Είναι χαρακτηριστική και άκρως διδακτική για τα χριστιανικά «ήθη» η ανελέητη μάχη για την εξουσία ανάμεσα στον πατριάρχη Θεόφιλο Αλεξανδρείας (άγιο, βεβαίως) και τον Ιωάννη Χρυσόστομο της Κωνσταντινούπολης (έναν εκ των τριών Ιεραρχών), με σαθρό πρόσχημα την αποδοχή ή όχι του Ωριγένη. Τον Σεπτέμβριο του 403 συνήλθε Σύνοδος επισκόπων στη Χαλκηδόνα, όπου το κατηγορητήριο κατά του Ιωάννη περιλάμβανε 29 αδικήματα – μεταξύ αυτών ότι έδερνε ή έβαζε να δέρνουν κληρικούς μέχρι που μάτωναν και ότι είχε πουλήσει μεγάλο αριθμό πολύτιμων λίθων από τον εκκλησιαστικό θησαυρό. Σε αυτά, ένα μέλος της Συνόδου, ο ηγούμενος Ισαάκ, πρόσθεσε άλλα 17 παρόμοιας φύσης. Τρεις επίσκοποι αντιπροσώπευσαν τον Ιωάννη. Οι εν Χριστώ αδελφοί τους έσπασαν στο ξύλο και πέρασαν στο λαιμό του ενός μια αλυσίδα – που προοριζόταν για τον Ιωάννη. Τελικά ο Ιωάννης καθαιρέθηκε, τον έσυραν νύχτα σε ένα πλοίο, όμως την επόμενη μέρα τον αποκατέστησαν στο αξίωμά του – ο Θεόφιλος εξαφανίστηκε από την Κωνσταντινούπολη μαζί με τους οπαδούς του – και ο ταπεινωμένος επανήλθε θριαμβευτικά, μόνο και μόνο για να εξοριστεί στη συνέχεια (τον αντιπαθούσε η αυτοκράτειρα Ευδοξία) και να πεθάνει στην εξορία, τρία χρόνια αργότερα…Όταν πέθανε ο Ιωάννης, ο Θεόφιλος δεν δίστασε να κυκλοφορήσει έναν λίβελο εναντίον του, στον οποίο ο ηττημένος ανταγωνιστής του παρουσιάζεται ως κατειλημμένος από ακάθαρτα πνεύματα, ως μάστιγα, ως άθεος, ως Ιούδας και σατανάς, ως τρελός, τύραννος που είχε παραδώσει την ψυχή του στο διάβολο, ως εχθρός της ανθρωπότητας, τα εγκλήματα του οποίου ξεπερνούν και εκείνα των ληστών.

Μετά την εξορία του Ιωάννη ακολούθησε η damnatio memoriae, η διαγραφή του ονόματός του από τα δίπτυχα, τα επίσημα εκκλησιαστικά βιβλία της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας, της Κωνσταντινούπολης. Σε μια επιστολή του από την εξορία ο Χρυσόστομος ομολογεί ότι, εκτός λίγων εξαιρέσεων, δεν φοβόταν κανέναν άλλον περισσότερο από τους επισκόπους.

Όχι μόνο στην πρωτεύουσα αλλά παντού γύρω είχε αρχίσει ήδη ένας άγριος διωγμός των Ιωαννιτών με αναρίθμητες συλλήψεις, βασανισμούς, εξορίες, χρηματικά πρόστιμα. Λέγεται ότι το φθινόπωρο του 403, μετά από την καθαίρεση του Ιωάννη, εκατοντάδες μοναχοί σφαγιάστηκαν από πιστούς σε εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης, ενώ πολλοί διέφυγαν στην Ιταλία – μια τραγωδία που φαίνεται πιο ζοφερή, καθώς σκηνοθετήθηκε από καθολικούς (ορθόδοξους) επισκόπους, σύμφωνα με τον Deschner που την αφηγείται.

Το τέλος του δράματος γράφτηκε τριάντα χρόνια αργότερα – στα τέλη Ιανουαρίου του 438, ο Θεοδόσιος Β’ μετέφερε τα οστά του Ιωάννη Χρυσοστόμου με επίσημη τελετή στο ναό των Αγίων Αποστόλων της Κωνσταντινούπολης, από όπου τα έκλεψαν οι σταυροφόροι. Ο ανεψιός και διάδοχος του Θεόφιλου, Κύριλλος, αναγκάστηκε να συγκαταλέξει το όνομα του Ιωάννη στα αλεξανδρινά δίπτυχα των εκλιπόντων αγίων, στα 428, υπό την πίεση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου. Στη συνέχεια ο Κύριλλος τα έβαλε με τον Νεστόριο και τον ανέτρεψε, φυσικά ως αιρετικό. Αλλά αυτή είναι μια άλλη, θλιβερή, επιτυχία της Ορθοδοξίας…

*

Πηγή: Karlheinz Deschner, Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού. Το τέλος του αρχαίου κόσμου. ΚΑΚΤΟΣ, 2004, σελ. 215-20 & σελ. 72-3

*

Οι συνεχείς αγοραίες αντιπαραθέσεις μεταξύ των «αγίων» Ιεραρχών, πάντοτε καλυμμένες από δήθεν σπουδαία ζητήματα θεολογικά, συνεχίζονται και στις μέρες μας. Ευτυχώς, χωρίς να έχουν πια τη δυνατότητα οι επίσκοποι να «καθαρίζουν» τους αντιπάλους τους με τον βάρβαρο τρόπο που ο Θεόφιλος «καθάρισε» τον Ιωάννη. Διαθέτουν, βέβαια, άλλους τρόπους – αφού η νοοτροπία τους παραμένει η αυτή, έχοντας ποτιστεί με νερό από τις ίδιες πηγές. Θυμηθείτε μονάχα τον τρόπο με τον οποίο η σέχτα των επισκόπων που επικράτησε τα τελευταία χρόνια στην Εκκλησία της Ελλάδος  κατάφερε να εξουδετερώσει το βασικό της αντίπαλο, κατηγορώντας τον (ψευδώς) για οικονομικές ατασθαλίες.  Επίσης, τις μανούβρες που έγιναν (και γίνονται ακόμα) στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Για να μην αναφέρουμε τις θερμές εκδηλώσεις αγάπης μεταξύ των Πατριαρχικών και των Εσφιγμενιτών, στο Άγιον Όρος, οι οποίες είχαν προς το παρόν ως αποτέλεσμα  έναν νεκρό και κάμποσους τραυματίες.

Τα παπαδομάγαζα (όπως τα αποκαλούσε ο Ηλίας Πετρόπουλος) δεν αλλάζουν, ανά τους αιώνες.

*

Αυτά δε σημαίνουν ότι δε θα συναντήσει κανένας  στο Χριστιανισμό (από τα πρώτα χρόνια του, ως σήμερα) εστίες ανθρωπιάς, υψηλής πνευματικότητας και αγάπης. Μόνο που αυτές είναι σπάνιες – και εντελώς  περιθωριακές. Οι Θεόφιλοι ήταν και παραμένουν ο κανόνας.