48agynaikes-passelinos-protato.jpg

(Ομάδα γυναικών. Χειρ Εμ. Πανσέληνου, Πρωτάτο, Καρυές)

Κεντρικό θέμα στη διδασκαλία του Παύλου αποτελεί η αντιμετώπιση της αμαρτίας, η οποία πριν τον Ιησού γινόταν δια του νόμου, αλλά τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει (Ρωμ. ζ’ 7-8): Τι ουν ερούμεν; ο νόμος αμαρτία; μη γένοιτο’ αλλά την αμαρτίαν ουκ έγνων ει μη δια νόμου’ την τε γαρ επιθυμίαν ουκ ήδειν ει μη ο νόμος έλεγεν, ουκ επιθυμήσεις’ αφορμήν δε λαβούσα η αμαρτία δια της εντολής κατειργάσατο εν εμοί πάσαν επιθυμίαν’ χωρίς γαρ νόμου αμαρτία νεκρά. Ο Παύλος μας δείχνει γλαφυρά πως μπορεί ο νόμος να παράγει τα αντίθετα αποτελέσματα από εκείνα τα οποία επιδιώκει.

Επαναλαμβάνεται επίσης η θέση, που την είχε αναπτύξει και ο Ιησούς, ότι η αμαρτία βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο (Ρωμ. ζ’ 19-24): ου γαρ ό θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ’ ό ου θέλω κακόν τούτο πράσσω. Ει δε ό ου θέλω τούτο ποιώ, ουκέτι εγώ κατεργάζομαι αυτό, αλλ’ η οικούσα εν εμοί αραρτία. Ευρίσκω άρα τον νόμον τω θέλοντι εμοί ποιεί το καλόν, ότι εμοί το κακόν παράκειται’ Συνήδομαι γαρ τω νόμω του Θεού κατά τον έσω άνθρωπον, βλέπω δε έτερον νόμον εν τοις μέλεσί μου αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με εν τω νόμω της αμαρτίας τω όντι εν τοις μέλεσί μου. Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος! Τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου; Πραγματικά, ταλαίπωρος άνθρωπος – αλλά όχι ο άνθρωπος γενικά, μονάχα αυτός ο άνθρωπος που αυτοεγκλωβίζεται σε τέτοια ενοχικά αδιέξοδα, τα οποία διαστρέφουν και καταστρέφουν την ανθρώπινη φύση. Από τα συγκεκριμένα εδάφια προκύπτει ότι ο κλασικός Εβραίος θεολόγος Παύλος φοβάται και μισεί το σώμα του (ουσιαστικά: την ερωτική -σεξουαλική του επιθυμία) και δημιουργώντας, υπό την επιρροή της εβραϊκής θεολογίας, ένα φρικτό πλέγμα ενοχών, επιζητεί εναγωνίως πλέον τη σωτηρία, πρόθυμος να θυσιάσει και να καταστρέψει την ζωή του ενόψει μιας ιδανικής μέλλουσας ζωής.

Είναι τραγική η κατάσταση του ανθρώπου που οι μυλόπετρες του καλού και του κακού αλέθουν τη διάνοιά του και τον υποχρεώνουν να στρεβλώνει την αντίληψη της ίδια του της ζωής. Ζει μόνιμα μέσα σ’ ένα τεχνητό, ζοφερό τοπίο ενοχών και άγχους, όπου η πνευματική και η σωματική υγεία του καταστρέφονται – και άθελά του συνηθίζει να ζει ως άρρωστη ύπαρξη, θεωρώντας επιπλέον την αρρώστια αυτή ως φυσιολογική και ευλογημένη. Δεν εκπλήσσουν λοιπόν η αυτολύπηση, ούτε η μόνιμη εχθρότητα προς το σώμα, που έχει, δήθεν, δικούς του νόμους, αντιστρατευόμενους, τάχα, το νόμο του Θεού, ούτε η καταστροφική δυϊστική (ουσιαστικά: διχαστική) ερμηνεία των πάντων – του κόσμου και του ανθρώπου. Διαβάζοντας κανείς αυτά τα αποπνικτικά κείμενα του Παύλου, αλλά και τα υπόλοιπα της Καινής Διαθήκης, νοσταλγεί όλο και περισσότερο τον καθαρό αέρα του Ηρακλείτου.

Ο διχασμός ανάμεσα στο καλό και στο κακό, ανάμεσα στο θείο θέλημα και στην ανθρώπινη αμαρτία, εκφράζεται στον Παύλο με την αντιδιαστολή της σάρκας και του πνεύματος (Ρωμ. η’ 5, 6, 8, 12, 13 & 17): Οι γαρ κατά σάρκα όντες τα της σαρκός φρονούσιν, οι δε κατά πνεύμα τα του πνεύματος. Το γαρ φρόνημα της σαρκός θάνατος, το δε φρόνημα του πνεύματος ζωή και ειρήνη, οι δε εν σαρκί όντες Θεώ αρέσαι ου δύνανται. Άρα ουν, αδελφοί, οφείλεται εσμέν ου τη σαρκί του κατά σάρκα ζην’ ει κατά σάρκα ζήτε, μέλλετε αποθνήσκειν’ ει δε Πνεύματι τας πράξεις του σώματος θανατούτε, ζήσεσθε. Ει δε τέκνα, και κληρονόμοι, κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού, είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν. Και εδώ, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, ο Παύλος δεν παραλείπει να διακρίνει, κατά το πνεύμα της Γραφής, τον Θεό από τον Ιησού.

Η συλλογιστική του Παύλου δεν ξεφεύγει ποτέ από το κινούν αίτιο: θέλει να σωθεί, αλλά και να συνδοξασθεί… Αυτή η επιθυμία είναι τόσο ισχυρή ώστε δικαιώνει και νομιμοποιεί όλες τις στρεβλώσεις, τις υπερβολές και τους καταναγκασμούς της δυϊστικής (διχαστικής) σκέψης. Εν όψει αυτού του καταναγκαστικού συνδοξασμού – σωτηρίας ο πιστός άνθρωπος είναι ικανός να κάνει τα πάντα εις βάρος του εαυτού του και των άλλων. Να υποστεί τις μεγαλύτερες ταλαιπωρίες, αλλά, κυρίως, να προξενήσει τεράστιες καταστροφές στις ανθρώπινες κοινωνίες και σε ανθρώπους που έχουν την ατυχία να βρεθούν εκεί όπου οι φανατικοί δυϊστές κατέχουν και πολιτική εξουσία: αυτό ακριβώς έκανε στην ιστορική του διαδρομή (και κάνει ακόμα) ο χριστιανισμός, ως θεσμισμένη θρησκεία.

Οι διχαστικές αντιλήψεις της εβραϊκής παράδοσης οδηγούν υποχρεωτικά στην ανάγκη για αλλαγή, για μετάλλαξη του σώματος (Α’ Κορ. 40-45): Σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν. Εστι σώμα ψυχικόν, και εστι σώμα πνευματικόν. Ούτω και γέγραπται’ εγένετο ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ εις ψυχήν ζώσαν’ ο έσχατος Αδάμ εις πνεύμα ζωοποιούν. Δημιουργείται έτσι μια προοπτική, ένας συγκεκριμένος μεγάλος σκοπός, η εξυπηρέτηση του οποίου είναι πλέον το άλφα και το ωμέγα του πιστού (Α’ Κορ. 50-52): Τούτο δε φημί, αδελφοί, ότι σαρξ και αίμα βασιλείαν Θεού κληρονομήσαι ου δύνανται, ουδέ η φθορά την αφθαρσίαν κληρονομεί. Ιδού μυστήριον υμίν λέγω’ πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα, πάντες δε αλλαγησόμεθα, εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού, εν τη εσχάτη σάλπιγγι’ σαλπίσει γαρ, και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι, και ημείς αλλαγησόμεθα.

Ιδού ποια είναι, σύμφωνα με τον Παύλο τα έργα της σαρκός και ποια τα έργα του πνεύματος (Γαλ. ε’ 19-23): φανερά δε εστι τα έργα της σαρκός, άτινα εστι μοιχεία, πορνεία, ακαθαρσία, ασέλγεια, ειδωλολατρία, φαρμακεία, έχθραι, έρεις, ζήλοι, θυμοί, εριθείαι, διχοστασίαι, αιρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κώμοι και τα όμοια αυτοίς, ά προλέγω υμίν καθώς και προείπον, ότι οι τα τοιαύτα πράσσοντες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσιν. Ο δε καρπός του Πνεύματος εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια’ κατά των τοιούτων ουκ έστι νόμος. Δε νομίζω ότι μπορεί να συναντήσει κανείς εύκολα ξανά τέτοιο διχαστικό (και τόσο απάνθρωπο και επικίνδυνο) μανιφέστο, όπου ο άνθρωπος κυριολεκτικά ακρωτηριάζεται, ενοχοποιώντας στο έπακρο τη σάρκα, δηλαδή το σώμα του, στο όνομα της σωτηρίας

Η στρέβλωση της σκέψης εφαρμόζεται μόνιμα σε όλο το φάσμα των θεμάτων που απασχολούν τις Επιστολές: είναι, για παράδειγμα, ολοφάνερη στο ακόλουθο απόσπασμα, όπου ο Παύλος συμβουλεύει πώς να χειριζόμαστε τους εχθρούς μας (Ρωμ. ιβ’ 20-21): Εάν ουν πεινά ο εχθρός σου, ψώμιζε αυτόν, εάν διψά, πότιζε αυτόν’ τούτο γαρ ποιών άνθρακας πυρός σωρεύσεις επί την κεφαλήν αυτού. Μη νικώ υπό του κακού, αλλά νίκα εν τω αγαθώ το κακόν. Το άκρον άωτον της υποκρισίας και της Φαρισαϊκής σκέψης, που θα έκανε τον Ιησού του απλού, αν και υπερβολικού, αγαπάτε τους μισούντας υμάς να ανατριχιάσει… Ο Παύλος παρέμεινε ως το τέλος ένας αυθεντικός Φαρισαίος – από αυτούς που κατακεραύνωνε σε κάθε ευκαιρία ο Ιησούς.

(Σημείωση: Υπάρχουν κάποιοι που ίσως βιαστούν να προβάλλουν το έωλο επιχείρημα πως όλα αυτά δεν ισχύουν για την Ορθόδοξη παράδοση της καθ΄ημάς Ανατολής. Ισχύουν απολύτως – αλλά αυτό είναι θέμα άλλου σημειώματος)

Advertisements