6810064madonna-munch2.jpg

Σε ερωτεύτηκα αμέσως μόλις σε είδα. Ένα παλικαράκι που δεν είχε κλείσει τα δεκαεφτά ήμουνα τότε. Εσύ μεγάλη, σαγηνευτική, γεμάτη υποσχέσεις. Νόμισα πως μ’ αγάπησες και συ – ιδέα μου. Μπορεί, κιόλας. Με τα θηλυκά δε βγάζεις άκρη.

Μικρός και άβγαλτος, έπεσα με τα μούτρα. Και συ με έμαθες να καπνίζω, να πίνω, να ξενυχτάω, να παίζω χαρτιά, να μην κομπλάρω με την ηδονή, να μη φοβάμαι τις κόντρες, να ψάχνω. Κράτησα κι εγώ από τις συνήθειες μου δύο μονάχα: να διαβάζω και να γράφω.

Με τη σειρά τα αμφιθέατρα, τα εργαστήρια, τα κομματικά στέκια, τα μπαράκια, τα ουζερί, οι ταβέρνες, τα καφενεία. Πολιτική, έρωτες, όνειρα. Πολλά όνειρα. Τρελά όνειρα. Και πολλοί άνθρωποι, φίλοι και γυναίκες – δεν έμεινε σχεδόν κανένας και καμιά…

Τα πρώτα χρόνια περάσαμε καλά οι δυο μας. Για την ακρίβεια, τέλεια! Όχι ένα και δύο – δώδεκα! Δώδεκα ολόκληρα χρόνια χρυσάφι…

Αγάπησα πολύ, πολλά: γυναίκες, βιβλία, ποιήματα, κόμιξ, ταινίες, αμάξια, γήπεδα, οδοιπορίες, γλέντια, αθλητικά απογεύματα σε γηπεδάκια, συζητήσεις, συναπαντήματα. Ακόμα και την Επανάσταση των προλεταρίων – κι ας έμενα κατά βάθος ένας παραδοσιακός άνθρωπος της υπαίθρου. Και συ δεν έφερνες καμιά αντίρρηση, μου τα έδινες όλα, μου τα επέτρεπες όλα. Και μένα μου άρεσε να σε βλέπω από ψηλά, ξαπλωμένη νωχελικά – και ύστερα να χάνομαι μέσα σου και να εξερευνώ τις πιο απόκρυφες γωνιές σου και να παραμυθιάζομαι ότι καλύτερη από σένα δεν υπάρχει, ότι είσαι η πρώτη και η μοναδική.

Δε χωρίσαμε ποτέ. Εφτά μήνες ήταν όλοι κι όλοι που έμεινα μακριά σου, φαντάρος. Και τότε, σε κάθε ευκαιρία, έτρεχα σε σένα.

Και μετά έγινες στρίγγλα. Χάλασε η όψη σου, η φωνή σου, η αύρα σου. Λες και δεν έφτανε αυτό, άρχισα να υποψιάζομαι πως στη σχέση μας δεν είμαστε μόνοι: υπήρχαν και κανόνιζαν τα πάντα οι νταβατζήδες σου. Αόρατοι για χρόνια, άρχισαν σιγά σιγά να τους ξεχωρίζουν τα αφελή μου μάτια.

Λες να τα φαντάστηκα; Μα κάθε φορά που ήθελα να σε πάρω, μου ζητούσαν να πληρώσω. Με αντίτιμα που τα σιχαινόμουν. Οι πόρτες σου έμεναν κλειστές – έμπαιναν κάποιοι άλλοι, που δεν είχαν πρόβλημα με τη συναλλαγή. Κι εγώ σε συναντούσα κρυφά, απόμερα, όλο και πιο αραιά. Και τότε ακόμα δε με αγκάλιαζες, δεν με άκουγες, δε με παρηγορούσες, Κι έτσι άρχισε να δημιουργείται η γνωστή ψυχρότητα ανάμεσά μας.

Δε μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς την περίοδο που ο απόλυτος έρωτάς μου για σένα μετατράπηκε σε αηδία. Αλλά δε μπορούσα πια να βλέπω τους νταβατζήδες να μπαίνουν ανάμεσά μας και συ να μου γυρίζεις την πλάτη. Αν δε σε είχα ερωτευτεί τόσο, μπορεί να μη σε περιφρονούσα. Θα μου ήσουν, απλά, αδιάφορη. Μια τρύπα που μπαίνεις, γιατί κάπου πρέπει να μπεις, χωρίς συναισθηματικές εμπλοκές.

Ξέρεις πολύ καλά ότι αόρατα αλλά πανίσχυρα νήματα με κρατάνε δεμένο κοντά σου. Ξέρεις ότι προσπάθησα πολύ να τα κόψω, μάτωσα κιόλας, αλλά ήταν αδύνατο. Έχουν περάσει εικοσιεφτά χρόνια, αυτή η σχέση έγινε εφιάλτης, αλλά έγινε πια υποχρεωτική. Θέλω δε θέλω, υποχρεωτική.

Σε βλέπω τώρα και ανατριχιάζω. Μια σταφιδιασμένη, κακιασμένη κωλόγρια, μια ξεφτιλισμένη πουτάνα είσαι. Κι ας φανερώνεσαι καμιά φορά φρεσκολουσμένη και χαμογελαστή κι ας καταφέρνεις τότε να κάνεις τα σπλάχνα μου να αχνίζουν και πάλι από πόθο για σένα. Δε περνά πολλή ώρα και με κατακλύζει η νοσταλγία της φυγής μακριά σου. Γιατί γελάς ξεδιάντροπα, γιατί πουλιέσαι φτηνά στον κάθε καραγκιόζη, γιατί του κάνεις πρόθυμα όλα τα γούστα – και μετά έρχεσαι ξανά σε μένα, να εξαγνιστείς. Και να με παραμυθιάσεις.

Σε μαθαίνουν σιγά σιγά και τα παιδιά μου. Και σε αγαπάνε, γιατί είναι παιδιά και δε μπορούν να ξέρουν τι λέρα και τι χάσιμο είσαι. Και συ τα δολώνεις – όπως έκανες και με μένα. Γιατί το έχεις αυτό το χάρισμα, να φτιάχνεις τους μύθους σου και να τους πουλάς, ακριβώς όπως πουλάνε οι απατεώνες τα φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Έχω χρόνια να σου μιλήσω. Ούτε σήμερα θα σου μιλούσα, κι ας είναι τέτοια μέρα. Θυμάσαι, ήταν ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, στα 1979… Το πρωί καθώς οδηγούσα για τη δουλειά σε σκεφτόμουν – και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι οπουδήποτε αλλού, οπουδήποτε μακριά σου, θα είμαι ξένος. Και σκέφτηκα ότι εικοσιεφτά χρόνια έχουν πια τη σφραγίδα και το βάρος του οριστικού. Και είπα, ξεφτιλισμένη κωλόγρια, να σου γράψω δυο λόγια στο μπλογκ – για να συναντηθούμε ξανά.

Τι το ήθελα; Με το που το συλλογίστηκα, λες κι άλλαξες όψη – έγινες πάλι η όμορφη μάγισσα της νιότης μου. Αφήνομαι κι εγώ, κι ας ξέρω πως θα με απογοητεύσεις και πάλι – και πολύ γρήγορα μάλιστα.

Απόψε όμως, θα σε κυκλοφορήσω λες κι είσαι άλλη, δηλαδή αυτή που φαντάστηκα πως ήσουν, κάποτε. Φαντάσου και συ πως είμαι εκείνος που ήμουν, ένα τέταρτο του αιώνα πριν. Ας κάτσουμε στο μισοσκόταδο του μπαρ, να μη φαίνονται τα καζάντια μας κι ας πιούμε μαζί, ας χαλαρώσουμε ονειροπολώντας για ένα μέλλον λιγότερο πικρό από το παρόν.

Θεσσαλονίκη μου, καλή μας επέτειο!

*

Γράφτηκε για την  επέτειο του 2006:

http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/10/blog-post_26.html

Όπου «εικοσιεφτά», βάλτε «τριάντα». Οκτώβριος  2009.

*

‘Οπου «τριάντα», βάλτε «τριάντα τρία». Οκτώβριος 2012.

Advertisements