1298902883_3

Το δεύτερο πρόγραμμα έπαιξε τη «συννεφούλα» και αμέσως είχαμε μια έντονη αντιπαράθεση, πολιτικοκαλλιτεχνική. Ο κοντός δεν ήθελε ν’ ακούσει για Σαββόπουλο: ο μπείξος, ο δείξος, ο τσανακογλύφτης των εξουσιών… Βρε, κόψε κάτι, έλεγα εγώ, ο άνθρωπος μπορεί να είναι αυτός που είναι, υπάρχουν όμως και τα τραγούδια. Τι σου φταίνε τα τραγούδια; Όχι, τέτοιος βολεψάκιας και οππορτουνιστής, σιγά μην ακούω τα τραγούδια του! Ο Περικλής άκουγε σιωπηλός πίσω από τους καπνούς του καπιταλιστικού του πούρου – η εναλλακτική, λέει, για να κάψει το τσιγάρο. Ξαφνικά πήρε το λόγο και μας αφηγήθηκε μια δική του ιστορία.

* * *

Στα 1972 ήτανε μαύρη χούντα κι εγώ ήμουνα φαντάρος. Σας έχω πει πως πήρα μετάθεση από το τάγμα ανεπιθυμήτων στα Γιάννενα και ήρθα Θεσσαλονίκη. Μετά, έκανα κάτι τρέλες και βρέθηκα Κιλκίς, μετά επέστρεψα πάλι, στο Τάγμα Υλικού Πολέμου, στον Εύοσμο.

Καινούριο στρατόπεδο, καινούριες φάτσες, εγώ να μη γνωρίζω κανέναν. Δυο χρόνια, η μόνη εκπαίδευση που μας κάνανε ήταν «ζήτω η εθνική κυβέρνησις – ζήτω ο Γεώργιος Παπαδόπουλος!» Έχω να σας λέω ιστορίες… Όποιος έκανε κιχ, τον έκλαιγε η μάννα του: Το καψόνι (καψόνι όμως, όχι αστεία…) ήταν το λιγότερο που τον περίμενε.

Δεύτερη, τρίτη μέρα που έχω φτάσει εκεί, το στρατόπεδο μαύρο, που να μιλήσεις, σε ποιόν να μιλήσεις… Το βράδυ, σιωπητήριο, σβήνουν τα φώτα στο θάλαμο και την πέφτουμε όλοι, μένει μονάχα το μπουρδελέ – ένα κόκκινο φωτάκι ίσα για να βλέπει ο θαλαμοφύλακας. Σκέφτομαι πολλά, δε μου κολλάει ύπνος.

Ξαφνικά ακούω μουσική! Λέω, δε μπορεί, λάθος κάνω. Τεντώνω τ’ αυτιά – κάποιος χαϊδεύει μια κιθάρα, δεν παίζει, τη χαϊδεύει μονάχα. Ανασηκώνομαι λίγο και τον εντοπίζω τρία κρεβάτια παρακεί, είναι ο θαλαμοφύλακας, ο Νίκος – ο συνάδελφος γραφέας, χημικός μηχανικός, πολύ μορφωμένο παιδί, Αθηναίος.

Παίζει τα ακόρντα από το «Κιλελέρ» του Σαββόπουλου. Μόλις το συνειδητοποιώ, με διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα! Αρχίζω να μουρμουρίζω τα λόγια μαύρο ζώο και τυφλό, μαστιγωμένο / που θα με κρύψεις πες μου που /ακούω φωνές από παντού / και φοβάμαι το καημένο…

Ο Νίκος παίζει, νομίζει πως δεν τον ακούει κανείς, τόσο σιγά. Κάποια στιγμή όμως εγώ έχω πια μερακλώσει και πάνω στο ρεφραίν ψιθυρίζω δυνατά: Κιλελέρ, το Κιλελέρ…

Η κιθάρα σταματάει απότομα. Απόλυτη σιγή. Μένω όπως είμαι, μισοανασηκωμένος στο κρεβάτι. Ο Νίκος με εντοπίζει, έρχεται από δίπλα, σκύβει και ψιθυρίζει, όλο χαρά: σύντροφε! Δίνουμε τα χέρια και φεύγει.

Την άλλη μέρα, στα γραφεία του Τάγματος μου γνωρίζει και τον άλλον. Ένα παιδί από τη Μυτιλήνη, μηχανικός κι αυτός, ο Χρίστος. Κάποια στιγμή που περνάει από ‘μας, ο Νίκος του κάνει νόημα, με δείχνει με μια κίνηση του κεφαλιού και τα χείλη του σχηματίζουν τη λέξη, χωρίς ν’ ακουστεί ήχος: σύ -ντρο -φος! Ο Χρίστος με πλησιάζει ατάραχος και ψαρωτικός και μου δίνει το χέρι, δυνατά. Πας στοίχημα ότι θα σας σκίσουμε την Κυριακή, ρε παλιομπαόκι;

Από τότε η τριάδα έμεινε αχώριστη, μέχρι που …χώρισε. Καλή τους ώρα, όπου κι αν βρίκονται!

* * *

Προς το μεσημέρι περνάω ξανά από το κυλικείο και βρίσκω τον Περικλή να λάμπει: Πήρα το Νίκο, μου λέει, μετά από τόσα χρόνια! Έψαξα και τον βρήκα, από τον κατάλογο δηλαδή και του τηλεφώνησα! Είναι καλά – κι ο Χρίστος καλά. Σάββατο βράδυ κατεβαίνω Αθήνα, θα βρεθούμε! Κι αν παίζει πουθενά ο Σαββόπουλος…

Ο Περικλής ανάβει καινούριο πούρο – το κόψιμο του τσιγάρου είναι γεγονός!

——–

Εδώ η πρώτη ανάρτηση, με ενδιαφέροντα σχόλια:

http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/02/blog-post_113976206327433957.html

Advertisements