Με το ποστ αυτό ξεκινάει με το …μαλακό μια σειρά σημειωμάτων για το (και με αφορμή το) βιβλίο του Άκη Γαβριηλίδη (Α.Γ.) η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού. Ρίτσος- Ελύτης – Θεοδωράκης – Σβορώνος. (Εκδόσεις futura, 2006). Αίσθησή μου είναι πως πρόκειται για ένα βιβλίο -τομή, από χρόνια αναμενόμενο. Και πως αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για αναστοχασμό πάνω στο αξιακό υπόβαθρο και τους ζωτικούς μύθους της ελληνικής αριστεράς – και, κατ’ επέκταση, της ελληνικής κοινωνίας.

Τα πρώτα ποστ θα ασχοληθούν με «μικρά» θέματα, που απασχολούν το βιβλίο και στη συνέχεια θα μπούμε σε πιο βαθειά νερά. Επέλεξα, για πρακτικούς λόγους, να «κομματιάσω» τη βιβλιοπαρουσίαση.

*

Ο Α.Γ. αφιερώνει λίγες σελίδες (134 κ.ε.) για να σχολιάσει το γεγονός ότι το ΑΠΘ «απαξιοί να διατηρήσει έστω ένα ίχνος για τους σκελετούς που κρύβει στην ντουλάπα του» αναφερόμενος στο γεγονός της εξαφάνισης του εβραϊκού νεκροταφείου, επί του οποίου οικοδομήθηκε η πανεπιστημιούπολη. Ωστόσο, υπάρχει «ένα ίχνος», το οποίο μπορείτε να δείτε μεγεθύνοντας τη φωτογραφία που ακολουθεί:
megacollection-170

Βρίσκεται έξω από το μεγάλο αμφιθέατρο της Νομικής – και τα τελευταία χρόνια το έχουν επιμελώς εγκιβωτισμένο σε μια μεγάλη γυάλινη προθήκη. Ατυχώς, ενημερωτική επιγραφή δεν υπάρχει εκεί γύρω[1].

*

Δεν θα το σχολίαζα – γιατί στο κάτω κάτω θα μπορούσε να ειπωθεί ότι πρόκειται για μια εξαίρεση, που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Ωστόσο, με αφορμή την απουσία «έστω ενός ίχνους», ο Α.Γ. σημειώνει:

Οι ναζί ανέλαβαν την εξόντωση των σωμάτων, οι δε Έλληνες πατριώτες την εξόντωση των σημάτων. Με αυτόν τον δεύτερο θάνατο η Θεσσαλονίκη μετατράπηκε σε μια εθνικά καθαρή πόλη, βασισμένη στον αποκλεισμό και την απώθηση, η οποία, υπό το βάρος ίσως των ενοχών της, παραμένει μέχρι σήμερα το προπύργιο του ελληνικού συντηρητισμού – πράγμα που μας κάνει να σκεφτούμε ότι δεν είναι τόσο αταίριαστος ο τίτλος του σχετικού βιβλίου του Μαρκ Μαζάουερ[2].

Από πού κι ως πού η Μπουγατσαδούπολη «παραμένει μέχρι σήμερα το προπύργιο του ελληνικού συντηρητισμού»; Με ποια κριτήρια – και σε σύγκριση με ποιες άλλες ελληνικές πόλεις/ περιοχές;

Η Θεσσαλονίκη σήμερα είναι αυτό που ήταν πάντα: μια πόλη γεμάτη πρόσφυγες (τρίτης, δεύτερης και πρώτης γενιάς). Έχασε τους μουσουλμάνους της, με τις ανταλλαγές των πληθυσμών στη δεκαετία του 1920 – και γέμισε με πρόσφυγες από τη Μικρασία και τον Πόντο. Έχασε τους Εβραίους της, στη δεκαετία του 1940 – και την πλημμύρισαν οι εσωτερικοί μετανάστες (πρόσφυγες, ουσιαστικά) από όλη τη Μακεδονία. Και από τη δεκαετία του 1990 ως σήμερα δέχτηκε το τελευταίο(;) μεγάλο κύμα οικονομικών μεταναστών: ομογενείς από την πρώην ΕΣΣΔ, αλλά και πάρα πολλοί Βαλκάνιοι. Στο μεταξύ, συνέρρευσαν στην πόλη και εγκαταστάθηκαν μόνιμα, για διάφορους λόγους, Έλληνες από όλα τα μέρη της χώρας.[3]

Μιλάμε πια για μια πόλη με πάνω από 1.000.000 κατοίκους. Συντριπτικά πολλαπλάσιους από τις λίγες δεκάδες χιλιάδες Έλληνες του 1913 – ή τους 200.000 (αν δεν κάνω λάθος) που την κατοικούσαν στις αρχές της δεκαετίας του 1940.

Οι νέοι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης δεν είδαν ποτέ τα φαντάσματα του Μαζάουερ (και οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν πολλά πράγματα γι’ αυτά). Καμιά ενοχή δεν τους χαρακτηρίζει για την τύχη πληθυσμών, τους οποίους δε συνάντησαν και δε συναναστράφηκαν ποτέ. Κι όμως αυτοί (οι νέοι κάτοικοι) είναι η πραγματική Θεσσαλονίκη.

Νομίζω ότι τα όποια πολιτικά / κοινωνικά χαρακτηριστικά της Θεσσαλονίκης θα πρέπει να τα αναζητήσουμε και να τα περιγράψουμε με βάση τη συνεχώς μεταβαλλόμενη (εμπλουτιζόμενη) σύνθεση του πληθυσμού της και όχι με αναφορές σε φαντάσματα. Και, αν είναι δυνατόν, αποφεύγοντας τις απλουστευτικές (και αφελείς) αποφάνσεις του στυλ «η Θεσσαλονίκη είναι συντηρητική γιατί εκλέγει τον Ψωμιάδη».


[1] Ο Α.Γ. δεν κάνει, επίσης, καμιά αναφορά στο μνημείο (γλυπτό) το αφιερωμένο στο Ολοκαύτωμα (των Εβραίων της Θεσσαλονίκης) – το οποίο βρίσκεται τοποθετημένο στην Πλατεία Ελευθερίας, στην απόληξη της οδού Βενιζέλου. Πιθανόν δεν το έχει υπόψη του.[2] Το «Θεσσαλονίκη, η πόλη των φαντασμάτων», το οποίο απασχόλησε πριν λίγο καιρό την καλύβα, για τις αναφορές του στο Μάρκο και τον Τσιτσάνη: https://panosz.wordpress.com/2007/02/20/mazower/[3] Μονάχα ο Σύλλογος Μεσσηνίων Θεσσαλονίκης είχε (πριν λίγα χρόνια, τουλάχιστον) εγγεγραμμένα μέλη από 400 περίπου οικογένειες.

*

Repost. Πρώτη ανάρτηση 10 Απριλίου 2007. Οι προθέσεις του προλόγου …αναθεωρήθηκαν, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, αλλά η συζήτηση στα σχόλια παραμένει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα!

Advertisements