Η σύγκρουση ανάμεσα στις επαναστατημένες δυνάμεις της νέας ελληνικότητας και στην επίσημη Ορθοδοξία ήταν γεγονός και είχε τεράστιες πολιτικές επιπτώσεις, άμεσες και απώτερες. Η μελέτη αυτής της αντιπαράθεσης αποτελεί στοιχειώδη άσκηση αυτογνωσίας για τους Έλληνες. Φυσικά, η ιστορία ερχόταν από πολύ μακριά…

Από τη μια μεριά οι Σαλαμινομάχοι: Ω παίδες ελλήνων ίτε/ ελευθερούτε πατρίδ’, ελευθερούτε δε/ παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρών έδη/ θήκας τε προγώνων’ νυν υπέρ πάντων αγών. Και ο Πίνδαρος: Μάτερ εμά, το τεόν,/ ω αιωνία Ελλάς. Κι από την άλλη ο μεγάλος της Ορθοδοξίας Γεννάδιος Σχολάριος: Ει τις έροιτό μοι τις ειμί, αποκρινούμαι χριστιανόν είναι’ Έλλην ων την φωνήν, ουκ αν ποτέ φαίην Έλλην είναι (μόνο μιλάω ελληνικά, ποτέ δεν ήμουν Έλληνας) δια το μη φρονείν ως εφρόνουν ποτέ οι Έλληνες. Από τη μια μεριά ο Ρήγας: για την ελευθερίαν να ζώσουμε σπαθί! Και ο Κολοκοτρώνης με τη βροντόφωνη (και πολιτικά εκρηκτική) προσφώνησή του: Έλληνες! Και από την άλλη ο δεσπότης της Εκκλησίας: -Αδελφοί μου, έμαθα πως με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού δεν είσθε Έλληνες, δεν είσθε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλά είσθε Ορθόδοξοι Χριστιανοί (Ι. Κακριδής, Οι αρχαίοι Έλληνες στην νεοελληνική λαϊκή παράδοση, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1997)

Οι αντιλήψεις αυτές, της επαναστατημένης νέας ελληνικότητας και της Ορθοδοξίας συγκρούστηκαν ανελέητα. Η επίσημη ιστορία, όμως, γράφτηκε υπό την ιδεολογική εποπτεία της Εκκλησίας, η οποία βεβαίως επανέκαμψε για να προσπαθήσει να κυριαρχήσει και στις νέες συνθήκες, όταν η Επανάσταση είχε νικήσει η ελεύθερη Ελληνική Πολιτεία ήταν πια γεγονός. Η προσπάθεια αυτή πέτυχε μόνο εν μέρει: η Εκκλησία παρέμεινε μεν αποδεκτή, αλλά με χαμηλό πλέον κύρος και περιορισμένη πολιτική εμβέλεια. Κάτι σαν αναγκαίο κακό.

Ο αφορισμός της Επανάστασης του 1821

Το περιεχόμενο του αφορεστικού συνάδει απολύτως με τις βασικές θέσεις της Ορθόδοξης ιεραρχίας, τόσο τις πριν, όσο και τις μετέπειτα. Δεν είναι, δηλαδή, θέσεις που εκφράζονται άπαξ και κατ’ εξαίρεσιν, αλλά αυτούσιο το πάγιο ιδεολογικό – πολιτικό μανιφέστο της Εκκλησίας. Στην αρχή στηλιτεύεται η αχαριστία των εξεγερμένων και το κακοποιόν και αποστατικόν πνεύμα εναντίον της κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτου βασιλείας. Επαναλαμβάνεται η γνωστή άποψη του Παύλου – αυτή που μετέτρεψε δια παντός το χριστιανισμό σε αδίσταχτο τσανακογλύφτη των εκάστοτε εξουσιών, προδίδοντας κατάφωρα την όποια αντιεξουσιαστική διάσταση του κηρύγματος του Ιησού: Επειδή, ουκ έστι, φησί, βασιλεία και εξουσία ειμή από Θεού τεταγμένη’ όθεν και πας ο αντιττατόμενος αυτή τη θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένη κραταιά βασιλεία, τη του Θεού διαταγή ανθέστηκε.

Δεν πρόκειται λοιπόν για κάτι καινούριο – είναι οι ίδιες, πάγιες, αναλλοίωτες θέσεις της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Αυτά έλεγε και εξηγούσε καταλεπτώς ο ανώνυμος (μάλλον ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων, ο ίδιος ή ο διάδοχος του οποίου συναποφάνθη για τον αφορισμό της Επανάστασης) στην εμετική Πατρική Διδασκαλία, που κυκλοφόρησε ανάμεσα στους ραγιάδες, με στόχο να τους κρατήσει σε ευπειθή υποτέλεια, επειδή οι Έλληνες εξακολουθούσαν πάντοτε να ονειρεύονται την ελευθερία και την αυτοδιάθεση. Φυσικά, η Πατρική Διδασκαλία έλαβε την δέουσα απάντηση από την Αδελφική Διδασκαλία του μεγάλου Αδαμάντιου Κοραή, ο οποίος συμβούλευε τους Έλληνες ακριβώς τα αντίθετα: αυτά ακριβώς που η σημερινή Εκκλησία, χωρίς ίχνος ντροπής και χωρίς ποτέ να κάνει ποτέ την παραμικρή επανεκτίμηση, εξακολουθεί να καρπώνεται για λογαριασμό της, παριστάνοντας τον …πρωτεργάτη της Επανάστασης! Αλλά, ας επιστρέψουμε στο αφορεστικό.

Μετά τη θεολογική τεκμηρίωση της πολιτικής επιλογής του ραγιαδισμού, τον οποίο αποδίδουν στη θέληση του Θεού (!), οι αρχιερείς περιλαβαίνουν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, τον πατέρα του, τον Μιχαήλ Σούτσο και τους συνεργάτες του: Αλαζόνες, δοξομανείς, αγνώμονες, φυγάδες, κακόβουλοι, τέρατα εμψύχου αχαριστίας ή μάλλον ματαιόφρονες, (που προσπαθούν) να εξαπατήσωσι και εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας. Η διακήρυξη της ελευθερίας των Ελλήνων από τους απονενοημένους Σούτσο και Υψηλάντη βρήκε απήχηση σε πολλούς Έλληνες. Η Εκκλησία του Χριστού, η φυσική (υποτίθεται) ηγεσία των Ελλήνων, δε διστάζει να τους χαρακτηρίσει όλους αυτούς κακοήθεις και ανοήτους… Όπως δε διστάζει και σήμερα να κάνει δοξολογίες, κάθε 25η Μαρτίου – σε μια επίδειξη υψηλού εκκλησιαστικού οπορτουνισμού!

Οι συντάκτες του αφορεστικού, μανούλες στην πολιτική διαχείριση, δεν παραλείπουν να αφιερώσουν μια μεγάλο παράγραφο σε μια κατ’ εξοχήν πολιτική ανάλυση, για το ρόλο της Ρωσίας στην υπόθεση. Οι αρχιερείς πληροφορούν τους ραγιάδες ότι η Ρωσία δεν παρέχει καμιά υποστήριξη στον Υψηλάντη, αντίθετα καταδικάζει τις κινήσεις του και επιθυμεί την καταστροφή των επαναστατών. Όλα αυτά ήταν αληθή – και αναφέρονται στο κείμενο με προφανή ευχαρίστηση.

Η επανάσταση καταγγέλλεται ως διατάραξις της ανέσεως και της ησυχίας των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας (…) ενώ τόσα ελευθερίας προνόμια δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον (…) και κατ’ εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία. Ανάγλυφα παρουσιάζονται τα δύο διεστώτα: η Ορθόδοξη Εκκλησία επιδιώκει τη σωτηρία – η νέα ελληνικότητα την αξιοβίωτη ζωή, δηλαδή την ελευθερία. Οι δυο αυτές αντιλήψεις, που έχουν συγκεκριμένη πολιτική υλοποίηση (ραγιαδισμός / επανάσταση) συγκρούστηκαν σκληρά, επί πολύ χρόνο, με αποκορύφωση το ξέσπασμα της Επανάστασης. Οι Έλληνες υπερασπίστηκαν την Επανάσταση με όλες τους τις δυνάμεις – και η Εκκλησία την καταδίκασε χωρίς δισταγμό.

Φτάνουμε τώρα στο δια ταύτα – τις αποφάσεις τις Εκκλησίας. Για να σωθεί λοιπόν το Γένος, συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλομεν σε όλους τους Ορθοδόξους κληρικούς και πιστούς, να διακηρύξετε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακοβούλων ανθρώπων (…) και να τους στηλιτεύσετε πανταχού ως κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας. Οι Πατριάρχες και οι αρχιερείς καλούν τους ραγιάδες να γίνουν καταδότες των αγωνιστών: Να εμφανίζωσιν όσα γράμματα λάβωσι περι αυτής της υποθέσεως (…) και να παραδίδωσι όσους ήθελον φοραθή ενεργούντες ανοίκεια του ραγιαδικού χαρακτήρος (…) να διαφυλάττωσι πίστιν και κάθε υποταγήν και ευπείθειαν εις αυτήν την θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένην και αήττητον βασιλείαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κατάδοση πρέπει να γίνεται στους αρχιερείς, τους ιερείς κλπ – αυτοδιορίζεται δηλαδή εθελοντικά το σώμα της Εκκλησίας σε θέση χωροφύλακα / δεσμοφύλακα και, προφανώς, δημίου – για λογαριασμό της οθωμανικής εξουσίας. Βέβαια, δίνεται και η εναλλακτική λύση, δηλ. η απευθείας κατάδοση. Το σημείο αυτό είναι εκείνο που προξενεί το μεγαλύτερο αποτροπιασμό και αηδία στον αναγνώστη…

Έρχεται η σειρά της Φιλικής Εταιρείας και οι συντάκτες του αφορεστικού φροντίζουν, πολύ πρακτικά, να κηρύξουν άκυρους τους όρκους που είχαν δώσει οι Φιλικοί, με την είσοδό τους στην επαναστατική αυτή οργάνωση των Ελλήνων, η οποία προετοίμασε την Επανάσταση. Στη συνέχεια καλούνται όλοι να συμβάλλουν στην κατάπνιξη της εξέγερσης, να παραμείνουν μακριά από τους αφορισμένους επαναστάτες, αφού η Εκκλησία και το γένος τους έχει μεμισημένους και επισωρεύει κατ’ αυτών τας πάλαι μναιοτάτας και φρικοδεστάτας αράς ως μέλη σεσηπότα και τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας (…) να είναι κατηραμένοι και ασυγχώρητοι και μετά θάνατον άλυτοι και των αιωνίω υπόδικοι αναθέματι και αυτοί, και όσοι ακολουθήσωσι του λοιπού (…) να γίνουν τα τέκνα αυτών ορφανά (…) άγγελος Κυρίου καταδιώξει αυτούς πυρίνη ρομφαία. Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς, την πολιτική αναλγησία ή την σπηλαιώδη θρησκευτική αντίληψη;

Αλλά η ίδια η περιγραφή (Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1859, τ. Β’, σελ. 102) της τελετής όπου υπεγράφη το αφορεστικό είναι αρκετά εύγλωττη: Το πατριαρχικό έγγραφο, με το οποίο αφορίζονταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο Μιχαήλ Σούτσος, λύονταν του όρκου τους τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας και καλούνταν οι Έλληνες σε ραγιάδικη αφοσίωση στον σουλτάνο, το υπέγραψαν εμφαντικά πάνω στην Αγία Τράπεζα οι δύο Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε’ και Πολύκαρπος Ιεροσολύμων) και εν συνεχεία το πλήθος των συνοδικών αρχιερέων. Ο αφορισμός διαβάστηκε στην πατριαρχική εκκλησία στις 23 Μαρτίου 1821 – την ώρα που ο Πετρόμπεης και ο Κολοκοτρώνης έμπαιναν στην Καλαμάτα και απεύθυναν τη συγκλονιστική διακήρυξη της Πελοποννησιακής Γερουσίας, προς τα ελεύθερα έθνη της Ευρώπης.

Σύντομη παρένθεση: Το αφορεστικό του 1821 δεν πρέπει να έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στον Γέρο του Μωριά, γιατί διέθετε σχετική εμπειρία: Το πατριαρχείο τον είχε ήδη αφορίσει, στα 1805, ως κακοποιόν κλέπτη. Ο αφορισμός δεν τον εμπόδισε, πάντως, να χρησιμοποιεί τον Θεό για αμιγώς πολιτικούς λόγους: Ο Θεός έβαλε την υπογραφή του δια την ελευθερίαν της Ελλάδος και δεν την παίρνει πίσω! έλεγε στους επαναστατημένους Έλληνες, για να τους παροτρύνει στον αγώνα.

Σχόλια

Παρόλα αυτά, οι Οθωμανοί κρέμασαν τον Γρηγόριο, για να τρομοκρατήσουν τους ξεσηκωμένους ραγιάδες. Ο διάδοχός του Ευγένιος επαναλάμβανε επακριβώς όσα είχε γράψει ο Γρηγόριος στο έγγραφο του αφορισμού: Μεγάλαι ήσαν αι εύνοιαι (…) και το έθνος υμών αντικείμενον της πατρικής μερίμνης του Σουλτάνου, όφειλε να ευλογή τον μονάρχην, όστις κυβερνά τον λαόν αυτού καθ’ υπόδειγμα της θείας ευσπλαχνίας (…) Αλλά φευ αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί μέγα μέρος των Ελλήνων, παριδόντες το καθήκον της ευγνωμοσύνης, ετόλμησαν να φέρωσιν όπλα εναντίον του γαληνοτάτου και κραταιοτάτου ημών ηγεμόνος. Είναι περίεργο που ο Ευγένιος χρησιμοποιεί την κακή λέξη Έλληνες – ίσως γιατί οι περί ων ο λόγος έκαναν το έσχατο των εγκλημάτων, επαναστάτησαν κατά του σουλτάνου, άρα τους άξιζε αυτός ο μειωτικός όρος… Παρατηρεί σχετικά ο Γ. Σκαρίμπας: Τη λέξη «Έλληνες» οι Πατριάρχες ποτέ δεν ξεστόμισαν (Το ’21 και η αλήθεια, τομ. Α’, σελ. 163).

Γράφει ο Η. Πετρόπουλος: Θάτανε ματαιοπονία να περιγράψω τον αισχρό ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην διάρκεια της Επανάστασης του 1821 (Ιωάννου Αποκάλυψις. 3η εκδ, ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 1991, σελ. 223)

Αποτελεί μεγάλη ιστορική και ιδεολογική λαθροχειρία η θέση των ορθοδόξων απολογητών ότι ο Γρηγόριος Ε’ και οι συν αυτώ αναγκάστηκαν να υπογράψουν τον αφορισμό των επαναστατών με βαριά καρδιά – δήθεν για να προστατεύσουν το Γένος. Όλα όσα προηγήθηκαν και όλα όσα ακολούθησαν από την Ιεραρχία της Ορθοδοξίας, βοούν περί του αντιθέτου.

Οι ορθόδοξοι απολογητές ισχυρίζονται ότι ο αφορισμός της Επανάστασης ήταν απλός ελιγμός, προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα, δηλαδή η γενικευμένη σφαγή των χριστιανών. Το επιχείρημα θα είχε κάποια αληθοφάνεια, εάν δεν είχαν προηγηθεί τόσοι αιώνες με τη συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη του Πατριαρχείου. Η Εκκλησία δεν ξέφυγε καθόλου από τη γραμμή της, με τον αφορισμό εξακολούθησε να είναι συνεπής με τον εαυτό της.

Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι η πολιτική της επίσημης Εκκλησίας ενείχε στοιχεία συνειδητού δόλου ή κακοβουλίας κατά των Ελλήνων. Απλώς αφίστατο τραγικά από τα πραγματικά, τα επίκαιρα συμφέροντα των Ελλήνων (δηλ. τον αγώνα για εθνική και κοινωνική αποκατάσταση) διότι βασιζόταν σε μια κοσμοθέαση εντελώς ξένη προς τη νέα ελληνικότητα και εξυπηρετούσε πρωτίστως τα συμφέροντα μιας ελίτ ταυτισμένης με το οθωμανικό κράτος. Αν το Πατριαρχείο πίστευε ότι εξυπηρετεί έτσι τα συμφέροντα των Ελλήνων (που τους έλεγε και εξακολουθεί να τους αποκαλεί Ρωμιούς) απλώς έκανε λάθος, το οποίο, ωστόσο, ουδέποπε παραδέχτηκε. Αντίθετα, με την πολιτική του συνέβαλε καθοριστικά ώστε, τελικά, να εξαλειφθεί το ελληνικό στοιχείο από την Κωνσταντινούπολη – εκατόν τριάντα χρόνια αργότερα.

Εν τω μεταξύ η Εκκλησία έκανε όντως δύσκολη τη ζωή στους Ρωμιούς που επηρέαζε, καταστέλλοντας κάθε επαναστατική τους διάθεση, άρα δυσκολεύοντας περαιτέρω την Επανάσταση. Φανταστείτε -για μια στιγμή μονάχα- ποιες θα ήταν οι εξελίξεις αν ο Πατριάρχης ευλογούσε την Επανάσταση και καλούσε όλους τους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους υπόδουλους των Οθωμανών (Ρωμιούς, Βούλγαρους, Σέρβους, Ρουμάνους, Ούγγρους, Αλβανούς κλπ) σε γενικό ξεσηκωμό κατά του Σουλτάνου. Ποιες κατακλυσμιαίες αλλαγές θα είχε προκαλέσει… Αλλά, θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία – και βέβαια απαιτεί να την αξιολογείς υψηλότερα από τη σωτηρία της ψυχής – και βέβαια υψηλότερα από τα υλικά συμφέροντα μιας κοινωνικής και οικονομικής ελίτ.

Όσοι επικαλούνται υπέρ του Γρηγορίου Ε’ τις επιστολές του Υψηλάντη στους Μωραΐτες, όπου δικαιολογούσε ως προϊόν βίας τον αφορισμό – ή το σκεπτικό της καταδίκης που υπέγραψε ο παραζαλισμένος σουλτάνος αποκαλώντας τον Γρηγόριο αρχηγό (!) της Επανάστασης, κυριολεκτικά κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Εάν όντως δεν καταλαβαίνουν, τόσο το χειρότερο.

Η υποκρισία είναι τόσο άχαρη… Αν το αφορεστικό υπήρξε προϊόν εξαναγκασμού και κατά συνέπεια ήταν άκυρο, τότε τι νόημα είχε η αποστολή τριμελούς εξαρχίας, στα 1832, στον Ιωάννη Καποδίστρια, η οποία έφερε το μήνυμα ότι το Πατριαρχείο …συγχωρούσε (sic!) τους Μωραΐτες -και τους ξαναδεχόταν υπό τη σκέπη του; Φυσικά ο Κυβερνήτης, διερμηνεύοντας το λαϊκό αίσθημα, απάντησε: να μένει το βύσσινο…

Η στάση της θεσμισμένης Ορθοδοξίας απέναντι στην Επανάσταση του 1821, με τους αφορισμούς των αγωνιστών κλπ, όχι μόνο έβλαψε τον αγώνα, αλλά ουσιαστικά καθόρισε και την μετέπειτα πορεία των πραγμάτων. Όσα επιχειρήματα κι αν επικαλεστούν οι ορθόδοξοι συγγραφείς, (πχ Γεώργιος Μεταλληνός: Το ’21 και οι Συντελεστές του. Στο Διαδίκτυο: http://www.romanity.org) δεν είναι δυνατόν να δικαιολογήσουν τα αδικaιολόγητα, ούτε να τεκμηριώσουν την τάχα ακατάλυτη σχέση των Ελλήνων (Ρωμιών) και της Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη -γιατί αυτή η σχέση, ήδη προβληματική από πολλού, επλήγη ανεπανόρθωτα όταν η Εκκλησία, στην κορυφαία και πλέον κρίσιμη στιγμή της ιστορίας των Ελλήνων, όταν αυτοί την είχαν περισσότερο ανάγκη από ποτέ, επέλεξε συνειδητά να πάρει το μέρος των εχθρών τους – έστω κι αν αυτό έγινε χωρίς δόλο, αλλά από λάθος εκτίμηση. Η πικρή ειρωνεία της Ιστορίας, μέσα στις νέες συνθήκες, έφερνε τη μεγάλη Εκκλησία -τον πυλώνα της Ρωμιοσύνης- αντιμέτωπη με το ίδιο το πλήρωμά της, γράφει ο Κ. Παπαγιώργης (Κωστής Παπαγιώργης, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, 1997, σελ. 35)

Μόνο που εκείνη την εποχή υπήρχε, και είχε δυναμώσει πια, ο πυλώνας της νέας ελληνικότητας, στην πραγματική πρωτεύουσα του ελληνισμού, τις κοινότητες και την ελληνική ύπαιθρο. Αυτός στήριξε -και εξακολουθεί να στηρίζει- τους Έλληνες. Με τον …άλλον πυλώνα είναι κάθετος. Δεν στηρίζουν την ίδια δομή.

Μικρή παρένθεση: Είναι προφανές, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το δίλλημα της αριστεράς – σε ποιόν πυλώνα θα αναφέρεται. Είναι απολύτως αδύνατον να επιλέξει …και τους δύο!

Λίγα σχόλια ακόμα

Οι Εθνοσυνελεύσεις της Επιδαύρου (1821) και του Άστρους (1823) διακήρυξαν: Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες. Η διακήρυξη αυτή περιόριζε ασφυκτικά το όραμα του Ρήγα – και της Φιλικής Εταιρείας. Έθετε δια μιας εκτός τους μη πιστεύοντες εις Χριστόν αυτόχθονες, δηλαδή τους μουσουλμάνους Αρβανίτες (οι οποίοι δεν είχαν καμιά ουσιαστική διαφορά από τους χριστιανούς Αρβανίτες -τη ραχοκοκαλιά της Επανάστασης – και του κράτους που ακολούθησε) και τους Έλληνες που είχαν αλλαξοπιστίσει, υπό το κράτος της οθωμανικής βίας. Μια μεγάλη και μεγαλόκαρδη πολιτική έπρεπε να επιχειρήσει να τους κερδίσει -και σε περίπτωση επιτυχίας, θα παραγόντουσαν πολλαπλασιαστικά πολιτικά (απελευθερωτικά) αποτελέσματα. Η μικρή και στενόκαρδη πολιτική, που ταύτισε την Ελλάδα με το Χριστό, τους έχασε όλους αυτούς, οριστικά και αμετάκλητα.

Μοιραία χρεοκόπησε και το μεγάλο σχέδιο της Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Διότι, δεδομένων των συνθηκών, για να προωθηθεί μια τόσο μεγαλόπνοη επαναστατική πολιτική ήταν απαραίτητη η σύμπραξη (και πνευματική καθοδήγηση) της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Αλλά η Εκκλησία αυτή ήταν ταγμένη αναφανδόν υπέρ της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας – ήταν ένα από τα σημαντικότερα στηρίγματα της.

Η Εθνοσυνέλευση του Ναυπλίου (1832) όρισε ότι είναι Έλληνες όσοι αυτόχθονες της Ελληνικής Επικράτειας πιστεύουν στο Χριστό και όσοι γεννήθηκαν σε ξένες επικράτειες από αυτόχθονες γονείς ή μόνο από Έλληνα πατέρα και πρεσβεύουν την πάτριον θρησκείαν. Η στενή εθνικιστική αντίληψη, εκφραζόμενη μέσω της θρησκευτικής διαλογής, επικράτησε οριστικά -και καθόρισε τις εξελίξεις έως σήμερα. Και μια λεπτομέρεια: οι Έλληνες καθολικοί, ως μη συνάδοντες με την πάτριον θρησκείαν (την Ορθοδοξία) ετέθησαν εν αμφιβόλλω. Ούτε πέρασε βέβαια από το μυαλό των τότε εθνοσυμβούλων ότι μπορεί να υπάρξουν και Έλληνες άνευ θρησκεύματος – όπως δεν μπορεί ακόμα να το χωνέψει η ελλαδική Εκκλησία. Καθένας όφειλε -και οφείλει- να φέρει την ταμπέλα Χριστιανός Ορθόδοξος προκειμένου να θεωρείται αυθεντικός Έλληνας. Συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως καιροσκόπων, απατεώνων και πολιτικών ληστών ποικίλης προελεύσεως που ασπάσθησαν την Ορθοδοξία μόνο και μόνο για λόγους συμφέροντος. Κορυφαίο παράδειγμα οι ένδοξες βασιλικές οικογένειες – και το συν αυταίς σκυλολόι εξ Εσπερίας.

Οι αγωνιστές του ’21, παρότι αφορισμένοι από την Εκκλησία, στις δηλώσεις τους προτάσσουν συνήθως την πίστη και στην συνέχεια την πατρίδα. Ακόμα κι ο Κολοκοτρώνης -αφορισμένος δύο φορές. Ήταν αναπόφευκτο, όντας ανάμεσα στις μυλόπετρες του Ισλάμ και της παπικής Δύσης, οι Έλληνες να αναζητούν μια αναφορά ταυτότητας με αντίστοιχα υψηλό μεταφυσικό κύρος – κάτι που ερμηνεύεται ως αδήριτη πολιτική ανάγκη. Ακριβώς αυτή την ανάγκη εκμεταλλεύτηκε η Εκκλησία για να νομιμοποιηθεί εκ νέου στις συνειδήσεις των Ελλήνων και να συνεχίσει να τους καθοδηγεί. Αλλά και την ώρα της κρίσης, τι πιο φυσικό από το να αναζητείται ελπίδα και θάρρος μέσα από τα σύμβολα της παραδοσιακής (ήδη 15 αιώνων) εντόπιας θρησκείας. Οι ορθόδοξοι ας μη το παίρνουν επί πόνου: σε αυτό το επίπεδο, όποια θρησκεία και να ήταν, τον ίδιο ρόλο θα έπαιζε για τους Έλληνες. Μόνο που η επίσημη δική τους, τους αφόρισε…

Η συμμετοχή του ανώτερου κλήρου στην Επανάσταση ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη, αν λάβουμε ως κριτήριο τις θανατώσεις ανωτέρων κληρικών – μετά βίας φτάνουν τους είκοσι σε ολόκληρη την έκταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι περισσότεροι από αυτούς έπεσαν θύματα της πρώτης, μανιασμένης αντίδρασης των Οθωμανών απέναντι στην Επανάσταση, χωρίς οι ίδιοι να φταίνε σε τίποτα. Αυτό σημαίνει, με άλλα λόγια, ότι η θεσμισμένη Εκκλησία πειθάρχησε και συνεργάστηκε – και οι Οθωμανοί το κατάλαβαν πολύ καλά.

Ξεχωρίζουν, βέβαια, οι ελάχιστες μορφές επαναστατών επισκόπων (όπως του Σαλώνων Ησαΐα), ενώ για τον κατώτερο κλήρο των επαναστατημένων περιοχών δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αναφορά, απλά ήταν ταυτισμένος με τον επαναστατημένο λαό, αναπόσπαστο τμήμα του. Αυτοί οι παπάδες έσωσαν, κατά κάποιον τρόπο, την τιμή της Ορθοδοξίας – όντες αφορισμένοι από την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης.

Ο επίλογος, ας είναι του Παναγιώτη Κονδύλη

Οι προαστικές – πατριαρχικές δυνάμεις (…) ούτε υπήρξαν οι αρχικοί ιδεολογικοί δημιουργοί της έννοιας του έθνους στην α ή τη β εκδοχή της ούτε και ταυτίστηκαν εξαρχής μαζί της. (…) Την προσεταιρίστηκαν (και την τροποποίησαν) για να την παρουσιάσουν ως έρεισμα και επίρρωση του ηγετικού τους ρόλου. Περίπτωση πλείστων προυχόντων και οπλαρχηγών & περίπτωση της Εκκλησίας.

(Αυτή) σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ποτέ δεν κατανόησε τον εαυτό της ως κεφαλή και πρόμαχο ενός υπόδουλου έθνους, παρά ως ποιμένα και ταγό χριστιανικών πληθυσμών αναγκασμένων να ζουν κάτω από αλλόθρησκο ηγεμόνα. (Ήταν) θεσμός ξένος προς το έθνος, θεσμός πολυεθνικός και επομένως μη εθνικός, στα μάτια του οποίου η ομολογία πίστεως μετρούσε περισσότερο από τη φυλή ή ακόμα και τη γλώσσα: ο ορθόδοξος Ρώσος ήταν αδελφός, ο Έλληνας που φράγκεψε όχι. Η δημιουργία ενός εθνικού κράτους θα διασπούσε το πλήρωμά της (…) και έτσι θα μείωνε την επιρροή της (…) αφού μόνη αυτή μπορούσε να απαιτεί από τους Χριστιανούς υποταγή, νομιμοφροσύνη και φόρους.

Η Εκκλησία οικειώνεται το έθνος, όταν πια η δυναμική των γεγονότων το είχε θέσει σε ημερήσια διάταξη (…) τότε θυμάται ότι η θρησκεία επιτελούσε εξ αντικειμένου λειτουργία εθνικής συσπείρωσης, αποσιωπά όμως ότι αυτή η λειτουργία μπορούσε αν θεωρηθεί ως εθνική συσπείρωση μόνο και μόνο επειδή κάποιοι άλλοι εκ των υστέρων ανακάλυψαν και πρόβαλαν το έθνος. (Τότε) σηκώνει συχνά το εθνικό λάβαρο και ζητά να ποδηγετήσει τόσο την εθνική ιδεολογία, όσο και τους αγώνες των αλύτρωτων, προκειμένου να μην αφήσει κενά για τις εκκοσμικευτικές ή και αντιθρησκευτικές δυνάμεις.

Αυτό το πέτυχε σε μεγάλο βαθμό, σε τόσο μεγάλο μάλιστα ώστε όχι μονάχα μπόρεσε να διατηρήσει ίσαμε σήμερα ζωντανή τη σύνδεση της έννοιας του έθνους με την προαστική μυθολογία και μεταφυσική, αλλά και (…) να αντιμετωπίζει ες αεί τον συνεπή χωρισμό κοινωνίας και κράτους.

*

Repost. Πρώτη ανάρτηση, εδώ: http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/09/blog-post_18.html

Advertisements