Ζέστα, ζέστα μανούλα μ’, κάψα… εψηθήκαμε, παιδιά μου τες… Παναγιώτ’ σου ‘χω ειπεί για το Λεγωνίδ’; Το νήξερες συ το Λεγωνίδ’, το μπρόλαβες; Α, γειά σ’, κοντός λιγνός καλόερος και πίττα η κεφαλή του, χαχαχα… Έτσ’ ήταν ο ερμοδόλιος, λιγουλάκι ‘λαφρύς… Δε γκξερ’ς τι γέλια κάναμε με δαύτονε… ετρυγάγαμε, καληνώρα, στη δικιά του τη σταφίδα, εδαπουκάτου στο ποτάμ’, τη γκξέρ’ ς, μανούλα μ’… Εγώ ζουλάπ’, τονε τσίγκλαγα… μπάρμπα Λεγωνίδ’ για μολόγα, ήσουνα νταξ’ με τη μακαρίτ’σα τη Λεγωνίδαινα για τ’ς έκανες τίποτα λαδιές; Ο Λεγωνίδ’ς λες και τονε τσίμπ’σε σφήκα.

Εγώωωωωω; τήρα, Παναγιώτ’, εγώωωωω να κάνου τέτοιου πράμα, μωρή συφοριασμένη Λαμπρινή; Τι είπες, μωρέ στανοκούταβο, τι είπες τώρανες μωρή χαβιόλα; Ποτές! Τήρα Παναγιώτ’, ποοοτές! Γέεεελια εμείς… Καλά, μπάρμπα Λεγωνίδη, δε σε είπαμε και καμπούρη… Α μα, ποτές ποτές; Άει τώρα, έχει σχωρεθεί η θειά, δε μπειράζ’ να μολοήσεις… που θα ντο μάθει; Ποοοοτές, τήρα Παναγιώτ’, ποοοοτές, εξόν νια βολά, το ήφερε ο ξαποδώς… Και πως έγινε μπάρμπα Λεγωνίδη; Επαγαίναμε στη Μπύλο, με ‘κείνη τη Γκατερίνα που παντρέφτ’κε μετά το μπαπά στου Μπούμ’πκα. Εγώ ‘χα τ’ άλογο, κείνη ‘να γαϊδούρ’. Περνάμε του Βελή, φτάν’με κατά Χαντρενού, φώτ’σε κιόλας κι πιάνει εκείν’ η Κατερίνα κι σταματάει κι ούλο να ξεροκατουράει πίσ’ από τς μαντρούλες… Ξεροκατούρ’σε μίνια, ξεροκατούρ’σε δγιό, ξεροκατούρ’σε τρείς, ε, άντρωπος είμαι κι ‘γω, ζυγώνω… κι μας πήρι κι μας σήκουσε! Δ’λαδής τηνε αύτωσες μπάρμπα Λεγωνίδ’;. Κι ο Λεγωνίδης στρίβ’ το μουστάκι τ’, κι λέει: Αμ, δά! Δε θα ντ’ν αύτωνα; Θα τ’ χάρ’ζα;

Advertisements