Αφηγείται ο Ασμοδαίος

Πέμπτη 01:25
Έσκυψε προς τη μεριά του barman:
-Μία Ursus χωρίς πάγο, δύο βότκες πορτοκάλι και ένα jose cuervo.
-Δεν ακούω τίποτα, φιλαράκι.
-Μία Ursus χωρίς πάγο, δύο βότκες πορτοκάλι και ένα jose cuervo.
-…
-Ευχαριστώ!
-Δε σε ακούω, ρε φιλαράκι, πιο δυνατά μίλα!
-Τίποτα, τίποτα!

Πήρε τα ποτά, τα μετέφερε στο άλλο άκρο του club, εκεί που βρισκόταν το τραπεζάκι τους, τα μοίρασε στους υπόλοιπους και κάθισε.

-Και γαμώ το θερινό Lido, ε?
-…
-Πώς το βλέπεις απόψε; Θα το κάψουμε;
-…
-Άντε, ρε, πες κάτι!
-Βαριέμαι. Πάω να καθίσω στη μπάρα.

Τρίτη, 21:00
-Γιατί, ρε μαλάκα, δεν έρχεσαι; τον ρώτησε εκνευρισμένος.
-Αφού το ξέρεις! Εγώ θα βαρεθώ, εσείς θα καλοπεράσετε… Τι να κάνουμε; Αφού δε μου αρέσει.
-Τελευταίο πάρτυ για φέτος της ΔΑΠ της σχολής και δε θα έρθεις;!;
-Ε, και;
-ΟΚ. Όπως νομίζεις. Εγώ πάω να μιλήσω με τα παιδιά· μπορεί να έρθει και η Ελένη…
-Μάλιστα…
-Λοιπόν; Θα έρθεις;
-Θα το σκεφτώ και θα σε τηλεφωνήσω.

Καιρό τώρα μιλούσε με όλους τους σαλονικιώτικους ιδιωματισμούς. Καιρό τώρα, επίσης,προσπαθούσε να πλησιάσει την Ελένη, ξανθιά γκόμενα του Γιάννη, φίλου και αρχιΔΑΠίτη της σχολής.

Θα ήταν μια καλή ευκαιρία να την προσεγγίσει, σκέφτηκε.

Πέμπτη μεταμεσονύκτιες ώρες, 02:45
Κάπου ανάμεσα στην έκτη Ursus και τα σφηνάκια που κερνούσαν με τον barman ο ένας τον άλλο, ενώ όλοι ανεξαιρέτως οι γνωστοί του είχαν φύγει προτιμώντας άλλο κοντινό club -μάπα τελικά το θερινό Lido- αποφάσισε να εγκαταλείψει για λίγο τη μπάρα.

dsc_0315.jpg

Σύρθηκε ανάμεσα σε ηλίθια κοριτσάκια που κουνιόντουσαν στο ρυθμό του κάθε beat και εξίσου ηλίθια αγοράκια που προσπαθούσαν να κάνουν το ίδιο -με μάλλον λιγότερη επιτυχία, και προσπάθησε σπρώχνοντας τα να ανοίξει δρόμο μέχρι την άλλη άκρη του μαγαζιού.

Ξαφνικά σταμάτησε να περπατάει. Αισθάνθηκε μια αναγούλα. Στηρίχτηκε στον κοντινότερο τοίχο, έκλεισε τα μάτια του και πήρε μια βαθιά αναπνοή.

Όταν άνοιξε τα μάτια του, μετά από αρκετή ώρα, την είδε μπροστά του. Κρατούσε ένα τσιγάρο στο χέρι -στριφτό με κίτρινο Drum, όπως θα διαπίστωνε αργότερα- και λικνιζόταν με χάρη, καθώς τα σκούρα, μελαχρινά της μαλλιά έπεφταν πάνω στους ώμους της. Ο καπνός από το τσιγάρο της ανέβαινε νωχελικά και σχημάτιζε ένα είδος αχλής που χόρευε γύρω της και την τύλιγε, σα να ήταν κάποια μυθική οντότητα, διαχωρισμένη από αυτούς που την περιτριγύριζαν. Γρήγορα διαπίστωσε ότι προσέλκυε, όχι άδικα, την προσοχή πολλών.

Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν τυχαία. Δεν κατάλαβε αμέσως ότι κοίταζαν ο ένας τον άλλο. Στην αρχή, έστρεψε απότομα το βλέμμα του αλλού. Αντάλλαξαν βλέμματα ξανά και ξανά. Τον κοίταζε παιχνιδιάρικα, όπως κάνουν όλες όσες έχουν επίγνωση της δύναμης που διαθέτουν στο αντίθετο φύλο. Εκείνος δεν μπορούσε να αποκρύψει το θαυμασμό του. Άρχισε να προσέχει τις λεπτομέρειες του σώματός της, των κινήσεών της. Και εκείνη ανταπέδιδε με χαριτωμένες φευγαλέες ματιές κατά διαστήματα.

Ώσπου, η παρατήρησή της τον απορρόφησε πλήρως.

Πέμπτη ξημερώματα, 04:15 πμ
Ξαφνικά, τα φώτα σβήσανε απότομα και λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου αργότερα, συνεννοημένοι οι ΔΑΠίτες άρχισαν να εξυμνούν την παράταξη:

dsc_0313.jpg

ΚΑΙ Α! ΚΑΙ ΟΥ!

-Μα τι έγινε, γαμώτο! Ούτε ο θεός δε τα θέλει αυτά! -σκέφτηκε προς στιγμήν για να επαναφέρει αμέσως τη σκέψη του σε αυτό που τον απασχολούσε.

ΚΑΙ ΔΑΠ-ΝΟΥΔΟΥ-ΦΟΥΚΟΥ!
Μόλις συνειδητοποίησε ότι την είχε χάσει μέσα στα σκοτάδια, αισθάνθηκε τόσο μόνος μέσα σ’ αυτό το αλαλάζον πλήθος που δεν ήξερε από ποιον έπρεπε να πρωτοπροφυλαχθεί.

ΔΑΠΑΡΑ, ΗΡΘΕΣ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ ΠΡΩΤΗ…

Τα φώτα άναψαν. Ξεκίνησε να σαρώνει με το βλέμμα του όλο το χώρο.

…ΦΩΝΑΖΩ ΝΑ Τ’ ΑΚΟΥΣΕΙ

Μόλις την εντόπισε. Κατευθύνεται προς τα έξω. Για μία στιγμή σκέφτηκε να την ακολουθήσει. Γρήγορα, όμως, αντιλήφθηκε ότι δε θα κατάφερνε τίποτα. Άλλωστε, δεν του πήγαιναν καθόλου οι συναισθηματισμοί.

Ο ΠΟΥΣΤΗΣ Ο ΛΑΛΙΩΤΗΣ!

Άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού. Καθώς την κοίταζε να βγαίνει του φάνηκε πως έμοιαζε με κάποια πριγκήπισσα του κόσμου του φανταστικού, που κυβερνά απρόσιτη τους υπηκόους της, που δεν μπορούν παρά να υπακούνε στις διαταγές της.

vlemma2.jpg

Τελικά, αποφάσισε να την ακολουθήσει, ξεπερνώντας τη ζαλάδα, τη θολούρα και το συνωστιμό των σωμάτων που διεκδικούσαν ελάχιστο επιπλέον χώρο για να ξεδιπλώσουν το χορευτικό τους τάλαντο.

Ανοίγει την πόρτα. Έξω φυσάει.

*

Τα μάτια είναι ζωγραφιά του Χρήστου Γαρουφαλή