Ο μύστης του λαϊκού και του έντεχνου τραγουδιού Athanassios, με προσκάλεσε να γράψω για πέντε τραγούδια αγαπημένα:

http://athanassios-juke-box.blogspot.com/2007/04/blog-post_29.html

Για τα τραγούδια, πώς να πω όχι; Αν και θα προτιμούσα να ήταν εκατόν πέντε…

*

Η πρώτη μου επαφή με το τραγούδι, εκτός από εκείνα που τραγουδούσε η μάνα μου, έγινε μέσα από ένα μεγάλο ΤΖΟΥΚ- ΜΠΟΞ, στο οικογενειακό μας καφεοινοπαντοπωλείον. Αντί άλλης περιγραφής, ιδού πως έδωσα την εικόνα, χρόνια αργότερα, σε στιχάκια:

Μεγάλωσα ακούγοντας Μάρκο και σχετικά

από ‘να χρυσοκόκκινο τζουκ μποξ στην επαρχία.

Χορεύαν οι χωριάτες κι εγώ εκστατικά

το μέλλον μου ζωγράφιζα, με χρώματα ζεστά.


Ένα από τα πρώτα τραγούδια που άκουσα με μάτια διεσταλμένα και το ερωτεύτηκα άπαξ δια παντός, ήταν τα ματόκλαδά σου λάμπουν, του Μάρκου, στην εκτέλεση του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Στίχοι και μουσική πότισαν την ψυχή μου. Σαράντα χρόνια αργότερα, παραμένει το αγαπημένο μου τραγούδι. Λιτή, στιβαρή, πανέμορφη δωρική κολώνα – μέσα στα μουσικά ερείπια της μουσικής μετα-νεωτερικότητας (διάβαζε: σαχλαμάρας). Σημείο αναφοράς, φυγής, ανακούφισης – και, πάνω απ’ όλα, αυθεντικής χαράς!

Τα ματόκλαδά σου λάμπουν
σαν τα λούλουδα του κάμπου
Τα ματάκια σου αδερφούλα
μου ραγίζουν την καρδούλα
Τα ματόκλαδα σου γέρνεις
νου και λογισμό μου παίρνεις

Τα ματάκια σου να βγούνε
σαν και μένα δε θα βρούνε

Το άλλο τραγούδι του τζουκ- μποξ που με έκανε να δώσω ρέστα, ήταν το γιατί καλέ γειτόνισσα, του Άκη Πάνου, με τη φωνή του Στράτου Διονυσίου. Χρόνια μετά γνώρισα και αγάπησα και τα άλλα τραγούδια του άξιου διαδόχου του Μάρκου, αλλά τόσο όμορφο μπουζούκι, σαν το ταξίμι της εισαγωγής στη γειτόνισσα, δεν άκουσα ξανά – ούτε στου Άκη τα τραγούδια, ούτε σε κανενός άλλου. Αλλά, είπαμε: πέντε!

Τα ματόκλαδα τα επικαλέστηκα σε μια κορυφαία στιγμή ενός από τους ήρωές μου της Καλυψώς, του Κριτία, όταν πιωμένος και φευγάτος σκηνοθετεί την τελετή της εξόδου του από τη ζωή: Ήθελε να είναι το τελευταίο του άκουσμα! (http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/03/blog-post_03.html)

Αυτό (και μόνο) θα ήθελα κι εγώ να ακούσω (τρόπος του λέγειν), όταν έρθει η ώρα μου, να με …ψάλλουν. Και τα πανέμορφα μάτια που αγαπώ να είναι εκεί, νοτισμένα.

*

Μετά, έγινα εργένης. Στην Καλαμάτα, μαθητής στο Α’ Γυμνάσιο και Λύκειο. 1973-79. Εκεί, άρχισα να ξεφεύγω από τα τραγούδια του τζουκ-μποξ, άρχισα να ακούω ροκ. Διεθνές (Pink Floyd, Kinks, Dylan, Beatles, Stones, Tull, Doors, Zappa etc) και …Βαλκανικό, δηλαδή Διονύση Σαββόπουλο. Έγραφα στα δισκάδικα κασέτες – μερικές τις έχω ακόμα. Τότε, οι Αχαρνής. Κι από το δίσκο, ένα τραγουδάκι -πολυσήμαντο:

(Ο Δικαιόπολις και η οικογένειά του σε λειτουργία)

Εσύ, κράτα σηκωμένο το φαλλό πίσω απ’ το κορίτσι. Εγώ τώρα θα πω το τραγούδι το καλό – και συ, γυναίκα, ανέβα στα κεραμίδια να με βλέπεις!

Θεούλη του φαλλού, μωράκι,

του Διόνυσου συνταξιδιώτη

στο κωμικό μας καραβάκι…

Δε σ’ έχω ιδεί πέντε χρονάκια

κλέφτη του έρωτα που ανθίζεις

μέσα στης νύχτας τα χαντάκια.

Τώρα το χώμα μου πατάω

έκλεισα ειρήνη μοναχός μου

και ταπεινά σε χαιρετάω.

Δε θέλω μάχες και το δρόμο πήρα

τη δούλα του Στημόδωρου να πιάσω

την ώρα που σκυμμένη κλέβει ξύλα.

Στην αγκαλιά μου σηκωμένη

την κλεφταρού θα τη φιλήσω*,

θεούλη μου φτωχέ και πένη.

Κερνάω ειρήνη, σ’ ένα φλιτζανάκι

έλα κι εσύ να πιεις που σε πονάει

– η ασπίδα μου θα κρέμεται στο τζάκι.

-_-

(* το «φιλήσω» αντί του ορθού, ένεκα η λογοκρισία)

Ήταν τα χρόνια της δεύτερης μύησης. Οι γραμμές των οριζόντων μετατοπίζονταν συνεχώς. Τα κόκαλα του κεφαλιού μου έτριζαν, για να χωρέσουν τα καινούρια που με αντάμωναν καθημερινά. Και τα τραγούδια έντυναν τα πάντα. Δεν ήταν μονάχα το ροκ και ο Σαββόπουλος, ήταν και ο Χατζιδάκις και ο Μίκης και το Νέο Κύμα. Και το σκυλάδικο της εποχής, παραφωνία δίπλα στα ρεμπέτικα και τα λαϊκά. Σκυλάδικο, που αν το συγκρίνεις με τα σημερινά, παίρνει …πόντους: Ζαγοραίος, Μιχαλόπουλος, Αγγελόπουλος. Και δυο μεγάλες μουσικές, που τις άκουσα για πρώτη φορά από το Τρίτο Πρόγραμμα, του Χατζιδάκι: κλασσική και jazz. Η δεύτερη, με κρατάει ακόμα μαγεμένο.

*

Χειμώνας ’79, Θεσσαλονίκη, πανεπιστήμιο. Έγραφα, δέκα χρόνια αργότερα, στο ίδιο τραγουδάκι:

Στην πολιτεία έφτασα με βήμα ζωηρό

ν’ αγγίξω λαχταρώντας ό,τ’ ήθελα καιρό

Διάλεξα ό,τι μούτυχε και πήρα ό,τι βρήκα

σοφία από το σωρό, γυναίκες δίχως προίκα.

Μέτρησα τοίχους στρέμματα πολύχρωμο χαρτί

εσπερινούς με μπάτσους, μαγκούφης την αυγή

καπνός ντουμάνι σε ρυθμούς επαναστατικούς

– μα άλλο να τα ζήσεις και άλλο να τ’ ακούς.

Βουτάω μες στη θάλασσα να βγάλω το κοράλλι

αν όχι – ρέστα και ταπί, αν ναι – ωραίος πάλι

μα σαν εγκαταλείπω το μαγικό βυθό

φύκια κρατώ στα χέρια μου και φτύνω το νερό.

Μια δεκαετία, καπνός. Οι φωτιές της, όμως, άναψαν πραγματικά. Και, απόσταγμα, το τραγούδι του Νικόλα Άσιμου, venceremos:

Αποκομμένος απ’ όλους κι απ’ όλα
σε μαγεμένη τροχιά
πήρα το δρόμο να φύγω μα ήρθα
τίποτα δε μ’ ακουμπά
στον παράξενο μου χρόνο

Ξέρουμε πως είναι ψέμα
μα ας γίνουμε τα δυο μας ένα
να σ’ αγκαλιάσω να μ’ αγκαλιάσεις
να ξεγελιέσαι να ξεγελιέμαι
Σα ζευγαρώνουν δυο βεγγαλικά
μοιάζουν με μηνύματα τηλεπαθητικά
στων προσώπων μας τις ζάρες

Με δίχως σημαίες και δίχως ιδέες
δίχως καβάντζα καμιά
ντύθηκε η μέρα τα γούστα της νύχτας
και η ψυχή μου πηδά
στου απέραντου την ψύχρα

Θες ν’ αγγίξεις την αλήθεια
για βγες απ’ έξω απ’ τη συνήθεια
σύρε κι έλα να με λούσεις
κι ας είμαι της καθαρευούσης
να σ’ αγαπήσω να μ’ αγαπήσεις
έστω για λίγο για τοσοδούλι
Δρεπανηφόρα άρματα περνάν
στις τσιμεντούπολης του θανάτου το συμβάν
ασυγκίνητο σ’ αφήνει

Σου ξαναδίνω το είναι μου τώρα
θωρακισμένε καιρέ
με μια σκληρή παγερή τρυφεράδα
σε πλησιάζω ,μωρέ
μ’ αυταπάτες πια δεν έχω

Ξέρουμε πως είναι ψέμα
μα ας γίνουμε τα δυο μας ένα
δες θα φτιάχνουμε στιχάκια
να περπατάν σαν καβουράκια
πλάγια κι ακριβά τα χάδια
φως αχνό μες στα σκοτάδια
Μ’ ένα μου πήδο θα σε ξαναβρώ
στο μαγκανοπήγαδο της ήττας μου περνώ
Venceremos, Venceremos…

Το τραγούδι τα λέει όλα.

*

Η ζωή συνεχίζεται. Ένα λαμπερό πρωινό του Σεπτέμβρη, οδηγώ στα στροφιλίκια του Μπράλλου, τραβώντας για τους Δελφούς. Στο κασετόφωνο του μικρού citroen, Στυλιανός Μπέλλος και Τάσος Χαλκιάς. Ακούω το τραγούδι του Νάσιου Νασιούλη και, χωρίς να το θέλω, τα μάτια μου τρέχουν ποτάμια. Από τότε, μου συνέβη κι άλλες φορές, να δακρύζω ακούγοντας τραγούδια. Σταματάω στο Νάσιο, γιατί συμβολίζει την απαρχή για την καινούρια μύησή μου στα παραδοσιακά ακούσματα της πατρίδας μου. Αυτή τη φορά όχι μονάχα σε εκείνα του μικρού μου τόπου, αλλά σε ό,τι εκφράστηκε στις τόσες παραλλαγές της ελληνικής γλώσσας. Το ταξίδι αυτό εξακολουθεί να με συναρπάζει.

Την άκρη άκρη πήγαινα

την άκρη το ποτάμι

βρίσκω του Νάσου τα μαλλιά

του Νάσου το κεφάλι

Και στην ποδιά τα μάζευα.

– Μαλλιά, που ν’ το κεφάλι σας

πλεξούδια το κορμί σας;

Μαύρα πουλιά το έφαγαν.

(εδώ σε άλλη, επίσης εξαιρετική, εκτέλεση)

Όταν γεννήθηκε η κόρη μου, στα 1996, άρχισα ξανά να μαθητεύω στη ζωή. Νόμιζα πως ήξερα τα βασικά, αλλά σύντομα διαπίστωσα πως είχα σοβαρές …ελλείψεις. Δεν θα επιχειρήσω να βάλω σε λέξεις τα άρρητα, δεν είμαι έτοιμος ακόμα. Έκλαιγε, όμως, το μωρό – και του τραγουδούσα. Τι άλλο, κάποια από τα τραγούδια που αγαπούσα. Ανάμεσά τους, κορυφαίο, το δελφινοκόριτσο, των Κόκοτου- Ελύτη, έκτοτε οικογενειακό μας σουξέ:

Εκεί στης Ύδρας τ’ ανοιχτά και των Σπετσών
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο
Μωρέ τού λέω πούν’ το μεσοφόρι σου
έτσι γυμνούλι πας να βρεις τ’ αγόρι σου

Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε

Αγόρι εγώ δεν έχω, μου αποκρίνεται
Βγήκα μια τσάρκα για να δω τι γίνεται
Δίνει βουτιά στα κύματα και χάνεται
ξανανεβαίνει κι απ’ τη βάρκα πιάνεται

Θεέ μου, συχώρεσέ με, σκύβω για να δω
κι ένα φιλί μου δίνει, το παλιόπαιδο
Σα λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε
κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε

*

Φτάσαμε στο φινάλε, αλλά ένα ποστ για τραγούδια μπορεί να τελειώσει με παραπομπές σε άλλα ποστ για τραγούδια, από τα μυστικά του Κόλπου και την καλύβα.

Ξενοδοχείον ασμάτων: http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2005/09/blog-post_15.html

Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι: http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2005/09/blog-post_18.html

Ζήτω η 28η Οκτωβρίου! (εικονογραφημένο): http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2005/10/28.html

Χειμερινοί Κολυμβητές: http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/01/blog-post_13.html

Μίκης και Μάνος: http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/01/blog-post_113761572833982085.html

Τ΄ανεμολόγια και οι ορίζοντες: http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/01/blog-post_27.html

Ο Γητευτής:
http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/03/blog-post_17.html

Το Δρακοδόντι:
http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/03/blog-post_21.html

Ο Οδοιπόρος, το Μεθυσμένο Κορίτσι και ο Αλκιβιάδης: http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/10/blog-post_11.html

Άκης Πάνου:
https://panosz.wordpress.com/2007/04/09/akispanou/

Επιτάφιος:
https://panosz.wordpress.com/2007/04/06/epitafios/

Κιλελέρ:
https://panosz.wordpress.com/2007/04/02/kileler/

Αν ήμουνα δεσπότης:
https://panosz.wordpress.com/2007/04/01/mixalopoulos/

Φυσάει:
https://panosz.wordpress.com/2007/03/09/tsagaris-livaditis/

Η Υψηλή Ιστορία μιλάει για τον Μάρκο και τον Τσιτσάνη! https://panosz.wordpress.com/2007/02/20/mazower/

Αχ, Ελλάδα σ’ αγαπώ:
https://panosz.wordpress.com/2007/02/08/hellas/

Το μαγαζί ήταν γεμάτο ζωντοχήρες! https://panosz.wordpress.com/2007/02/02/zondo/

Το βαπόρι απ’ την Περσία:
https://panosz.wordpress.com/2007/01/17/vapori/

Στα περβόλια:
https://panosz.wordpress.com/2007/01/13/stapervolia/

Σε μια στοίβα καλαμιές:
https://panosz.wordpress.com/2006/12/20/kalamies/

Διάφανος:
https://panosz.wordpress.com/2006/12/16/diafanos/

Υπέροχα μονάχοι:
https://panosz.wordpress.com/2006/12/15/mikroutsikos/

Ασκήσεις ακριβείας, στο περίπου:
https://panosz.wordpress.com/2006/12/08/peripou/

Ο Ήλιος και ο Χρόνος:
https://panosz.wordpress.com/2006/11/30/mikis-3/

Ζεϊμπεκιές:
https://panosz.wordpress.com/2006/11/27/zeimbekies/

Νιώθω μια κούραση γλυκιά…
https://panosz.wordpress.com/2006/11/12/tired/

*

Βεβαίως, το (εφ’ όλης της ύλης) JUKE-BOX είναι εδώ: http://athanassios-juke-box.blogspot.com/

Αθανάση, ευχαριστώ για την πρόσκληση – πέρασα καλά ετοιμάζοντας αυτό το κομμάτι!

*

Πάσα στους φίλους που σχολιάζουν στην καλύβα: δώστε μας τα 5 τραγούδια σας, ελληνικά ή ξένα, αλλά με μεζεκλίκι (=αφήγηση), όχι ξεροσφύρι!