο. Ένας παπάς – πατέρας νεοσυλλέκτου βάζει τις φωνές:

«Που πάτε, κυρία μου; Απαγορεύεται, θα μας διώξουν όλους!»

Γυρίζει και τον κοιτάζει με βλέμμα ατρόμητης καραγκούνας:

«Παπά, κόφτου! Ιδώ δεν είνι ‘κκλησία, να κάν’ς κουμάντου! Κει πέρα είνι του πιδί μ’!»

Ο άντρας της (τι να κάνει ο άνθρωπος…) καβαλάει το κορδόνι, και την αρπάζει από το μπράτσο:

«Ιέλα μέσα μαρή, ριζίλι γίναμι!»

Η δόλια μάνα υπακούει και ξαναπερνούν το κορδόνι, αντίστροφα.

Καιρός ήταν. Τα μεγάφωνα αναγγέλλουν:

Άφιξις του Ιερού Ευαγγελίου!

Το τύμπανο χτυπάει (παράπαπαμ, παράπαπαμ, παπαμ…) και ο αρχιλοχίας δίνει το σύνθημα:

Ένοπλοι! Παρουσιάστε ό –πλα!

Ακούγεται ένα χράαπ, χρούπ, χράπ, χωρίς την παραμικρή ηχητική ή οπτική παραφωνία.

Νέο –σύ- λλεκτοί! Προ-σοχή!

Οι νεοσύλλεκτοι τεντώνονται κι άλλο (πόσο, πια;). Το Ιερόν Ευαγγέλιον παίρνει τη θέση του.

Άφιξις τιμωμένου προσώπου!

Η διαδικασία «παρουσιάστε» κλπ επαναλαμβάνεται. Είναι ένας ταξίαρχος των ΛΟΚ, ο οποίος κατευθύνεται προς τη σημαία, ενώ τον ακολουθούν με βήμα παρελάσεως ένας Σ/χης, ένας Αν/χης και ο Διοικητής της μονάδας. Στέκεται μπροστά στη σημαία, βαράει μια άψογη προσοχή και στη συνέχεια επιθεωρεί το τάγμα των νεοσυλλέκτων, οι οποίοι τον ακολουθούν με το βλέμμα, από δεξιά μέχρι τέρμα αριστερά – και απότομη επαναφορά, χράπ!

Οι νεοσύλλεκτοι ορκίζονται να φυλάττουν «πίστιν εις την Πατρίδα, υπακοήν εις το Σύνταγμα και τους νόμους… να εκτελώ ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου ως πιστός και φιλότιμος στρατιώτης». Ο ταξίαρχος βγάζει λόγο, δεκαπεντάλεπτο, στον οποίο θα άξιζε να αφιερωθεί ένα ολόκληρο ποστ, μια άλλη φορά.

Τώρα έχουμε την παρέλαση των νεοσυλλέκτων, οι οποίοι περνάνε από μπροστά μας καμαρωτοί καμαρωτοί, το χέρι ψηλά, το βήμα ζωηρό και φωνάζουν ομοθυμαδόν (κατόπιν παραγγέλματος):

Ψηλά, ψηλά – τα πράσινα μπερέ!

Παρελαύνουν ως το απέναντι υψωματάκι, ενώ οι γονείς έχουν λυσσάξει:

«Μα ποιος είναι ο δικός μας;»

Ελάχιστοι έχουν καταφέρει να εντοπίσουν τον υιό (τους) λοκατζή, μέσα στην απόλυτη τάξη και ομοιομορφία. Οι νεοσύλλεκτοι επιστρέφουν τώρα και ο λαός των συγγενών πηδάει (πατάει) το κορδόνι και τρέχει προς το μέρος τους. Διαδραματίζονται σκηνές απείρου κάλλους. Ο μαντράχαλος ηλιοψημένος λοκατζής να μη χάνει με τίποτα το βήμα του, ενώ η δόλια μάνα (που επιτέλους έχει αναγνωρίσει τον κανακάρη της) να τον ακολουθεί κατά πόδας φωνάζοντας:

«Αγάπη μου, αγάπη μου, αγάπη μου…»

Μητέρες βάζουν τις φωνές:

Μιχάληηηη…

Συμεώωωωων…

Επιτέλους, νάτος ο Συμεών! Πως διάολο δεν τον είχαμε εντοπίσει τόση ώρα – είναι ο μοναδικός μαύρος μεταξύ των νεοσυλλέκτων. Ξέχασα να σας πως η Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας, αν δεν σας το είπα ως τώρα) είναι από το Σουδάν και ο γυιός μας πήρε το χρώμα της. Αλλά έτσι που μαύριζαν και οι υπόλοιποι, που να τον ξεχωρίσεις;

Μάνα και γυιός αγκαλιάζονται. Καθώς δεν ασχολούνται μαζί μου, βρίσκω την ευκαιρία να αποσυρθώ διακριτικά και να ανάψω τσιγάρο, χαζεύοντας τον κόσμο. Και τότε, τους βλέπω: Είναι οι δίδυμοι λοχίες – εκπαιδευτές Πέτρος και Παύλος, προερχόμενοι από μια άλλη νύχτα τρελού καρναβαλιού – συγκεκριμένα από τα Ραγκουτσάρια στην Καστοριά , όπου βρέθηκα δευτεροετής φοιτητής, στα 1981. Με πλησιάζουν και μου λένε, ντουέτο, με δάκρυα στα μάτια:

«Πατέρα, συναντιόμαστε, επιτέλους!»

*

Τώρα αναρωτιέμαι, μέσα στη θολούρα μου, τι θα βρω να ξεφουρνίσω στη μητέρα των νόμιμων παιδιών μου, που έρχεται ολοφυρόμενη να συναντήσει τον πατέρα τους, ο οποίος υπέστη ελαφρύ έμφραγμα και νοσηλεύεται στο «Παπανικολάου», με τιμητική φρουρά τους Πέτρο και Παύλο, αμφοτεροπλεύρως. Θείε Ισίδωρε, σώσε με!

Advertisements