Η συζήτηση ήταν για τους νέους και την επιχειρηματικότητα, ο Περικλής πήρε το λόγο και μας αφηγήθηκε πως έστησε μια από τις πρώτες του επιχειρήσεις: events με βερμούτ και στραγάλια, λίγο πριν από το 1970.

*

Τελείωνα τότε τον Ευκλείδη, θα ήμουνα δεκαοχτώ, δεκαεννιά… Φτώχεια καταραμένη, ο γέρος κουβαλούσε ξύλα από το βουνό με τα μουλάρια στο χωριό, η επιβίωση δύσκολη… Συνέβη τότε να φύγουν τα παιδιά που  μέναμε μαζί, έπρεπε να βρω καινούριους συγκατοίκους, ν’ αλλάξω σπίτι… Νοικιαζόταν ένα διαμέρισμα στη Μαντινείας, μια κάθετη στην Ιταλίας, που τώρα λέγεται 28ης Οκτωβρίου. Μεγάλο και ακριβό, δεν ήταν για μένα. Αλλά, μόλις το είδα, άναψε η λάμπα στον εγκέφαλο και πήρα το ρίσκο. Δανείστηκα από όσους ήξερα – άλλος κατοστάρικο, άλλος δεκάρικο- και το έπιασα.

Ήταν αρχή της βδομάδας, έριξα σήμα στην πιάτσα και το Σάββατο ήταν όλα έτοιμα για το πρώτο ρεφενέ πάρτυ. Όποιος ερχόταν, δεκάρικο η είσοδος. Είχα ένα πικάπ ντούαλ 1214 και μερικούς δίσκους, ξέρετε, ακάζα ντιρένε, καλιφόρνια ντρήμ, Ανταμό, Κριστόφ, Αλ Μπάνο και δε συμμαζεύεται… Υπήρχε ποτό, δηλαδή βερμούτ και συνοδευτικό, δηλαδή στραγάλια. Πλούσια πράγματα, και άσπρα και κίτρινα στραγάλια!

Δε μπορείτε να το φανταστείτε τώρα, αλλά τότε ήταν μεγάλη υπόθεση, να βρίσκει η νεολαία ένα χώρο με μουσική, βερμούτ και στραγάλι και να μπαλαμουτιάζεται μ’ εκείνα τα μπλουζ, τα αγκαλιαστά… Ν’ ακουμπάει η κοπελίτσα το μαγουλάκι της στο δικό σου και τα χέρια σου να ψαχουλεύουν το άγνωστο τοπίο, όλο και πιο τολμηρά… Το γόνατό σου ανάμεσα στα πόδια της – και το τσουτσούνι σου να γίνεται τούρμπο, δεν ήθελε και πολύ, δεκαοχτάρηδες και εικοσάρηδες είμαστε – και οι πιτσιρίκες όλο τάχα ντροπαλές, αλλά όλο και να κολλάνε και να τρίβονται πάνω στο κοντάρι και χάχα χούχα… Καλά, επανέρχομαι!

Το πρώτο Σάββατο ήταν λίγοι, το δεύτερο περισσότεροι, το τρίτο έγινε χαμός! Δεν πρόφταινα να μετράω δεκάρικα… Έλεγα στις τρεις καλύτερες γκόμενες, εσείς δε θα πληρώσετε, αλλά θα μείνετε μετά να καθαρίσουμε το σπίτι…

Φυσικά, από το πρώτο Σάββατο κιόλας ήρθαν οι μπάτσοι, διότι έγινε καταγγελία για διατάραξη κοινής ησυχίας… Έχω τα γενέθλιά μου κύριε αστυνόμε, λέω, συγγνώμη. Φύγανε. Το άλλο Σάββατο έρχονται δυο άλλοι, τους λέω τα ίδια, φεύγουνε κι αυτοί. Το τρίτο, έρχονται πάλι οι πρώτοι, τους λέω το ίδιο παραμύθι, δεν τ’ αφήνεις αυτά ρε; Τους λέω, εντάξει, παρτάκι γίνεται, να βγάλω κι εγώ κανένα φραγκάκι, μπείτε μέσα, πιείτε το ποτό σας, χορέψτε, κάντε παιχνίδι με τις πιτσιρίκες… Μπήκαν – τους άρεσε η φάση. Το είπαν και στους άλλους – μετά μαλώνανε οι μπάτσοι ποιος θα έχει βάρδια τα Σάββατα!

Σάββατο με Σάββατο, τα πάρτι είχαν γίνει το γεγονός, για όλη τη Θεσσαλονίκη. Μια μέρα με συναντάει στο δρόμο ένας Δημήτρης, ματσωμένος Θεσσαλονικιός, από τους μόνιμους στα πάρτι του Σαββάτου. Ρε συ, μου λέει, θέλω δυο ώρες το σπίτι να φέρω τη γκόμενα. Πριν προλάβω να απαντήσω, βγάζει ένα γυαλιστερό εικοσάρικο, απ’ αυτά με το πουλί της χούντας. Του λέω, το κλειδί θα είναι μέσα στο γλόμπο της εξώπορτας, εκεί θα το αφήσεις όταν θα φύγεις.

Το είπε στους κολλητούς του, κάθε φορά που επέστρεφα κοίταζα το γλόμπο, να δω αν είναι μέσα το κλειδί…

Από τότε, μάγκες, έτσι πάει η δουλειά: πάντα είμαι φτωχός και πάντα η τσέπη μου είναι γεμάτη! Το σπίτι αναγκάστηκα να το αφήσω, γιατί οι γείτονες είχαν πλέον λυσσάξει, έβαλαν τα μεγάλα μέσα και δε με έπαιρνε πλέον. Νοίκιασα ένα δωμάτιο στην Άνω Πόλη, για να μη με βρίσκουν οι μπάτσοι που με έψαχναν και στη Μαντινείας πήγαινα μόνο για τα πάρτι και όταν έπρεπε ν’ αφήσω το κλειδί στο γλόμπο. Δε μπορούσε να τραβήξει αυτό πολύ, αναγκάστηκα να το ξενοικιάσω…

Έφυγα πικραμένος, γιατί μια μέρα ο Δημήτρης μου λέει ρε συ έχω μια καινούρια, αλλά ντρέπεται, θα είναι και μια φίλη της μαζί, κοίτα να κάτσεις και συ στο διαμέρισμα. Έρχονται, που λέτε, και σε λίγο ο τύπος παίρνει τη δικιά του και πάνε μέσα, μένω εγώ με τη γκομενίτσα, δε θυμάμαι ούτε το όνομά της, ούτε πως ήταν, τίποτα. Θυμάμαι μόνο που της έπιασα την κουβέντα, όπως καθόμαστε σ’ ένα ψευτοκαναπέ που είχα στο σαλόνι κι αυτή μου λέει μη μιλάς και με ξεκουμπώνει και σηκώνει τη φουστίτσα της και κάνει στην πάντα το κιλοτάκι και κάνει τη μεγαλειώδη κίνηση και κάθεται επάνω… κι εγώ μένω χάνος και μου φεύγουν αυτομάτως και η γκόμενα δεν εμφανίστηκε ξανά και θα έχω τραβήξει ίσα με πεντακόσιες μαλακίες τα επόμενα χρόνια, όταν θυμάμαι αυτή τη σκηνή… Γι’ αυτό οι πιτσιρίκες γουστάρουν τους σαραντάρηδες, δεν τις αφήνουν με την γλύκα…

Μετά; Μετά πήγα φαντάρος. Α, να σας πω μια ιστορία με το στρατό, που θυμήθηκα; Βάλε ένα τσιπουράκι πρώτα, στέγνωσε το στόμα μου…