Χίλια τα πλάνα σου, τα χρώματα κι οι τόποι,
Ελένη, Κίρκη, Ναυσικά και Πηνελόπη
μια χαραμάδα άνοιξέ μου να περάσω
μ’ ένα σου τρικ να ψωνιστώ και να ξεχάσω

(Σιντάρτα, Άλκης Αλκαίος – Θάνος Μικρούτσικος)

Τέσσερις αρχετυπικές γυναίκες, από το μέγα πλήθος των γυναικών που τραγούδησε ο παππούς Όμηρος. Απουσιάζει η πέμπτη, η Καλυψώ. Η γλυκιά Ανδρομάχη καλύπτεται από την Πηνελόπη. Η Αθηνά παρα-είναι θεά. Οι άλλες είναι σεβάσμιες δέσποινες (Εκάβη), ενεργές βασίλισσες (Αρήτη, των Φαιάκων), όμορφες κόρες (Ερμιόνη, της Ελένης), αμφιλεγόμενες μάντισσες (Κασσάνδρα), πιστές δούλες (Ευρύκλεια, του Οδυσσέα, Φυλώ, της Ελένης), άπιστες δούλες (Μελανθώ και οι άλλες 11, του Οδυσσέα) μονοκόμματες αμαζόνες (Πενθεσύλεια), πολεμικά τρόπαια (Χρυσηίδα, Βρυσηίδα), κακόβουλες φόνισσες (Κλυταιμνήστρα) ή εντελώς δευτερεύουσες παρουσίες (Πολυκάστη, η κόρη του Νέστωρα, που έλουσε τον Τηλέμαχο).

1. Ελένη

Κι ως είδαν την Ελένη αντίκρυ τους στον πύργο εκεί να φτάνει

λόγια ανεμάρπαστα σιγόφωνα σταυρώναν μεταξύ τους:

«Δεν είναι κρίμα αν βασανίζουνται για μια γυναίκα τέτοια

μαζί κι οι Αργίτες οι λιοντόκαρδοι κι οι Τρώες καιρούς και χρόνια’

τι φοβερά με τις αθάνατες θεές στην όψη μοιάζει…»

(Ιλιάδα, Γ’ 154-8)

2. Κίρκη

«…

Τις πονηριές της Κίρκης άκουσε μιαν άκρη ως άλλη τώρα:

Πιοτό θα σου ετοιμάσει, βάζοντας κακά βοτάνια μέσα,

μα κι έτσι εσένα δε θα πιάσουνε τα μάγια, δε θ’ αφήσει

το καλοβότανο που σου ‘δωκα’ να σου τα πω όμως όλα:

Μόλις η Κίρκη πάρει το μακρύ ραβδί της και σε κρούσει,

γοργά το κοφτερό ξεγύμνωσε σπαθί από το μερί σου

κι απά στην Κίρκη χίμα, ως να ‘θελες να πάρεις τη ζωή της.

Κι αυτή θα φοβηθεί’ σαν έπειτα σου πει να κοιμηθείτε,

πια της θεάς εσύ τον έρωτα μην τον αρνιέσαι, αν θέλεις

να λευτερώσει τους συντρόφους σου και να γνοιαστεί για σένα.

Μα τον τρανό των τρισμακάριστων ν’ αμώσει πες της όρκο,

πως δε θα βάλει πια άλλο τίποτε κακό για σε στο νου της,

να μη σου πάρει αντρεια΄και δύναμη, σα γυμνωθείς ομπρός της»

(Οδύσσεια, Κ’ 289-301)

3. Ναυσικά

 

Κι η Ναυσικά, που απ΄ τους αθάνατους την ομορφιά είχε δώρο,

πλάι στου αντρωνίτη του καλόχτιστου τον παραστάτη εστάθη,

τον Οδυσσέα να ιδούν τα μάτια της και να τον καμαρώσει’

κι έτσι μιλώντας ανεμάρπαστα του συντυχαίνει λόγια:

«Έχε γεια, ξένε! Στην πατρίδα σου σα φτάσεις κάποια μέρα,

Μη μου ξεχνάς’ πιο απ’ όλους τη χρωστάς σε μένα τη ζωή σου!»

(Οδύσσεια, Θ’ 456-61)

4. Πηνελόπη

Κι η Πηνελόπη τότε η φρόνιμη γυρνάει κι απηλογιέται:

«Όποιες κι αν είναι, ξένε, οι χάρες μου, το ανάριμμα, τα κάλλη,

μου τις αφάνισαν οι αθάνατοι τη μέρα που κινούσαν

οι Αργίτες για την Τροία, κι αντάμα τους το ταίρι μου, ο Οδυσσέας!

Αλήθεια, εκείνος πίσω αν διάγερνε και νοιάζουνταν για μένα,

θα ‘ταν και πιο μεγάλη η δόξα μου και πιο όμορφα τα πάντα…»

(Οδύσσεια, Τ’ 123-8)

5. Καλυψώ

kalypso1.jpg

Έτσι η θεά σε λίγο εγύρισε με το θνητό στο σπήλιο’

εκείνος κάθισε στο κάθισμα, πού ‘χεν ο Ερμής πριν λίγο

αφήσει’ κι η ξωθιά του απίθωσε μπροστά τραπέζι πλούσιο,

με ό,τι έχουν οι θνητοί και θρέφονται, να φάει, να πιεί μετά της’

κι ατή της απαντίκρυ κάθισε στο θεϊκό Οδυσσέα,

κι αθάνατη θροφή κι αθάνατο κρασί μπροστά της βάλαν

οι δούλες’ τότε εκείνοι στα έτοιμα φαγιά τα χέρια απλώσαν’

και σύντας τρώγοντας και πίνοντας εφράνθηκαν οι δυο τους,

κινούσε η Καλυψώ η πανέμνοστη θεά, το λόγο πρώτη:

(…)

Είπε, κι ωστόσο ο γήλιος έγειρε και πήραν τα σκοτάδια’

κι αυτοί στου σπήλιου αποτραβήχτηκαν τα βάθη, να χαρούνε

φιλί κι αγκάλη, και τη νύχτα τους μαζί να την περάσουν.

(Οδύσσεια, Ε’ 194-202 & 224-6)

*

Οι ομηρικοί στίχοι είναι από τη μετάφραση Καζαντζάκη- Κακριδή.

*

Οι τρεις από τις πέντε γυναίκες τα είχαν με τον Οδυσσέα  και άλλες τρεις (όχι οι ίδιες) τον ερωτεύτηκαν πολύ. Ο Νίκος Καζαντζάκης ολοκληρώνει τον κύκλο βάζοντας (στη δική του Οδύσσεια) την Ελένη να ακολουθεί το Δυσσέα στην Κρήτη – όπου και ερωτεύεται έναν Δωριέα οικονομικό πρόσφυγα.

*

Οι «αρχέτυπες γυναίκες» υπάρχουν μονάχα στα κεφάλια των αντρών. Στην πραγματικότητα, οι γυναίκες είναι ασυγκρίτως πολυπλοκότερα όντα. Αυτό όμως δε επηρεάζει την όποια αξία των αρχετύπων: έτσι κι αλλιώς, αντρικά αθύρματα είναι!

Οι γυναίκες στα ομηρικά έπη είναι οι κυρίαρχες αιτίες για την αντρική δράση, τη ζωή, το θάνατο – και τα πάθη που μεσολαβούν.

Για χάρη της Ελένης, οργανώνεται μια πρωτοφανής εκστρατεία και στο τέλος η Τροία γίνεται κουρούμπελο. Η Ελένη δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια όμορφη γυναίκα. Πολύ όμορφη, όμως! Εννοείται, με θεϊκή καταγωγή. Τη διεκδικούν πολλοί, την κερδίζει ο Μενέλαος. Ο (άντρας) ποιητής γνωρίζει πως η τόση ομορφιά δε μπορεί να έχει αποκλειστικότητα. Οι θεοί (δηλαδή η ανθρώπινη νόηση/ επιθυμία/ παρόρμηση) ανατρέπουν το νεότευκτο συζυγάτο  και η Ελένη φεύγει μ’ αυτόν που οι θεοί του τη χάρισαν, τον Πάρη. Δηλαδή φεύγει με εκείνον που η ίδια διάλεξε  για να αθλήσει την ομορφιά της στο ερωτικό πάθος. Ο Μενέλαος δε λέει «άει σιχτίρ» – μεταθέτει την ευθύνη στο άλλο θύμα του έρωτα (τον Πάρη). Η ίδια η Ελένη παραμένει αθώα. αλλιώς δε μπορεί να δικαιολογηθεί η εμπλοκή της πολιτικής στην υπόθεση, δηλαδή η πανστρατιά που οργανώνουν οι Αργίτες εναντίον της Τροίας. Οι Τρώες πέφτουν στην ίδια παγίδα: αποδέχονται να μετατραπεί μια υπόθεση απιστίας σε μείζον πολιτικό ζήτημα, από τη δίνη του οποίου δε μπορούν να απεμπλακούν, ως την τελική καταστροφή τους. Μετά το θάνατο του Πάρη (και του διαδόχου του, στην κατοχή της ομορφιάς) και τη δήωση της Τροίας, κανένας δεν πειράζει την Ελένη. Επιστρέφει στη νόμιμη συζυγική εστία, κυρία. Και ο Μενέλαος είναι πανευτυχής – ως τη επόμενη φορά…

Η Κίρκη είναι άλλη ιστορία. Θεά (δεύτερης γραμμής) και εξαιρετικά επικίνδυνη. Οικονομικά και συναισθηματικά ανεξάρτητη, ενδιαφέρεται για το δικό της συμφέρον και μόνον. Ο άντρας (ο Οδυσσέας) πρέπει να την πολεμήσει και να την κάνει να φοβηθεί, για να αποφύγει τη μετατροπή του σε χοίρο. Τότε η Κίρκη τον αποδέχεται – και ως ερωτικό σύντροφο – και τον βοηθάει, χωρίς υστεροβουλία, αλλά δε χάνει ποτέ την αίσθηση της υπεροχής. Το στοιχείο που την ανεβάζει από το ζωώδες (συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης) και την εξευγενίζει στα μάτια των αντρών, είναι ακριβώς η αποδοχή του άντρα – της δύναμης του, για να ακριβολογούμε. Η Κίρκη, ως αρχέτυπο, έρχεται από πολύ μακριά, αλλά να που στις μέρες μας μοιάζει εξαιρετικά σύγχρονη! Όχι πως έλειψε ποτέ, δηλαδή…

H Ναυσικά είναι η πιο απλή περίπτωση: η μοναδική παρθένα της πεντάδας – σε ηλικία ζευγαρώματος, ωστόσο. Βοηθάει, με την καλή της την καρδιά, το δυστυχισμένο ναυαγό της ζωής, τον ντύνει, του συμπαραστέκεται και τον ερωτεύεται. Σ’ ένα νεύμα του, είναι ικανή να κάνει τα πάντα. Και ο μοναδικός λόγος που δεν τα κάνει, είναι ότι ο Δυσσέας δεν τα ζητάει – με πόνο ψυχής, βεβαίως, κι αυτός… Σημειώνω την κορυφαία αντρική φαντασίωση, όπως την αντικρίζει ξυπνώντας ο ναυαγός: η Ναυσικά και το τσούρμο οι κολλητές της παίζουν το τόπι, με γέλια και φωνές, στην αμμουδιά – κι ο Δυσσέας τις παρακολουθεί, αθέατος. Ξέρω πολλούς ναυαγούς (σαράντα +) που έχουν συναντήσει τη Ναυσικά τους – και άλλους που την ονειρεύονται εντατικά. Έστω κι αν οι Ναυσικές δεν είναι πια παρθένες.

Η Πηνελόπη, άλλο αρχέτυπο. Όμορφη, αφοσιωμένη, σύζυγος και μητέρα. Κρατάει τη θέσης της όσο μπορεί – μέχρι που ο ίδιος ο Δυσσέας (μεταμφιεσμένος σε ζήτουλα) την πληροφορεί ότι ο σύζυγός της έχει πεθάνει. Τότε, το παίρνει απόφαση να ξαπαντρευτεί – αλλά οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και εντελώς διαφορετικές. Δικαιώνεται, καθώς ο ξενιτεμένος (στα κρεβάτια των θεϊκών γυναικών) αγαπημένος σύζυγος επιστρέφει σ’ αυτήν, για να… γεροκομηθεί. Οι άντρες χρειάζονται να τα πιστεύουν όλα αυτά, αλλιώς πως θα κυκλοφορούν ήσυχοι από γκόμενα σε γκόμενα; Βέβαια, σύμφωνα με την παράδοση, ο Όμηρος ήταν τυφλός – υπάρχει μια αμφιβολία αν τα είδε όλα όσα έγιναν στα πανωδώματα του παλατιού, τόσα χρόνια, με τους μνηστήρες να κυκλοφορούν σαν καβλωμένοι γάτοι στο ισόγειο…

Η Καλυψώ είναι η θεά μου. Η απόλυτη φαντασίωση του άντρα, από τα χρόνια του Ομήρου, ως τις μέρες μας – και ως τον αιώνα τον άπαντα. Η πραγματική γυναίκα του Οδυσσέα – εφτά χρόνια έζησε μαζί της, ενώ με την Πηνελόπη σκάρτα δύο, ως την επιστροφή. Ο Οδυσσέας τη συνάντησε στην κορύφωση της δύναμής του, αλλά ναυαγός, ως συνήθως. Η Καλυψώ τον ερωτεύτηκε, θεά ούσα, και του έδωσε τα πάντα. Αν έμενε μαζί της, θα τον έκανε αθάνατο. Αλλά, ο άντρας μένει πάντα παιδί: όταν τα έχει αυτά τα πάντα, θέλει .. άλλα! Θέλει ανεξάρτητο στόχο. Θέλει ταξίδι. Θέλει κι άλλες. Ίσως, δεν αντέχει τον απόλυτο έρωτα. Έτσι, έρχεται ο Ερμής και φέρνει τη διαταγή του Δία: άστον να φύγει. Κανένας Ερμής δεν έφερε καμιά διαταγή – είπαμε πως οι θεοί ήταν για τον παππού Όμηρο η νόηση και τα ένστικτα του ανθρώπου. Η Καλυψώ δεν άντεχε άλλο να τον έχει κι αυτός να θέλει να φύγει, να θωρεί με τις ώρες το πέλαγο και ν’ αναστενάζει. Έκλαψε, διαμαρτυρήθηκε στον Ερμή και τον ξεπροβόδισε: στο καλό, Οδυσσέα!

Advertisements