(με προσθήκες, 24 Αυγούστου 2010)

Το βαπόρι απ’ την Περσία ήταν η τελευταία μεγάλη επιτυχία του Βασίλη Τσιτσάνη. Γενάρης του 1977, η είδηση είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο: Ένα κοτζάμ καράβι, το υπό Κυπριακή σημαία M/S Gloria, φορτωμένο με χασίς, περσικής προέλευσης, κρυμμένο μέσα σε κεντήματα, εντοπίστηκε από το Λιμενικό, μετά από κάρφωμα – και πιάστηκε στον Ισθμό της Κορίνθου.

Τότε ήμουνα μαθητής Λυκείου, αλλά ως φανατικός αναγνώστης των εφημερίδων θυμάμαι την εντύπωση που είχε δημιουργήσει το περιστατικό στην ελληνική κοινωνία. Τώρα, ούτε μ’ έναν ολόκληρο στόλο φορτωμένο κοκαΐνη δεν πρόκειται να συγκινηθεί κανείς – ούτε βέβαια να γράψει τραγούδι…

Ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν πάντα ενεργός, αλλά εκείνα τα χρόνια είχε χάσει την πρωτοκαθεδρία που είχε στη δεκαετία του ’40 και ως τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Όχι γιατί δεν έγραφε ωραία τραγούδια, αλλά γιατί είχαν πλέον αλλάξει τα γούστα του κοινού. Πρώτα κάτι Ζιγκουάλες και Μαντουμπάλες, μετά η έκρηξη του έντεχνου της δεκαετίας του ’60 με τους Μάνο Χατζιδάκι και Μίκη Θεοδωράκη, κατόπιν η χούντα που προήγαγε το τάκα τάκα τα – και, τέλος, το πολιτικό τραγούδι, μετά το καλοκαίρι του ’74.


Ο χώρος του λαϊκού τραγουδιού ήταν ιδιαίτερα περιορισμένος. Αλλά έστω κι εκεί, τα νέα ακούσματα κυριαρχούσαν: Βοσκόπουλος, Αγγελόπουλος, Καζαντζίδης, τα πρώτα μεγάλα σκυλάδικα… Ο Τσιτσάνης και ο Παπαϊωάννου είχαν οδηγηθεί, σχεδόν, στο περιθώριο. Να μην πούμε για το Μάρκο.

Κι όμως, για τον Βασίλη Τσιτσάνη ήταν μια ακόμα μεγάλη, παραγωγική, εποχή. Μόνο που τα τραγούδια που έγραψε τότε ακούστηκαν, όπως τους άξιζε, πολύ αργότερα – παράδειγμα το κορυφαίο με παράσυρε το ρέμα, το οποίο παίζεται σήμερα, κάθε βράδυ, σε όλα τα λαϊκά πάλκα της χώρας και προξενεί πάντα έκρηξη ενθουσιασμού των συμποσιαστών.

Πιάστηκε λοιπόν το καράβι με το χασίς – νάσου σε λίγους μήνες και το τραγούδι, που έγινε αμέσως μεγάλη επιτυχία. Το τραγούδησε ο ίδιος ο Τσιτσάνης. Ίσως γιατί γούσταρε, ίσως γιατί τα πρώτα ονόματα της εποχής αρνήθηκαν να το πουν, μέσα στο κλίμα της επαναστατικής μικροαστικής σοβαροφάνειας που κυριαρχούσε. Το τραγούδι είναι ένα καθαρόαιμο ρεμπέτικο – δηλαδή λούμπεν. Υποκοσμιακό. Μόνο που επειδή είναι αυθεντικό αριστούργημα, πήρε αμέσως τη θέση του ανάμεσα στα δημοφιλή του ελληνικού τραγουδιού, δηλαδή τραγουδήθηκε και χορεύτηκε κατά κόρον…

Είναι ένα γρήγορο ζεϊμπέκικο, με κεφάτο ρυθμό και μελωδία. Οι στίχοι του είναι απλοί, ειρωνικοί, θυμίζουν έντονα τα μουρμούρικα της φυλακής, περιγράφουν το περιστατικό με τον κλασικό τρόπο του ρεμπέτικου (όπως, το κάηκε κι ένα σχολείο) και δεν παραλείπουν να αποκαλύπτουν κιόλας τι συνέβη στο παρασκήνιο!

Το βαπόρι απ’ τη Περσία
πιάστηκε στη Κορινθία
τόνοι έντεκα γεμάτο με χασίσι μυρωδάτο
τώρα κλαιν’ όλα τα αλάνια που θα μείνουνε χαρμάνια
βρε κουρνάζε μου τελώνη
την ζημιά ποιος την πληρώνει
και σε αυτή την ιστορία
μπήκαν τα λιμεναρχεία
Ήταν προμελετημένη, καρφωτή και λαδωμένη
δυο μεμέτια τα καημένα
μέσ’ το κόλπο ήταν μπλεγμένα

…μια τζούρα με τον Τσιτσάνη, από συναυλία:

…και ολόκληρο, με τον Δημήτρη Ευσταθίου:

*

Η ιστορία τώρα γυρίζει στο προσωπικό. Τον Απρίλη του ’79 έγινε η πενθήμερη εκδρομή της Γ’ Λυκείου, όπου, ξεκινώντας από την Καλαμάτα, διασχίσαμε τη μισή Ελλάδα με πούλμαν. Είναι ζήτημα αν το κασετόφωνο του οχήματος σταμάτησε να παίζει για λίγα λεπτά. Παναγιώτης Μιχαλόπουλος (έβαλε ο διαβολάκος, την ουρά του πάλι…), Απόστολος Νικολαΐδης (όταν πεθάνω θάψτε με, σε μια γωνιά μονάχο…) κλπ. Ο Στράτος Διονυσίου έμοιαζε …ελαφρολαϊκός! Και, ξανά και ξανά, το βαπόρι απ’ την Περσία…

Δεν άκουγε όλη η ένδοξη τάξη του ’79 αυτή τη μουσική. Για να μην λέω για τους άλλους, εγώ βρισκόμουν ακόμα στην αφελή περίοδο, άκουγα δηλαδή ροκ – Pink Floyd, Who, Dylan, Stones, Beatles, Jethro Tull αλλά και Deep Purple, Black Sabbath, Boomtown Rats… Όχι ότι μου έγιναν ποτέ δυσάρεστα αυτά τα ακούσματα, αλλά, όλα μαζί αν τα στύψεις δεν κάνουν έναν καλό δίσκο του Μάνου Χατζιδάκι – τον Μεγάλο Ερωτικό, ας πούμε… Και δε μπορούν να συγκριθούν ούτε κατά διάνοιαν με το τελευταίο μεγάλο δώρο των θεών στην ανθρωπότητα, δηλαδή τη jazz, ούτε με τις εκπληκτικές μουσικές της Λατινικής Αμερικής… Αλλά, ήταν η προοδευτική /αντιστασιακή μουσική των νεολαίων της Αυτοκρατορίας, άρα και του λοιπού πλανήτη, πλαισιωμένη με δυναμικούς μύθους όπως το Γούντστοκ και ένα τρόπο ζωής, που συγκινεί ακόμα τους επαρχιώτες, σε διάφορα μέρη του κόσμου: μακρύ μαλλί, πέτσινο γιλέκο, μηχανές Χάρλευ, αντιεξουσιαστική παραμύθα, ποικίλες ουσίες και ενιαίο απόκοσμο/ κατατονικό (ενίοτε) ύφος… ή οι μνήμες αυτών των πραγμάτων, αμπαλαρισμένες καταλλήλως.

Από την σύγχρονη ελληνική μουσική παραγωγή ήξερα πολύ καλά το Διονύση Σαββόπουλο και από την παλαιότερη τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά και τα δημοτικά – τον πρώτο τον ανακάλυψα μόνος μου και τα δεύτερα τα άκουγα από ‘να χρυσοκόκκινο τζουκ μποξ στην επαρχία, για το οποίο χρωστάω ένα δυο ποστάκια. Τον Τσιτσάνη, λοιπόν, τον ακούω παιδιόθεν. Κι όσο περισσότερο τον ακούω, τόσο περισσότερο μου αρέσει, γιατί, στο μεταξύ, ανακάλυψα, δια της εμπειρικής μεθόδου, ότι δεν είναι απλά ένας καλός λαϊκός συνθέτης, αλλά η ίδια η απόδειξη ότι οι Έλληνες είναι ακόμα ικανοί να παράξουν πολιτισμό, όπως είπε ο Γιάννης Τσαρούχης, μιλώντας για το ρεμπέτικο τραγούδι.

Φοιτητής, στη Θεσσαλονίκη, άρχισα να ακούω όλο και λιγότερο ροκ και όλο και περισσότερο τις πραγματικά πλούσιες μουσικές: τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά και τα έντεχνα ελληνικά τραγούδια, όλες τις ποικιλίες της jazz, όση κλασσική μουσική μπορούσε να προσλάβει το ανεκπαίδευτο αυτί μου (δεν έχω ακούσει τίποτα συγκλονιστικότερο από τα κουϊντέτα του Μπετόβεν), πολύ κινηματογραφική μουσική και, τα τελευταία 10-15 χρόνια, τις μουσικές των λαών του κόσμου.

Τώρα στου δρόμου τα μισά (και βάλε…) συνηθίζω να διαλέγω κάποια CD της ροκ παραγωγής – της παλιότερης δηλαδή, την πρόσφατη την αγνοώ απολύτως – και να τα ακούω οδηγώντας.  Ωστόσο, αυτό που πραγματικά μου φτιάχνει τη διάθεση και γλυκαίνει το αυτί μου είναι τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά τραγούδια. Κι ανάμεσά τους, τα διαμάντια που μας άφησε ο Βασίλης Τσιτσάνης – όπως το βαπόρι απ’ την Περσία.

*

Τέλος, κέρασμα ένα πολύ ωραίο κείμενο για τον Τσιτσάνη, από τον Πάνο Γεραμάνη: http://ta-nea.dolnet.gr/print_article.php?entypo=A&f=16628&m=N16&aa=1

*

Για το ίδιο θέμα (το βαπόρι) από κάποιον «Μητσάρα» – δεν κατάφερα να τον ταυτοποιήσω.

Advertisements