Στο Ιρκούτσκ στη Σιβηρία, είχα γνωρίσει κάποτε έναν Ρωμιό φούρναρη που δούλευε μερόνυχτα, σκυλίσια, ζύμωνε τη νύχτα, φούρνιζε τα ξημερώματα και πουλούσε τη μέρα το ψωμί. Ζούσε σαν ασκητής και σαν αγριάνθρωπος. Δεν γλεντούσε, δεν γελούσε, δεν παντρεύτηκε, δεν έκανε παιδιά, δεν είχε καιρό. Μα κάπου κάπου, απότομα, τον έπιαναν τα μεράκια. Βαριέστησε ξαφνικά, βαριέστησε να φουρνίζει, να ξεφουρνίζει και να πουλάει. Σφαλνούσε το φούρνο και κολνούσε απάνω στην πόρτα ένα χαρτί με μεγάλα κόκκινα γράμματα: «Χαζάιν Πιρούιτ». Αυτό σημαίνει ο νοικοκύρης διασκεδάζει. Έβανε τα κλειδιά στην τσέπη και το έριχνε έξω. Πήγαινε και έβρισκε κάτι ρεμπέτες φίλους του, έτρωγε, έπινε μαζί τους, έκανε χωρατάδες, χόρευε, πήγαινε με γυναίκες, έβανε τα βιολιά να του παίζουν. Γλεντούσε δέκα δεκαπέντε μέρες και νύχτες. Περνούσαν τα μεράκια του, αλάφρωνε. Έσκιζε τότε την ταμπέλα, άνοιγε πάλι τον φούρνο και ξαναριχνόταν στη σκυλίσια ζωή.

*

Παίδες και κόρες,

μετά από τόσο ζύμωμα, φούρνισμα και ξεφούρνισμα ποστ

(αυτό εδώ είναι το υπ’ αριθμ. 1004 αυτού του ιστολογίου)

ήρθε η ώρα να γράψει ο καλυβοκύρης στην πόρτα της καλύβας

με μεγάλα κόκκινα γράμματα

Χαζάιν Πιρούιτ

.

και να λείψει για κάμποσον καιρό!

*

Η ιστορία είναι του Νίκου Καζαντζάκη.