Σπάζομαι που τον βλέπω έτσι το δικό μου, ρε ντοκ. Κάθεται ο μαλάκας μαραμένος στο σπίτι μέσα και βλέπει τηλεόραση, τον Tριανταφυλλόπουλο… Ρε συ του λέω, κινήσου, βγες, ζήσε! Σα μουνί κλαμένο έχεις γίνει! Μελαγχολία, ακεφιά, στα όρια της κατάθλιψης… Γιατί κάνεις μια ζωή που σε χαλάει; Στου κουφού τη πόρτα, όσο θέλεις βρόντα…

Θάφτηκε που λες, από τότε που παντρεύτηκε – πέντε έξι χρόνια τώρα. Και καλά τον πρώτο καιρό τον δικαιολογώ, ήτανε στα μέλια, δεν είχε φτάσει ακόμα στα σκατά, μετά ήρθε και το παιδί, εντάξει. Τώρα όμως; Μέσα του λυσσάει – κι όξω του ψοφάει! Θα αρρωστήσεις ρε μαλάκα, του λέω, θα πάθεις τίποτα στο τέλος, ανάθεμα τη νομική σου!

Έξι χρόνια τον περνάω, που λες ντοκ, εγώ πενήντα δύο, αυτός σαράντα έξι. Κι όλοι λένε πως εγώ φαίνομαι νεότερος! Ο πατέρας μας, ξέρεις, είχε γκόμενα ως τα τελευταία του και ξενογαμούσε, κι ο παππούς μας το ίδιο. Από αυτούς πήρα εγώ τα γονίδια, χαχαχα… Ο δικηγόρος όμως θα πήρε από την μάνα μας, από τον άλλο παππού! Τέλος πάντων, πριν παντρευτεί κάτι έκανε – τρίχες δηλαδή, σεβόταν!

Τις γυναίκες σεβόταν! Μη τις προσβάλλει, μη τις πληγώσει, μην εκτεθεί… Ρε συ, τη γυναίκα πρέπει να την έχεις στο φτύσιμο, τότε είναι που δεν ξεκολλάει! Στοιχειώδης αρχή του κυνηγού! Άμα της δώσεις αέρα, πάει, το έχασες το παιχνίδι!

Τελευταία, που λες, έχει ανοίξει η πιάτσα, χαμός γίνεται! Και να θέλεις ν’ αγιάσεις, δε σ’ αφήνουν οι πιτσιρίκες – για δεκαεννιάρικα μιλάμε, όχι παραπάνω, φυσάει η φρεσκαδούρα! Περπατημένες! Τρέχω όλη τη μέρα στα συνεργεία και παλεύω για τα ευρώ, αλλά τα βράδια στη γύρα, μπαράκια κι έτσι. Ξέρεις την παροιμία το μουνί σέρνει καράβι; Μεγάλη αλήθεια, ντοκ, αλλά από την άλλη και ο σωστός καραβοκύρης ξέρει να τα μαζεύει τα μουνάκια. Όρεξη να υπάρχει! Δεν το πιστεύεις;

Εδώ μιλάμε σοβαρά, δε λέμε μπούρδες! Άκου να δεις τι μου συνέβη χθες βράδυ – και βγάλε συμπέρασμα. Να το ανάψω το μαλμποράκι ή απαγορεύεται; Χθες βράδυ, που λες, κατά τις δύο, περνάω από το μπαράκι που το έχω στέκι, στην Κορομηλά, ξέρεις. Κάμποσος κόσμος, μην τα πολυλογούμε, κάνω παιχνίδι με μια μελαχρινή, αλφαδιά! Πρώτη φορά την έβλεπα, ψου ψου ψου κουβεντούλα, ανοίγει το κινητό, μου δείχνει ένα ωραίο κώλο στην οθόνη, ο δικός μου είναι, σου αρέσει; με ρωτάει. Φορούσε στριγκάκι, δεν ήταν σκέτος… Άμα σου το λέω, οι πιτσιρίκες είναι εξελιγμένες! Πήγα κατ’ ευθείαν από τη γκαρσονιέρα στο εργοτάξιο, πάλι καλά που πρόλαβα και κοιμήθηκα καναδυό ωρίτσες το μεσημέρι.

Θα μου πεις, έχεις φράγκα και κυκλοφορείς. Όχι, ντοκ, πάντα ήταν έτσι – και τότε που ήμουνα απένταρος, τα ίδια γινόντανε. Άμα το γουστάρεις και έχεις ζωή μέσα σου, νο πρόμπλεμ! Ο αδερφός μου, δηλαδή, στο οικονομικό κολλάει; Θυμάμαι μια φάση, μόλις είχα απολυθεί από φαντάρος, επί χούντας, δεν είχα μπει ακόμα στο Πολυτεχνείο αλλά δούλευα με τον πατέρα μου οδηγός, το φορτηγό που είχαμε δε σταματούσε ούτε μέρα ούτε νύχτα, εικοσιτέσσερις ώρες στην κίνηση. Δέκα, δεκατέσσερις ώρες να κουβαλάω αμμοχάλικο από τα νταμάρια της Χαλκιδικής στη Θεσσαλονίκη, δουλειά, όχι αστεία! Μετά έδινα το φορτηγό στο γέρο, έπαιρνα ένα οπελάκι που είχα, το πρώτο μου αμάξι, το πήρα μεταχειρισμένο βέβαια, τρία χρόνια πλήρωνα γραμμάτια… και βουρ στη γκαρσονιέρα που είχα νοικιάσει στη Χαλκιδικής, δίπλα εκεί που ήτανε τα ΚΤΕΛ. Από τότε έχω πάντοτε γκαρσονιέρα, τότε νοίκιαζα, τώρα κρατάω μία σε μια δική μου οικοδομή, στην Καλαμαριά. Ερωτική γιάφκα, καταλαβαίνεις… Γαμιστρώνας!

Ένα βράδυ λοιπόν, κατά τις δώδεκα δωδεκάμισι, καλοκαιράκι, βγαίνω με το αμάξι για τσάρκα, επί χούντας μιλάμε, και σταματάω λίγο παραπάνω Χαλκιδικής και Μπότσαρη γωνία, είχε ένα σουβλατζίδικο και έφτιαχνε ωραία σουτζουκάκια, λέω να τσιμπήσω κάτι και μετά κατεβαίνω στο κέντρο. Παρκάρω απέξω και το βλέμμα μου καρφώνεται απέναντι, στη γωνιακή οικοδομή. Ακουμπισμένη στον τοίχο, μια κοπελίτσα ψηλή, ξανθιά, γαλανομάτα – μπουκιά και συχώριο! Φορούσε πέδιλα, μια κοντή φουστίτσα και μια μπλούζα χωρίς μανίκια. Την ήξερα, ο μπαμπάς της δηλαδή έχτιζε μια βιλίτσα στο Μαρμαρά και δουλεύαμε εκεί. Τη χαιρετάω από μακριά – και ζυγώνω.

Διάβαζε για τις εισαγωγικές και βγήκε λέει για να πάρει λίγο αέρα. Μαζεύω όλο μου το κουράγιο και της προτείνω, αν θέλει να πάμε κανένα σινεμά. Τέτοια ώρα έχει; Με ρωτάει. Έχει, λέω, θα πάμε με το αμάξι, σε νράιβ ιν. Τι είναι αυτό το ντράιβ ιν, της εξηγώ πας με το αμάξι και βλέπεις την ταινία από μέσα. Δέχτηκε και φύγαμε αμέσως. Εγώ, νηστικός, αλλά είχα άλλη πείνα τώρα…

Δεν είχα πάει ποτέ σε ντράιβ ιν, ακουστά τα είχα. Ούτε καν ήξερα τι ταινίες έπαιζαν εκεί που πήγαμε. Μας δίνουν το ηχείο, το κρεμάω στο παράθυρο, αράζω δίπλα στο κολωνάκι, το βάζω στη μπρίζα και ακούγονται κάτι αχ, αχ, αχ… Σηκώνω το κεφάλι, τι να δω; τσόντα! Την κοιτάζω, έχει ανοίξει τα μάτια και βλέπει! Ωραία, σκέφτομαι, ενώ έχω ήδη γίνει πύραυλος, τώρα ψυχραιμία! Άστηνα να φτιαχτεί!

Στο μεταξύ ρίχνουμε ματιές στα γειτονικά αυτοκίνητα. Δίπλα ένα ζευγάρι και φιλιούνται, μπροστά ένας μοναχός του και το αμάξι κουνιέται, καταλαβαίνεις… Αφήνω να περάσει κανένα τέταρτο και μετά απλώνω το δεξί γύρω από τους ώμους της. Αυτή απαθής. Τα δάχτυλά μου παίζουν στον ώμο της, μετά στο λαιμό, μετά στο αυτάκι της. Δε φτάνω να προχωρήσω παρακάτω, γι’ αυτό τραβάω το χέρι μου από τον δεξί ώμο, το φέρνω αριστερά. Παραμερίζω την τιράντα του σουτιέν, γλιστράω το χέρι μου προς το βυζί… Γέρνω λίγο και απλώνω το αριστερό στο μπούτι, αρχίζω να το χαϊδεύω, ανεβαίνω σιγά σιγά προς τα πάνω, κάτω από τη φουστίτσα, πάνω από το κυλοτάκι… Στην αρχή μου κατεβάζει το χέρι και με τα δύο δικά της, αλλά την τρίτη φορά που επιχειρώ, δε βρίσκω αντίσταση. Αρχίζει να ανασαίνει βαριά, λέω καλά πάμε. Αρχίζουμε τα φιλιά, το ένα μου χέρι να πιάνει το βυζί, το άλλο ανάμεσα στα πόδια της… Δυστυχώς, με το αριστερό είμαι σαν κουλός, τη θέλω αριστερά, δε βολεύομαι… Της προτείνω να πάμε στα πίσω καθίσματα, δε δέχεται, ξανά, δε δέχεται, μετά δέχεται.

Πίσω τώρα, ξανά από την αρχή, αλλά επιτέλους έχω το δεξί χέρι, το καλό, να ψάχνει χαμηλά! Παραμερίζω την κυλότα, βρίσκω τριχούλες και τις χαϊδεύω, αρχίζω να βάζω σιγά σιγά το δάχτυλό μου μέσα…. Ντοκ, το θυμάμαι και θα το θυμάμαι – ξεχνιέται αυτό; Η Έλσα – Έλσα τη λέγανε, από το Ελισάβετ, αρχίζει να βογκάει, όλο και πιο δυνατά, τα βογκητά τώρα ακούγονται στέρεο και από το ηχείο και μέσα από το οπελάκι, αρχίζει να δαγκώνει τα χείλη της, να τεντώνεται καθώς βάζω και βγάζω το δάχτυλο – και πάνω που σκέφτομαι πως χρειάζομαι άλλο ένα χέρι για να ξεκουμπώσω το παντελόνι, ανάβουν τα φώτα! Η προβολή τέλος, πρέπει να φύγουμε!

Την ατυχία μου μέσα, περνάμε πάλι μπροστά, παραδίνουμε το ηχείο – τι γίνεται τώρα; Της προτείνω να πάμε σπίτι μου και δέχεται. Σε λίγο είμαστε πάλι στη Χαλκιδικής, στο κρεβάτι μου. Κάτι δεν πάει καλά… Είχα ένα κρεβάτι μονό, ντιβάνι, από εκείνα με τις λάμες και τις σούστες, βούλιαζε και έτριζε σα διάολος… κριιικ, κριιικ… Σηκώνεται που λες και ξαπλώνει κάτω, στο πάτωμα. Τραβάει τη φούστα ψηλά, στηρίζεται στα πόδια της και κατεβάζει το κυλοτάκι κι εγώ πέφτω πρηνηδόν και αρχίζω πάλι την εξερεύνηση με το δάχτυλο, ώσπου την ακούω να βογκάει και πάλι οπότε εφορμώ ακάθεκτος, αλλά δεν αντέχω πια και πριν βουτήξω τον κολιό στο ξύδι, μόλις που την ακούμπησα δηλαδή, μπαμ μπαμ, μου φεύγουν…

Πάγωσα, λέω έγινα ρεζίλι… Πιτσιρικάς ήμουν, τι περιμένεις… Να την είχα τώρα, να τη χορέψω το μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Θεόκλητο… Μη ρωτάς τι έγινε μετά, την έπιασε μια βιασύνη ότι είχε αργήσει πολύ και θα επέστρεφαν οι γονείς της, ντύθηκε και έφυγε… Πάρε τσιγάρο.

Ούτε κι εγώ δεν ξέρω πόσα βράδια ξεροστάλιαζα μέσα κι έξω από την ψησταριά, μήπως τη δω, αλλά τζίφος! Είχα στο μυαλό μου συνέχεια πότε τα βυζάκια της, πότε εκείνα τα μεταξένια μπούτια, πότε πως βογκούσε όταν έβαζα το δάχτυλό μου, πότε πως ανασηκώθηκε για να βγάλει το κυλοτάκι και, καταλαβαίνεις, πήγε η μαλακία σύννεφο, ώσπου σε λίγο ρολάρισε η κατάσταση και ήρθαν άλλες πιτσιρίκες στο προσκήνιο…

Απωθημένο μου έμεινε αυτή η γυναίκα, τριάντα τόσα χρόνια… Πέρυσι, που λες ντοκ, έρχεται ένας τύπος, διπλωμάτης, και ζητάει να αγοράσει ένα εξοχικό στη Φούρκα, από εκείνες τις μεζονέτες που είχα χτίσει, αριστερά από τον οικισμό. Κλείνουμε ραντεβού για την άλλη μέρα και έρχεται με δυο γυναίκες, σύζυγο και κόρη. Μόλις την είδα μου έπεσε το σαγόνι! Πανέμορφη, στην ηλικία της βέβαια, σπαθί… και η κόρη, περί τα δεκαοχτώ, ακόμα πιο όμορφη απ’ όσο ήταν η μαμά της τότε, λίγο πιο ψηλή, το ίδιο ξανθή και γαλανομάτα…

Α, όχι, δεν έγινε τίποτα με την Έλσα, αν και πολύ θα το ήθελα… Έγινε όμως ωραία φάση με την κόρη της, αλλά πρέπει να φύγω τώρα, έχω ραντεβού μ’ έναν εισαγωγέα για κάτι πλακάκια, φεύγω, το δόντι το βγάζουμε την άλλη φορά, αλλά πες κι εσύ καμιά κουβέντα στον φίλο σου, τον αδερφό μου ντε, βγείτε καμιά τσάρκα μαζί, δε φαντάζομαι να είσαι και συ του κατηχητικού, ε;

*

Repost, αναθεωρημένο. Κάποια σχόλια (της πρώτης ανάρτησης) αναφέρονται σ’ ένα παιχνίδι της μπλογκόσφαιρας με λέξεις, με αφορμή το οποίο γράφτηκε ο «Θεόκλητος»