Έχουμε δυο μεγάλες ομάδες στην ελληνική κοινωνία – κάπως σαν τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό. Η μια υποστηρίζει πως το βιβλίο της ιστορίας θα πρέπει να αποσυρθεί, η άλλη πως όχι. Η πρώτη επιχειρηματολογεί πως πρόκειται για ένα μονάχα επεισόδιο στην γιγαντιαία προσπάθεια της Νέας Τάξης να αλλοιώσει την ιστορία των Ελλήνων – η δεύτερη υποστηρίζει πως πρόκειται για ένα καλό βιβλίο, γραμμένο στο πνεύμα της καταλαγής και της συναδέλφωσης των λαών.

Κι επειδή είμαστε αυτοί που είμαστε, πολύ γρήγορα η πολιτική αντιπαράθεση (γιατί πολιτική είναι) μετατράπηκε σε κλασσικό ποδοσφαιρικό ντέρπυ:

– Πουλημένοι οι παίχτες! – Προδότες της φανέλας! – Ο διαιτητής είναι μιλημένος! – Γαμ**** ο θρύλος κι ο Πειραιάς! – Τούρκοι Τούρκοι! (εναλλακτικά: Βου Βου Βούλγαροι!) – Είσαι Έλληνας, ΡΕ; – Θλιβερό εθνίκι!

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο διάλογος πάει περίπατο. Στόχος πλέον δεν είναι η ανταλλαγή επιχειρημάτων, εν όψει μιας σύγκλεισης, αλλά η εξουθένωση και η (ηθική, κατά κύριο λόγο) του «εχθρού». Κι αν το παιγνίδι δεν παιζόταν στα διαδικτυακά, αλλά στα παραδοσιακά καφενεία, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι θα έπεφτε άγριο κλωτσομπουνίδι, μεταξύ των φιλάθλων – συγνώμη, των συν-ομιλητών. Και καρεκλιές!

Μια πρώτη παρατήρηση: η διαχωριστική γραμμή περνάει μέσα από όλα τα κόμματα ή, σωστότερα, τις πολιτικές αντιλήψεις. Αν εξαιρέσει κανείς τους χουντικούς / ακροδεξιούς / χριστιανοέλληνες, οι οποίοι εμφανίζονται συμπαγείς στη μία πλευρά, οι υπόλοιποι (μπορεί να) τοποθετούνται σε οποιοδήποτε πολιτικό ή ιδεολογικό χώρο, από την κυβερνητική δεξιά ως την εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Και είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι τμήμα της αριστεράς συμπράττει πολιτικά με τμήμα της ΝΔ – ενώ, αντίστοιχα, ένα άλλο κομμάτι της συμπλέει με τις πιο προχωρημένες θέσεις της φιλελεύθερης (Ανδριανοπουλικής, σχηματικά) σκέψης. Συζητώντας με κάποιους ψηφοφόρους του Συνασπισμού διαπιστώνω σαφώς ακραία εθνικιστική αντίληψη – και με ορισμένα οργανωμένα μέλη του ΠΑΣΟΚ μια επίσης ακραία διεθνιστική θεώρηση των πραγμάτων! Ένα κατ’ αρχήν ανύποπτο θέμα (ένα σχολικό εγχειρίδιο) αμφισβητεί στην πράξη τις παγιωμένες ταξινομήσεις της ελληνικής κοινωνίας!

Και, για πρώτη φορά από τη μεταπολίτευση (όσο μπορώ να θυμάμαι) όλα (δηλαδή η κυρίαρχη και οι δευτερεύουσες παραδόσεις) συζητούνται από μηδενική βάση. Όσο κι αν ο διάλογος έχει την τάση να γίνεται ποδοσφαιρικός, τα βασικά ερωτήματα έχουν ήδη διατυπωθεί και προβληματίζουν όλους – δηλαδή όσους διατηρούν μια στοιχειώδη ψυχραιμία και, κυρίως, τη δυνατότητα να ακούνε την άλλη άποψη και να «δοκιμάζουν» την πληρότητα της δικής τους. Η ελληνικότητα, το έθνος, ο διεθνισμός και ο κοσμποπολιτισμός, η αλήθεια ή η κατασκευή της ιστορικής μνήμης, οι ερμηνείες των ιστορικών συμβάντων, οι ίδιες οι πολιτικές οριοθετήσεις – όλα μπήκαν ξανά στο τραπέζι. Και, αν εξαιρέσει κανείς τους αδιόρθωτους «οπαδούς» (που υπάρχουν και στις δύο πλευρές – και με τις αρκουδιές τους αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση) οι υπόλοιποι που συμμετέχουν ή παρακολουθούν έχουν μια μοναδική ευκαιρία αναστοχασμού και εμβάθυνσης.

Μια δεύτερη παρατήρηση: από τη συζήτηση αναδεικνύονται (ίσως για πρώτη φορά) οι ιδιαίτερες ευαισθησίες και οι χαρακτήρες των μεγάλων συστατικών ομάδων του Ελληνισμού: οι Πόντιοι, οι Κύπριοι, οι Μωραΐτες, οι Μακεδόνες, οι Μικρασιάτες ξαναβλέπουν προς τα πίσω, ανακαλύπτουν την ιδιαίτερη ιστορική τους πορεία προς το «έθνος» και στοχάζονται πάνω στην αυτό-συνείδησή τους. Οι συνθήκες μετα-νεωτερικότητας το επιτρέπουν (αν όχι το επιβάλλουν). Οι διεργασίες αυτές, που η ύπαρξή τους εκδηλώθηκε με αφορμή το βιβλίο, μπορεί να οδηγήσουν είτε σε ένα ανώτερο επίπεδο «εθνικής ενότητας», είτε να αποσαθρώσουν οριστικά την κυρίαρχη παράδοση περί ελληνικότητας. Σε κάθε περίπτωση είναι ιδιαίτερα σημαντικές – και ίσως καθοριστικές για το μέλλον. Σημειώνω ότι από τη συζήτηση απουσιάζουν, προς το παρόν, μεγάλες ομάδες όπως οι Ρομ ή οι μη «Ορθόδοξοι» Έλληνες – και, φυσικά, οι πολυάριθμοι μετανάστες που επέλεξαν (ή τους έτυχε) να έρθουν και να ζουν στα όρια της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Από την ως τώρα ζύμωση, όσο μπόρεσα να την παρακολουθήσω – και αν αφαιρέσουμε τις διολισθήσεις (ένθεν κακείθεν) προς το θεολογικό τρόπο σκέψης (σημαίνει: έχω έτοιμες τις απαντήσεις και προσαρμόζω τα δεδομένα σε αυτές) προκύπτει μάλλον η επιβεβαίωση της ύπαρξης μιας νέας διαχωριστικής γραμμής, παρά η σύγκλειση των απόψεων. Η ενδημική τάση για ποδοσφαιροποίηση της συζήτησης είναι μονάχα η επιφάνεια- και, προφανώς, όχι το πιο σημαντικό. Από κάτω, ο νέος διχασμός είναι ήδη πραγματικότητα, μέσα το πλοίο που ταξιδεύει.

Τα αποτελέσματα αυτής της διεργασίας είναι πιθανόν να τα δούμε στο μέλλον – και να είναι τόσο εντυπωσιακά, όσο δε μπορούμε να φανταστούμε σήμερα, όσο κουβεντιάζουμε παθιασμένα για ένα σχολικό εγχειρίδιο.