kavafis.jpg

Αναθεωρημένο και συμπληρωμένο.

Το κείμενο που ακολουθεί περιέχει επτά ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη, γραμμένα για τον τελευταίο “εθνικό” ηγέτη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ένα νέο άντρα που λάτρεψε την Ελλάδα, την ελληνική σκέψη και την ελληνική γλώσσα: τον Ιουλιανό. Μετά από κάθε ποίημα ακολουθούν κάποιες σύντομες παρατηρήσεις ή κρίσεις δικές μου.

* * *

Ο Ιουλιανός εν τοις Μυστηρίοις

Πλην σαν ευρέθηκε μέσα στο σκότος,
μέσα στης γης τα φοβερά τα βάθη,
συντροφευμένος μ’ Έλληνας αθέους,
κ’ είδε με δόξαις και μεγάλα φώτα
να βγαίνουν άϋλαις μορφαίς εμπρός του,
φοβήθηκε για μια στιγμήν ο νέος,
κ’ ένα ένστικτον των ευσεβών του χρόνων
επέστρεψε, κ’ έκαμε τον σταυρό του.
Αμέσως η Μορφαίς αφανισθήκαν·

η δόξαις χάθηκαν – σβύσαν τα φώτα.
Οι Έλληνες εκρυφοκυτταχθήκαν.
Κι’ ο νέος είπεν«Είδατε το θαύμα;

Αγαπητοί μου σύντροφοι, φοβούμαι.
Φοβούμαι, φίλοι μου, θέλω να φύγω.
Δεν βλέπετε πως χάθηκαν αμέσως
οι δαίμονες σαν μ’ είδανε να κάνω
το σχήμα του σταυρού το αγιασμένο;»
Οι Έλληνες εκάγχασαν μεγάλα·

«Ντροπή, ντροπή να λες αυτά τα λόγια
σε μας τους σοφιστάς και φιλοσόφους.
Τέτοια σαν θες εις τον Νικομηδείας
και στους παππάδες του μπορείς να λες.
Της ένδοξης Ελλάδος μας εμπρός σου
οι μεγαλείτεροι θεοί φανήκαν.
Κι’ αν φύγανε να μη νομίζης διόλου
που φοβηθήκαν μια χειρονομία.
Μονάχα σαν σε είδανε να κάνης
το ποταπότατον, αγροίκον σχήμα
συχάθηκεν η ευγενής των φύσις
και φύγανε και σε περιφρονήσαν».
Έτσι τον είπανε κι’ από τον φόβο
τον ιερόν και τον ευλογημένον
συνήλθεν ο ανόητος, κ’ επείσθη
με των Ελλήνων τ’ άθεα τα λόγια.

Είναι το πρώτο από τα εφτά ποιήματα του Καβάφη που αναφέρονται στον Ιουλιανό. Γράφτηκε στα 1896. Ο Ιουλιανός είχε λάβει ενδελεχή «χριστιανική» παιδεία, κατ’ εντολήν του αυτοκράτορος (και εξαδέλφου του) Κωνσταντίου, κατά τη διάρκεια της ομηρίας του. Το γεγονός αυτό καθώς και η φυσική του κλίση προς τη μελέτη τον κατέστησαν ικανό περί τα «θεολογικά» – σε τέτοιο βαθμό που μετά το θάνατό του ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας, ο πολύς Κύριλλος, αναγκάστηκε να γράψει ένα πολύτομο έργο για να ανασκευάσει το σύγγραμμα του Ιουλιανού «κατά Γαλιλαίων». Είναι και η μοναδική μας πηγή για το εν λόγω κείμενο του Ιουλιανού, γιατί η αυτοκρατορική Εκκλησία φρόντισε να καούν όλα τα αντίγραφα που υπήρχαν – ακόμα και τα βιβλία των χριστιανών που προσπαθούσαν να τον αντικρούσουν, για να μην απομείνει κανένα ίχνος του «μιαρού» συγγραφέα στον γραπτό λόγο.

Στο ποίημα ο Ιουλιανός εμφανίζεται νέος, να ακολουθεί μια παρέα εθνικών σε κάποια παγανιστικά «μυστήρια». Βρίσκεται ακόμα σε μια φάση όπου είναι μεν θιασώτης της πατρώας θρησκείας, αλλά δεν έχει κατασταλάξει απολύτως στα θρησκευτικά του «πιστεύω». Οπωσδήποτε ο Καβάφης είχε προβληματιστεί για τη «στροφή» του Ιουλιανού από την επίσημη θρησκεία (το χριστιανισμό) στον οποίο μυήθηκε παιδιόθεν, προς τον εθνικό πολυθεϊσμό. Η φύση του Ιουλιανού τον οδηγούσε, αναπόδραστα, προς μια έντονη θρησκευτικότητα. Γιατί να μην παραμείνει στο χριστιανισμό;

Η πλέον προφανής εξήγηση είναι πως η τεράστια φιλομάθειά του τον έφερε σε επαφή με το σύνολο σχεδόν της αρχαίας ελληνικής γραμματείας (πολλούς αρχαίους συγγραφείς τους αναφέρει στα κείμενά του που διασώθηκαν και συχνά παραθέτει αποσπάσματά τους). Η επαφή αυτή γέννησε μέσα του μια απεριόριστη αγάπη για την Ελλάδα και την ελληνική γλώσσα, αλλά και την ελληνική φιλοσοφική σκέψη. Άμεσος πνευματικός αντίπαλος αυτής της ιδανικής Ελλάδας και σκέψης ήταν ο χριστιανισμός, ο οποίος είχε ήδη αποκτήσει πολιτική ηγεμονία, με τον Κωνσταντίνο και τον Κωνστάντιο. Η πολιτική κάλυψη της εξουσίας επέτρεπε στην αυτοκρατορική Εκκλησία της εποχής να ασχημονεί κατά των «Ελλήνων» και να καταστρέφει συστηματικά τα ιερά και τα έργα τέχνης ως «δαιμονικά». Ο Ιουλιανός (έχοντας έντονη θρησκευτική ροπή) είχε να επιλέξει ανάμεσα σε δυο ισχυρές εκδοχές – και διάλεξε αβίαστα εκείνη που ήταν με την πλευρά της ελληνικής γραμματείας και σκέψης, παρά και ενάντια στο πολιτικό του συμφέρον. Η επιλογή ήταν εκείνη ενός έξυπνου, ακέραιου και καλλιεργημένου νέου ανθρώπου που ήταν σε θέση να συγκρίνει τον υψηλό λόγο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη με τις επαρχιώτικες επιτεύξεις του Μωυσή της Βίβλου, τις αφελείς εξιστορήσεις των Ευαγγελιστών και τα φανατισμένα κείμενα του Παύλου περί του Γιαχβέ και της ακροβυστίας.

Κι όμως, παρά την προφανή ανωτερότητα της ελληνικής απέναντι στην ιουδαιο-χριστιανική παράδοση και σκέψη (από την οποία έλλειπαν ακόμα οι μετέπειτα Πατερικές επεξεργασίες, οι οποίες εξωράισαν σ’ ένα βαθμό τις άγαρμπες, ανούσιες και αφελείς Βιβλικές και Ευαγγελικές αφηγήσεις – και τις αλλοίωσαν δραστικά, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα) ο Ιουλιανός θα μπορούσε κάλλιστα να παραμείνει χριστιανός – όπως έκαναν κι άλλες γνωστές μας, λαμπρές (πλην, φανατισμένες) πνευματικές προσωπικότητες των καιρών εκείνων: Ο Βασίλειος ο Μέγας, ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός – και λίγο αργότερα ο Ιωάννης Χρυσόστομος. Πιθανολογώ πως εκείνο που βάρυνε καθοριστικά στην επιλογή του ήταν το γεγονός πως ανήκε σε μια αυτοκρατορική οικογένεια αδίστακτων χριστιανών δολοφόνων: Τόσο ο θείος του Κωνσταντίνος ο Μέγας (Άγιος και Ισαπόστολος!), όσο και ο ξάδερφός του Κωνστάντιος είχαν δολοφονήσει – εξοντώσει ολόκληρη την οικογένειά του και είχαν κρατήσει τον ίδιο σε μια πολύχρονη κατάσταση ομηρίας, όπου μπορούσε ανά πάσα στιγμή να δοθεί η διαταγή της θανάτωσής του. Ο Ιουλιανός ξεπέρασε το φόβο του θανάτου (όπως προκύπτει από τη δράση του και τα κείμενά του) αλλά ήταν πολύ φυσικό να προσέθεσε στις προφανείς αδυναμίες της πρώιμης χριστιανικής κοσμοθέασης, την προσωπική του αηδία και το μίσος προς τους χριστιανούς συγγενείς του, συναισθήματα που μεταφέρθηκαν αναλογικά σε ολόκληρο το χριστιανικό κίνημα.

* * *

Ο Ιουλιανός, ορών ολιγωρίαν

«Ορών ουν πολλήν μεν ολιγωρίαν ούσαν
ημίν προς τους θεούς» – λέγει με ύφος σοβαρόν.
Ολιγωρίαν. Μα τι περίμενε λοιπόν;
Όσο ήθελεν ας έκαμνεν οργάνωσι θρησκευτική,
όσο ήθελεν ας έγραφε στον αρχιερέα Γαλατίας,
ή εις άλλους τοιούτους, παροτρύνων κι οδηγών.
Οι φίλοι του δεν ήσαν Χριστιανοί·

αυτό ήταν θετικόν. Μα δεν μπορούσαν κιόλας
να παίζουν σαν κι αυτόνα (τον Χριστιανομαθημένο)
με σύστημα καινούριας εκκλησίας,
αστείον και στην σύλληψι και στην εφαρμογή.
Έλληνες ήσαν επί τέλους. Μηδέν άγαν, Αύγουστε.

Είκοσι εφτά ολόκληρα χρόνια μετά το πρώτο ποίημα, ακολουθεί το δεύτερο, στα 1923. Ο Καβάφης βρίσκεται πια στα εξήντα. Από ‘δω και στο εξής, ως το τέλος της ζωής του ποιητή, ο Ιουλιανός αποτελεί το συχνότερα εμφανιζόμενο πρόσωπο, καθώς ο μεγάλος Αλεξανδρινός συμπληρώνει επτά ποιήματα με αυτόν ως πρωταγωνιστή.

Στο «Ιουλιανός, ορών ολιγωρίαν» ο Καβάφης χρησιμοποιεί μια πανέξυπνη αμφισημία, ως προς το πρόσωπο που μιλά: Είναι ο ίδιος ο ποιητής – αλλά είναι κάποιος Έλληνας της εποχής του Ιουλιανού. Πάντως, όταν γίνεται η «κριτική» όλα έχουν τελειώσει, η παρένθεση της Ιουλιανής αυτοκρατορικής εξουσίας έχει κλείσει. Μοιάζει να αναρωτιέται ο ομιλών, «γιατί χάσαμε;» και να αποδίδει την (πολιτική και πνευματική) ήττα στις ανέφικτες («αστείες στη σύλληψι») προσπάθειες του Ιουλιανού να αντιγράψει στο χώρο των εθνικών τη χριστιανική εκκλησιαστική οργάνωση (Κάτι που είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν έχει ιστορική βάση. Ο Καβάφης βασίζεται σ’ ένα γράμμα του Ιουλιανού προς τον εθνικό αρχιερέα της Γαλατίας, στο οποίο δίνει όντως σημαντικές πολιτικές οδηγίες για την αντιπαράθεση με τους χριστιανούς).

Ακολουθούν πέντε ποιήματα, γραμμένα ανάμεσα στα 1924 και στα 1933 – τη χρονιά που πέθανε ο Καβάφης.

* * *

Ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία

Άστοχα πράγματα και κινδυνώδη.
Οι έπαινοι για των Ελλήνων τα ιδεώδη.

Η θεουργίες κ’ η επισκέψεις στους ναούς
των εθνικών. Οι ενθουσιασμοί για τους αρχαίους θεούς.

Με τον Χρυσάνθιον η συχνές συνομιλίες.
Του φιλοσόφου -του άλλωστε δεινού- Μαξίμου η θεωρίες.

Και να το αποτέλεσμα. Ο Γάλλος δείχνει ανησυχία
μεγάλην. Ο Κωνστάντιος έχει κάποιαν υποψία.

Α οι συμβουλεύσαντες δεν ήσαν διόλου συνετοί.
Παρέγινε -λέγει ο Μαρδόνιος- η ιστορία αυτή,

και πρέπει εξ άπαντος να παύσει ο θόρυβός της.-
Ο Ιουλιανός πηγαίνει πάλι αναγνώστης

στην εκκλησία της Νικομηδείας,
όπου μεγαλοφώνως και μετ’ ευλαβείας

πολλής τες ιερές Γραφές διαβάζει,
και την χριστιανική του ευσέβεια ο λαός θαυμάζει.

Ο Μάξιμος ήταν εθνικός φιλόσοφος, φίλος και συνεργάτης του Ιουστινιανού. Γάλλος ονομαζόταν ο αδερφός του Ιουλιανού – τον δολοφόνησε τελικά ο ξάδερφος Κωνστάντιος. Μαρδόνιος ήταν ο εθνικός δάσκαλος του Ιουλιανού, ο οποίος τον καθοδήγησε στη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, και στον οποίο αναφέρεται με σεβασμό και αγάπη ο Ιουλιανός στον «Μισοπώγωνα». Νικομήδεια ήταν η πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας – μια εποχή τόπος εξορίας (και επιτήρησης) του Ιουλιανού.

Ο Καβάφης αναπλάθει με ελάχιστες λέξεις και θαυμαστή μαστοριά το εφιαλτικό κλίμα της εποχής, κατά των εθνικών. Η αυτοκρατορική εξουσία είχε προσχωρήσει στο χριστιανισμό – και δε σήκωνε αστεία: η υποψία πως ο νεαρός Ιουλιανός ξέφυγε από την καθεστωτική «πίστη» μπορούσε να σημαίνει την άμεση θανάτωσή του, μας λέει ο ποιητής. Γι’ αυτό, ως κίνηση αυτοπροστασίας, ο νεαρός παγανιστής ελληνολάτρης αναγκάζεται και «πηγαίνει πάλι αναγνώστης στην εκκλησία της Νικομηδείας», όπου «μεγαλοφώνως και μετ’ ευλαβείας πολλής τες ιερές Γραφές διαβάζει και την χριστιανική του ευσέβεια ο λαός θαυμάζει».

Στο ποίημα αυτό εκδηλώνεται πιο καθαρά από τα υπόλοιπα η συμπάθεια του Καβάφη για τον νεαρό ευγενή, ο οποίος λατρεύει την Ελλάδα και υποχρεώνεται για λόγους επιβίωσης να παριστάνει τον ευλαβή χριστιανό. Ο Ιουλιανός δεν είναι ακόμα ο ισχυρός αυτοκράτορας, για τις ενέργειες του οποίου, που είχαν ως σκοπό την αναβίωση της αρχαίας λατρείας, θα μιλήσει ο Καβάφης (σε άλλα ποιήματα) με αλύπητη και εύστοχη ειρωνεία. Εδώ συμπονά το νεαρό έφηβο και πετυχαίνει με απαράμιλλη ευστοχία μια καταδικαστική, σχεδόν βιτριολική, παρουσίαση: από τη μια των αδίσταχτων κατόχων της εξουσίας και από την άλλη των αφελών της χριστιανικής Εκκλησίας, ηγετών και λαού – που μπορούσε ένα μειράκιο να τους δουλεύει ψιλό γαζί.

* * *

Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς

Το Χι, φασίν, ουδέν ηδίκησε την πόλιν ουδέ το Κάππα…
Τυχόντες δ’ ημείς εξηγητών… εδιδάχθημεν αρχάς ονο-
μάτων είναι τα γράμματα, δηλούν δ’ εθέλειν το μεν Χρι-
στόν, το δε Κωνστάντιον.
ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΜΙΣΟΠΩΓΩΝ

Ήτανε δυνατόν ποτέ ν’ απαρνηθούν
την έμορφή τους διαβίωσι

την ποικιλία

των καθημερινών τους διασκεδάσεωντο λαμπρό τους

θέατρον όπου μια ένωσις εγένονταν της Τέχνης
με τες ερωτικές της σάρκας τάσεις!

Ανήθικοι μέχρι τινός – και πιθανόν μέχρι πολλού –
ήσαν. Αλλ’ είχαν την ικανοποίησι που ο βίος τους
ήταν ο περιλάλητος βίος της Αντιοχείας,
ο ενήδονος, ο απόλυτα καλαίσθητος.

Να τ’ αρνηθούν αυτά, για να προσέξουν κιόλας τι;

Τες περί των ψευδών θεών αερολογίες του,
τες ανιαρές περιαυτολογίες

την παιδαριώδη του θεατροφοβία

την άχαρι σεμνοτυφία τουτα γελοία του γένεια.


Α βέβαια προτιμούσανε το Χι,
α βέβαια προτιμούσανε το Κάππα εκατό φορές.
Ποίημα του 1926, όπως και το επόμενο. Ο Ιουλιανός είναι πια αυτοκράτορας, βρίσκεται στην Αντιόχεια και δημοσιοποιεί τον περίφημο «Μισοπώγωνα» ένα έξυπνο, αυτοσαρκαστικό αλλά και πολιτικά οξύ κείμενο, όπου περνάει τους Αντιοχείς και τον τρόπο που σκέφτονται γενεές δεκατέσσερις.

Ας μείνουμε όμως στο ποίημα. Οι Αντιοχείς παρουσιάζονται από τον Καβάφη να αυτό -θεωρούνται ως γλεντζέδες, θεατρόφιλοι, ηδονιστές, ανήθικοι (κυρίως ηδονιστές και ανήθικοι) αλλά και καλαίσθητοι. Αυτόματα έρχεται στο νου η ερώτηση: όλα αυτά τους τα εξασφάλιζε ο χριστιανισμός, σε αντίθεση με τον Ιουλιανό; Αλλά για να γίνει αντιληπτή η υψηλή και αμφίστομη καβαφική ειρωνεία πρέπει να της το επιτρέπει η απουσία δογματικών στερεοτύπων.

Από την άλλη μεριά, ο Ιουλιανός, με τα μάτια των Αντιοχέων: αερολόγος περί των ψευδών θεών, ανιαρός περιαυτολόγος, θεατροφοβικός (το θέατρο της Αντιόχειας δεν το φοβόταν καθόλου, απλώς τον αηδίαζε) σεμνότυφος και …γενειοφόρος. Ο Καβάφης είχε διαβάσει τον «Μισοπώγωνα» όπου ο Ιουλιανός απαντά ο ίδιος, με πειστικό τρόπο και υψηλό αυτοσαρκασμό, σε όσα του καταμαρτυρούν οι Αντιοχείς. Αλλά, πώς να συμφωνήσει μαζί του ο Καβάφης, που είναι αυθεντικός …Αντιοχεύς; Επιλέγει, λοιπόν, να παρουσιάσει, με ισχυρή δόση συγκαλυμμένης αυτοκριτικής, τους Αντιοχείς – αλλά και την αναιμική κριτική τους προς τον Ιουλιανό, ενώ λέει ταυτόχρονα προς τον σοβαρό και μετρημένο αυτοκράτορα: τι μας λες τώρα κι εσύ, καημένε…

(Χι= Χριστός, και

Κάππα= Κωνστάντιος, ο προηγούμενος αυτοκράτορας)

* * *

Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών

Εξ ιερέων και λαϊκών μια συνοδεία,
αντιπροσωπευμένα πάντα τα επαγγέλματα,
διέρχεται οδούς, πλατέες, και πύλες
της περιωνύμου πόλεως Αντιοχείας.
Στης επιβλητικής, μεγάλης συνοδείας την αρχή
ωραίος, λευκοντυμένος έφηβος βαστά
με ανυψωμένα χέρια τον Σταυρόν,
την δύναμιν και την ελπίδα μας, τον άγιον Σταυρόν.
Οι εθνικοί, οι πριν τοσούτον υπερφίαλοι,
συνεσταλμένοι τώρα και δειλοί με βίαν
απομακρύνονται από την συνοδείαν.
Μακράν ημών, μακράν ημών να μένουν πάντα
(όσο την πλάνη τους δεν απαρνούνται). Προχωρεί
ο άγιος Σταυρός. Εις κάθε συνοικίαν
όπου εν θεοσεβεία ζουν οι Χριστιανοί
φέρει παρηγορίαν και χαρά:
βγαίνουν, οι ευλαβείς, στες πόρτες των σπιτιών τους
και πλήρεις αγαλλιάσεως τον προσκυνούν –
την δύναμιν, την σωτηρίαν της οικουμένης, τον Σταυρόν.-
Είναι μια ετήσια εορτή Χριστιανική.
Μα σήμερα τελείται, ιδού, πιο επιφανώς.
Λυτρώθηκε το κράτος επί τέλους.
Ο μιαρότατος, ο αποτρόπαιος
Ιουλιανός δεν βασιλεύει πια.
Υπέρ του ευσεβεστάτου Ιοβιανού ευχηθώμεν.

Ο Ιουλιανός έχει μόλις σκοτωθεί, η αυτοκρατορική Εκκλησία επανήλθε δριμύτερη – και οι πιστοί της πανηγυρίζουν. Άλλαξαν οι καιροί για τους εθνικούς: «οι πριν τοσούτον υπερφίαλοι, / συνεσταλμένοι τώρα και δειλοί με βίαν /απομακρύνονται από την συνοδείαν». Για μια ακόμα φορά ο Καβάφης μας δείχνει πως έχει πλήρη ιστορική εποπτεία της ιστορικής αλλαγής, μαμή της οποίας υπήρξε, όπως πάντα, το Κράτος και η Βία. Δε νομίζω πως ο Καβάφης πιθανολογεί μια ελληνική (ελληνιστική) αναγέννηση την οποία ματαίωσε δια παντός η χριστιανική μετάλλαξη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι γνωστό, άλλωστε, πως ο Καβάφης ήταν χριστιανός, μπορεί και Ορθόδοξος (έστω, με τον τρόπο του).

Δεν έχει όμως καμιά δυσκολία να παρουσιάσει με τη γνωστή καβαφική ειρωνεία τη νηπιώδη σκέψη των χριστιανών της εποχής. Πανηγυρίζουν για μια αλλαγή εξουσίας με κριτήριο όχι ποιος εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα, αλλά ποιος είναι «δικός» τους από θρησκευτική άποψη! Αυτομάτως λοιπόν ο Ιουλιανός γίνεται «μιαρότατος» και «αποτρόπαιος» – ο θάνατός του «λύτρωσε» το κράτος (!) με το οποίο ταυτίζονται αφελέστατα οι Αντιοχείς.

* * *

Ουκ έγνως

Για τες θρησκευτικές μας δοξασίες –
ο κούφος Ιουλιανός είπεν «Ανέγνων, έγνων,
κατέγνων». Τάχατες μας εκμηδένισε
με το «κατέγνων» του, ο γελοιωδέστατος.
Τέτοιες ξυπνάδες όμως πέρασι δεν έχουνε σ’ εμάς
τους Χριστιανούς. «Ανέγνως, αλλ’ ουκ έγνως ει γαρ έγνως,

ουκ αν κατέγνως» απαντήσαμεν αμέσως.

Ο Ιουλιανός έφυγε νωρίς, αλλά το φάντασμά του απασχόλησε για πολλούς αιώνες την αυτοκρατορική Εκκλησία (ακόμα απασχολεί τη διάδοχό της, Ορθόδοξη – και στο μέλλον θα την απασχολήσει περισσότερο, αν υποθέσουμε πως οι Έλληνες αρχίσουν κάποτε να μελετάνε την αρχαία τους κληρονομιά χωρίς τα παραμορφωτικά γυαλιά του ψευδεπίγραφου «ελληνοχριστιανισμού»). Η δράση του και τα γραπτά του έγιναν για πολύ καιρό ο προσφιλής στόχος πολλών χριστιανών διανοητών και συγγραφέων, με πρώτο και καλύτερο τον παλιό του συμφοιτητή Γρηγόριο Ναζιανζηνό, ο οποίος δυστυχώς υιοθετεί και αναπαράγει πολλές εξώφθαλμες τερατολογίες (αρλούμπες…) εις βάρος του νεκρού Ιουλιανού, στους περίφημους δύο «στηλιτευτικούς» λόγους του, υποδεικνύοντας στους καλοπροαίρετους αναγνώστες ότι ουδέποτε πρέπει να παίρνει κανείς τοις μετρητοίς τα λεγόμενα ενός «πιστού» – χρειάζεται οπωσδήποτε διασταύρωση, όσο αξιόλογος κι αν είναι ο εν λόγω!

Το ποίημα γράφτηκε από τον Καβάφη στα 1928, είναι εξαιρετικά απλό και αναπαράγει έναν πασίγνωστο στην αρχαιότητα (τον 4ο μΧ αιώνα δηλαδή) «διάλογο» ο οποίος δε μπορούσε να συνεχιστεί, γιατί ο πρώτος «ομιλών» είχε ήδη μεταβεί στα Ηλύσια πεδία! Αποδίδει, όμως, θαυμάσια το πνευματικό και πολιτισμικό επίπεδο του ομιλούντος χριστιανού με τις λέξεις «κούφος» και «γελοιωδέστατος» που χρησιμοποιεί. Το ύφος του, γεμάτο αυταρέσκεια και μισαλλοδοξία, αλλά και με τον χαρακτηριστικό κυνισμό της εξουσίας, προκαλεί εξ αντιδιαστολής συμπάθεια για τον πολιτικά ηττημένο νεκρό Ιουλιανό.

* * *

Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας

Σαστίσαμε στην Αντιόχειαν όταν μάθαμε
τα νέα καμώματα του Ιουλιανού.

Ο Απόλλων εξηγήθηκε με λόγου του, στην Δάφνη!
Χρησμό δεν ήθελε να δώσει (σκοτισθήκαμε!),
σκοπό δεν τόχε να μιλήσει μαντικώς, αν πρώτα
δεν καθαρίζονταν το εν Δάφνη τέμενός του.
Τον ενοχλούσαν, δήλωσεν, οι γειτονεύοντες νεκροί.

Στην Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.-
Ένας απ’ τους εκεί ενταφιασμένους
ήταν ο θαυμαστός, της εκκλησίας μας δόξα,
ο άγιος, ο καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.

Αυτόν αινίττονταν, αυτόν φοβούνταν ο ψευτοθεός.
Όσο τον ένοιωθε κοντά δεν κόταε
να βγάλει τους χρησμούς του τσιμουδιά.

(Τους τρέμουνε τους μάρτυράς μας οι ψευτοθεοί).

Ανασκουμπώθηκεν ο ανόσιος Ιουλιανός,
νεύριασε και ξεφώνιζε: «Σηκώστε, μεταφέρτε τον,
βγάλτε τον τούτον τον Βαβύλα αμέσως.
Ακούς εκεί; Ο Απόλλων ενοχλείται.
Σηκώστε τον, αρπάξτε τον ευθύς.
Ξεθάψτε τον, πάρτε τον όπου θέτε.
Βγάλτε τον, διώξτε τον. Παίζουμε τώρα;
Ο Απόλλων είπε να καθαρισθεί το τέμενος.»

Το πήραμε, το πήγαμε το άγιο λείψανον αλλού το πήραμε, το πήγαμε εν αγάπη κ’ εν τιμή.

Κι ωραία τωόντι πρόκοψε το τέμενος.
Δεν άργησε καθόλου, και φωτιά
μεγάλη κόρωσε: μια φοβερή φωτιά:
και κάηκε και το τέμενος κι ο Απόλλων.

Στάχτη το είδωλογια σάρωμα, με τα σκουπίδια.
Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδοσε –
τι άλλο θα έκαμνε – πως η φωτιά ήταν βαλτή
από τους Χριστιανούς εμάς. Ας πάει να λέει.
Δεν αποδείχθηκεας πάει να λέει.

Το ουσιώδες είναι που έσκασε.

Φτάσαμε στα 1933 και στο τελευταίο ποίημα – το τελευταίο για τον Ιουλιανό και (πιθανόν) το τελευταίο του Καβάφη. Για να γίνει κατανοητό το περιεχόμενο του ποιήματος, πρέπει να σημειώσουμε τα εξής: Στην αρχαία ελληνική παράδοση ήταν απολύτως ανεπίτρεπτη η συντήρηση πτωμάτων, τάφων κλπ μέσα σε κατοικημένες περιοχές, δίπλα σε ιερά θεών κλπ. «Νέκυες εισί κοπρίων εκβλητότεροι», γράφει ο Ηράκλειτος. Όταν οι χριστιανοί άρχισαν να αποκτούν πολιτική εξουσία, έγιναν δηλαδή αυτοκρατορική Εκκλησία, άρχισαν να γράφουν στα παλιά τους τα σανδάλια την ευαισθησία των Ελλήνων εθνικών επί του θέματος, γιατί είχαν εξαρχής την (καθαρά ειδωλολατρική, εδώ που τα λέμε) αντίληψη περί «αγίων λειψάνων» – και έθαβαν τους νεκρούς τους μέσα στις πόλεις και πλάι στους ναούς – αλλά και στα εθνικά ιερά. Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν σέβονταν τους συνανθρώπους τους εθνικούς και τις ευαισθησίες τους, αλλά είναι σα να ζητάει κανείς «ορθογραφία» από τη μυλωνού της λαϊκής παροιμίας.

Βρέθηκε λοιπόν το σκήνωμα του Αγίου Βαβύλα να κείται πλάι στο ιερό του Απόλλωνα, στη Δάφνη, το οποίο ιερό ήταν κατεστραμμένο, ανακαινίστηκε – και είχε αρχίσει να λειτουργεί και πάλι. Τι το φυσικότερο λοιπόν, από το να απαιτήσει και να επιβάλλει ο Ιουλιανός τη μεταφορά των λειψάνων του Βαβύλα – και όποιων άλλων υπήρχαν εκεί – αφού η παρουσία τους θεωρείτο απαγορευμένη, από την μακραίωνη ελληνική παράδοση. Έτσι κι έγινε, τα οστά απομακρύνθηκαν, αλλά ο νεότευκτος ναός του Απόλλωνα έπιασε φωτιά και έγινε στάχτη! Πιθανόν ο Ιουλιανός να τον έχτιζε και πάλι, αλλά αυτό παραμένει υπόθεση, καθώς λίγο αργότερα σκοτώθηκε. Εντελώς συμπτωματικά (μπορεί και όχι) καταστράφηκε ενώ ξαναχτιζόταν και ο ναός του Σολομώντα, στα Ιεροσόλυμα – ο Ιουλιανός είχε επιτρέψει στους Εβραίους να τον ανοικοδομήσουν, ικανοποιώντας ένα αίτημα που κανένας χριστιανός αυτοκράτορας δεν έκανε δεκτό στη συνέχεια…

Στο τελευταίο αυτό ποίημα ο Καβάφης βάζει κάποιους χριστιανούς, απροσδιόριστης ιδιότητας και μόρφωσης, να τα αφηγούνται όλα αυτά. Και πάλι συναντάμε το γνωστό μοτίβο του αφελούς, μικρονοϊκού, εκδικητικού, μνησίκακου, φανατισμένου χριστιανού που χρησιμοποίησε ο Καβάφης και στα προηγούμενα ποιήματά του. Τον Ιουλιανό δεν τον υπερασπίζεται κανείς (βρίσκεται ακόμη εν ζωή) παρά μόνο η συμπάθεια που εντέχνως υποβάλλεται από τον ποιητή γι’ αυτόν, λόγω της απέχθειας που δημιουργεί στον αναγνώστη ο μισαλλόδοξος λόγος του φανατικού που τον κατηγορεί.

* * *

Ολοκληρώθηκε ήδη το μικρό μας ταξίδι στην ιστορία και την ποίηση, με τη σύντομη παρουσίαση των ποιημάτων του Καβάφη για τον Ιουλιανό. Φυσικά, το θέμα μας δεν είναι φιλολογικό ή ιστορικό – δεν είναι κιόλας στις επιδιώξεις μου να παραστήσω τον ερασιτέχνη φιλόλογο ή ιστορικό. Η προσέγγιση που επιχείρησα έγινε μέσα στο πνεύμα ενός απροκατάληπτου αγνωστικισμού, ο οποίος όμως δεν είναι καθόλου άχρωμος και άγευστος: αντίθετα αποτελεί σταθερή επιδίωξη μου η συμβολή στην ανάδειξη πτυχών της ελληνικής παράδοσης – κυρίως όμως της νέας ελληνικότητας, της συστατικής ουσίας ημών των νεοελλήνων. Μιας ελληνικότητας που δεν είναι, φυσικά, συνέχεια του Ομήρου αλλά ούτε και προϊόν της ανύπαρκτης αλληλοπεριχώρισης με την εβραϊκή παράδοση.

«Και ο Ιουλιανός, τι σχέση έχει με τη νέα ελληνικότητα;» θα ρωτήσει κάποιος. Ευθεία σχέση, όχι δεν έχει. Είναι όμως κι αυτός ένα στοιχείο της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς, με την οποία η νέα ελληνικότητα έχει σχέση. Και είναι κατ’ εξοχήν συκοφαντημένος και «κομμένος» από την αυτοκρατορική Εκκλησία, την Ορθοδοξία δηλαδή. Για να ανατραπεί αυτό, κάποτε, χρειάζεται να το υπενθυμίζουμε, στο μέτρο των δυνατοτήτων μας. Αν έχουμε κιόλας ως αφορμή ή αφετηρία τόσα ποιήματα του μεγαλύτερου ποιητή μας για το πρόσωπό του Ιουλιανού και την ιστορία της εποχής, τότε η ενασχόληση με το θέμα δε χρειάζεται καμιά πρόσθετη επεξήγηση – αφού είναι καθαρή ευχαρίστηση.

*  *  *

Προσθήκη: τα πέντε «ατελή» ποιήματα του Καβάφη για τον Ιουλιανό

Ο επίσκοπος Πηγάσιος

Εισήλθαν στον περικαλλή ναό της Αθηνάς

ο Χριστιανός επίσκοπος Πηγάσιος

ο Χριστιανός ηγεμονίσκος Ιουλιανός.

Εκύτταζαν με πόθον και στοργή τ’ αγάλματα

όμως συνομιλούσανε διστακτικώς.

με υπαινιγμούς, με λόγια διφορούμενα,

με φράσεις πλήρεις προφυλάξεως,

γιατί δεν ήσαν βέβαιοι ο ένας για τον άλλον

και συνεπώς φοβούνταν να μη εκτεθούν,

ο ψεύτης Χριστιανός επίσκοπος Πηγάσιος

ο ψεύτης Χριστιανός ηγεμονίσκος Ιουλιανός.

Μάιος 1920

Το σχόλιο που ακολουθεί είναι του Νίκου Σαραντάκου, όπως και στα επόμενα «ατελή».

http://www.sarantakos.com/liter/kpk-iouliana.html

Το ποίημα αναφέρεται σε ένα επεισόδιο που μας είναι γνωστό από μια επιστολή του Ιουλιανού, την αριθ. 79. Παραθέτω το αρχαίο κείμενο στο τέλος, και επειδή ως γνωστόν η ελληνική γλώσσα είναι μία και ενιαία δεν έχω αμφιβολία ότι θα το διαβάσουμε όλοι από το πρωτότυπο και θα το καταλάβουμε μια χαρά. Επειδή όμως μπορεί να διαβάζει το κείμενο και κανείς αλλοδαπός, παραθέτω και μια περίληψη.

Στην επιστολή αυτή, ο Ιουλιανός, αυτοκράτορας πια, εξιστορεί ένα γεγονός που είχε συμβεί μερικά χρόνια νωρίτερα. Το 355 ο Ιουλιανός, που περνούσε ζωή φιλοσόφου στην Αθήνα, έλαβε τη διαταγή του θείου του, του αυτοκράτορα Κωνσταντίου, να έρθει στο Μεδιόλανο, όπου επρόκειτο να ανακηρυχθεί Καίσαρας της Δύσης. Όμως στο δρόμο ο Ιουλιανός έκανε παράκαμψη και επισκέφτηκε την Τροία· και εκεί, όταν επισκέφθηκε, προσποιούμενος τον περιηγητή, τα ιερά της πόλης, είδε στον βωμό του Έκτορος σημάδια πρόσφατων θυσιών. «Τι; Θυσιάζουν ακόμα οι κάτοικοι του Ιλίου;» ρώτησε τον ξεναγό του, τον επίσκοπο Πηγάσιο. Κι εκείνος, που όπως φαίνεται διατηρούσε ακόμα την παλαιά πίστη, απάντησε ότι δεν είναι κακό να τιμούν ένα επιφανές τέκνο της πόλης τους. Και στη συνέχεια ο ‘τουρίστας’ πρίγκιπας θέλησε να επισκεφτεί και το ναό της Αθηνάς, και ο Πηγάσιος πολύ πρόθυμα τον συνόδεψε. Και ο Ιουλιανός τον κατάλαβε που δεν είναι Χριστιανός, επειδή παρέλειψε να κάνει δυο πράγματα που, κατά τον Ιουλιανό, είναι το άλφα και το ωμέγα της χριστιανικής θεολογίας: να σταυροκοπηθεί και να συρίζει αποδοκιμαστικά μπροστά στα αγάλματα των θεών.

Όπως μπορούμε να εικάσουμε από την ίδια επιστολή, όταν ο Ιουλιανός έγινε αυτοκράτορας ο Πηγάσιος εκδηλώθηκε υπέρ της παλαιάς θρησκείας και κάποιοι δεν του είχαν εμπιστοσύνη ακριβώς επειδή είχε διατελέσει επίσκοπος των Χριστιανών. Και με αυτή του την επιστολή, ο Ιουλιανός παρεμβαίνει υπέρ του Πηγάσιου. Νομίζω ότι για αυτόν τον Πηγάσιο δεν υπάρχει άλλη πηγή στην αρχαία γραμματεία (άλλος είναι βέβαια ο στρατηγός Πηγάσιος του Προκοπίου). Οπότε δεν μπορώ να επιβεβαιώσω την πληροφορία που βρήκα σε κείμενα σημερινών δωδεκαθεϊστών, ότι μετά τον θάνατο του Ιουλιανού ο Πηγάσιος υπέστη διώξεις ή θανατώθηκε. Δεν αποκλείεται να συνέβη κάτι τέτοιο, αλλά δεν το βρήκα να παραδίδεται.

*  *  *

Η διάσωσις του Ιουλιανού

Όταν μαινόμενοι σκότωσαν οι στρατιώται

τους συγγενείς του αποθανόντος Κωνσταντίνου·

και τελευταίως κινδύνευεν απ’ την φρικτή

παραφορά των ώς και το μικρό παιδί -έξι χρονώ-

του Καίσαρος Ιουλίου Κωνσταντίου,

οι Χριστιανοί ιερείς, οι εύσπλαχνοι,

το βρήκαν, και το πήγανε στο άσυλον

της εκκλησίας. Εκεί τον διέσωσαν, τον εξαετή Ιουλιανόν.

 

Πλην επιβάλλεται να πούμεν ότι

είναι χριστιανικής πηγής πληροφορία.

Μα διόλου απίθανον να είν’ αληθινόν.

Τίποτε το παράδοξον ιστορικώς

δεν παρουσιάζει: του Χριστού ιερείς

διασώζοντες αθώα Χριστιανόπαιδα.

 

Αν είναι αληθινό –άραγε ο πολύς φιλόσοφος

Αύγουστος και σ’ αυτό να εξέφραζε

το «λήθη δε έστω του σκότους εκείνου»;

Δεκέμβριος 1923

Ο Ιουλιανός γεννήθηκε το 331 στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του, Ιούλιος Κωνστάντιος, ήταν ετεροθαλής αδελφός του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Δολοφονήθηκε το 337, τρεις μήνες μετά το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όπως άλλωστε και άλλα μέλη της βασιλικής οικογένειας. Ο εξάχρονος Ιουλιανός και ο αδελφός του, ο δωδεκάχρονος Γάλλος, επέζησαν αν και ο γιος του Κωνσταντίνου, ο Κωνστάντιος, που έγινε αυτοκράτορας, υποπτευόταν τα μικρότερα εξαδέλφια του και πολλά χρόνια τα κράτησε υπό επιτήρηση σε ένα φρούριο.

Στην έκδοση των Ατελών, η Ρενάτα Λαβανίνι ανιχνεύει αναλυτικά τις πηγές που χρησιμοποίησε ο Καβάφης για να γράψει το ποίημά του.

Να σημειωθεί ότι η φράση «λήθη δε έστω του σκότους εκείνου» είναι από κείμενο του Ιουλιανού εναντίον των Χριστιανών.

*  *  *

Αθανάσιος

Μέσα σε βάρκα επάνω στον μεγάλο Νείλο,

με δυο πιστούς συντρόφους μοναχούς,

φυγάς και ταλαιπωρημένος ο Αθανάσιος

-ο ενάρετος, ο ευσεβής, ο την ορθήν πίστιν τηρών-

προσεύχονταν. Τον καταδίωκαν οι εχθροί

και λίγη ελπίς υπήρχε να σωθεί.

Ήταν ο άνεμος ενάντιος·

και δύσκολα η σαθρή βάρκα τους προχώρει.

 

Σαν ετελείωσε την προσευχή,

έστρεψε το θλιμμένο βλέμμα του

προς τους συντρόφους του –κι απόρησε

βλέποντας το παράξενο μειδίαμά τους.

Οι μοναχοί, ενώ προσεύχονταν εκείνος,

είχαν συναισθανθεί τι εγίνονταν

στην Μεσοποταμία· οι μοναχοί

εγνώρισαν που εκείνη την στιγμή

ο φαύλος Ιουλιανός είχεν εκπνεύσει.

Απρίλιος 1920

Ο Καβάφης διάβασε το περιστατικό που ενέπνευσε το ποίημα σε ένα αγγλικό βιβλίο για την ιστορία της εκκλησίας της Αιγύπτου. Όμως, στο χειρόγραφο του ποιήματος υπάρχει σημείωση του ποιητή, με χρονολογία Νοέμβριος 1929, πολύ χαρακτηριστική για το πώς δούλευε τα ιστορικά του ποιήματα. Ο Καβάφης γράφει ότι δεν βρήκε ούτε στον 67ο τόμο της πατρολογίας του Migne την επιβεβαίωση του περιστατικού, ούτε στον 82ο, και σημειώνει «εάν δεν ευρεθεί αλλού, σε κανέναν βίο του Αγ. Αθανασίου, το ποίημα δεν στέκεται». Και επειδή τελικά το ποίημα έμεινε ατελές, μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν βρήκε την αρχαία περικοπή που θα τεκμηρίωνε τη σύγχρονη πηγή!

*  *  *

Hunc deorum templis

Γερόντισσα τυφλή, ήσουν κρυφή εθνική;

ή ήσουν χριστιανή; Τον λόγον σου

που βγήκε αληθινός –που αυτός που εισήρχετο

επευφημούμενος στην Βιέννη, ο ένδοξος

Καίσαρ Ιουλιανός ήταν προωρισμένος

να υπηρετήσει τα τεμένη των (ψευτών) θεών –

τον λόγον σου που βγήκε αληθινός,

γερόντισσα τυφλή, τον είπες με οδύνην

ως θέλω να υποθέτω ή, φαύλη! με χαράν;

(Μάρτιος 1926)

Όταν τον Νοέμβριο του 355 ο Ιουλιανός έγινε Καίσαρας της Δύσης, πέρασε τον πρώτο του χειμώνα στην πόλη Vienne, στις όχθες του Ροδανού (κοντά στη Λυόν, όχι τη Βιέννη της Αυστρίας). Όπως διασώζει ο λατίνος ιστορικός Αμμιανός, όταν ο Ιουλιανός μπήκε στην πόλη κάτω από τις επευφημίες των κατοίκων, μια τυφλή γριά ρώτησε ποιος ήταν και όταν της απάντησαν φώναξε: αυτός θα αναστηλώσει τους ναούς των θεών.

Ο Καβάφης βάζει προσωρινό τίτλο τη φράση του Αμμιανού (αλλά με ένα λαθάκι: templa είναι το σωστό· κι άλλο ένα λαθάκι ή εσκεμμένη αλλαγή, όταν χρησιμοποιεί το ρήμα «να υπηρετήσει» αντί για το λατινικό reparaturum = θα αναστηλώσει). Όμως, χρησιμοποιεί για ομιλητή κάποιον χριστιανό της πόλης που ήταν υποτίθεται μπροστά στο επεισόδιο.

*  *  *

[Πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς]

Είχαν περάσει δέκα πέντε χρόνια.

Ήταν ο πρώτος χρόνος του Θεοδοσίου.

Στην αίθουσα του πατρικού μεγάρου του

περίμενε ένας νέος αλεξανδρινός

μία επίσκεψιν αγαπημένου φίλου.

 

Για να περνάει πιο εύκολα ο καιρός

πήρε κ’ εδιάβασε το πρώτο που έτυχε βιβλίο.

 

Ήτανε σοφιστού πολύ οργίλου,

που, για ταπείνωσιν των Χριστιανών,

παράθετε του Ιουλιανού την φράσι.

«Βεβαίως» ψιθύρισεν ο νέος αλεξανδρινός,

«πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς».

Για τ’ άλλα, όμως, του Ιουλιανού,

Όμηρον και Ησίοδο, εμειδίασεν μονάχα.

Ο Καβάφης δεν έβαλε τίτλο σε αυτό το ατελές ποίημά του. Η δράση διαδραματίζεται τον πρώτο χρόνο του Θεοδοσίου, δεκαέξι χρόνια μετά το θάνατο του Ιουλιανού (363), δηλ. το 379. Το διάταγμα του Ιουλιανού, ο οποίος είχε απαγορεύσει στους Χριστιανούς να διδάσκουν Όμηρο και Ησίοδο αφού τους θεωρούσαν ασεβείς, είχε φυσικά προ πολλού καταργηθεί. Σε επιστολή του προς τους Αλεξανδρινούς, ο Ιουλιανός δικαιολογεί το μέτρο αυτό, και λέει, κάπως αυτάρεσκα, «αν πιστεύουν ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος πλανώνται, ας πάνε στις εκκλησίες των Χριστιανών να αναλύσουν τον Ματθαίο και τον Λουκά».

*  *  *

Να κλείσω – πως αλλιώς; Ευχαριστώντας το Νίκο Σαραντάκο! Αλλά και όλους τους φίλους που σχολίασαν αυτό το ποστ είτε εδώ, είτε στην πρώτη του ανάρτηση:

http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/01/blog-post_09.html

*  *  *

Σημειωτέον ότι το παρόν κείμενο προτείνεται στους μελετητές του Καβάφη από την έδρα Νεοελληνικών Σπουδών C. P. Cavafy του Πανεπιστημίου του Μίτσιγκαν:

http://www.kavafis.gr/world/list.asp (δείτε 20 Σεπτεμβρίου 2006)

Advertisements