Αγαπητέ κύριε Μπακιρτζή, χαίρετε!

Κάποτε, σε μια συναυλία των ΧΚ στο Θέατρο Δάσους της Μπουγατσαδούπολης συνέβησαν τα εξής ωραία: http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/01/blog-post_13.html

…με κορυφαίο άκουσμα το «από το πάρκο στη Μυροβόλο». Πολλά χρόνια μετά, μαθαίνω κάτι που είχε συμβεί σε κάποιον άλλον (το θείο Ισίδωρο) πολλά χρόνια πριν, με το ίδιο τραγούδι!

Δείτε εδώ: https://panosz.wordpress.com/2007/11/17/isidoros-26/

Οι ΧΚ, συχνά πυκνά, εμφανίζονται στο διαδικτυακό μας φάσμα, αφού είναι μέρος της πραγματικής μας ζωής! Πχ, δείτε για τη «Μαστοράντζα του Ερντεπίλ»: https://panosz.wordpress.com/2007/10/21/hania-2/ Όθεν, μετά την πρόσφατη συνάντησή μας στην ΑΙΓΛΗ, αιτούμαι μια συνέντευξη «εφ’ όλης της ύλης» για το μπλογκ μου – την καλύβα ψηλά στο βουνό.

Η πρώτη ερώτηση (που θα ήθελα να θέσω) είναι «πώς σχολιάζει ο καλλιτέχνης την αποδεδειγμένη είσοδό του στο μύθο, μέσω της ιντερνετικής λογοτεχνίας;»

Κε Ζέρβα, σας χαιρετώ. Έλαβα την πρώτη ερώτησή σας και σας απαντώ. Αν δεν είμαι πολύ συνεπής στις απαντήσεις μου αυτό θα οφείλεται στο βαρυφορτωμένο πρόγραμμα της καθημερινότητάς μου. Μέχρι τις 3 και παραπάνω δουλειά, μετά συνήθως μπάνιο, ζέσταμα, φαγητό και ατέλειωτο πηγαινέλα τους πιτσιρικάδες στα διάφορα γαλλικά, αγγλικά, ωδεία, μπάσκετ, σινεμά και άλλα μέχρι αργά κοντά 9 το βράδυ. Άντε να συμμαζέψεις μετά τα ασυμμάζευτα. Λοιπόν, με το Μιχάλη Σιγανίδη και το Διονύσιο Ρούσσο πριν από χρόνια χρησιμοποιούσαμε ως σύνθημα τον τίτλο του βιβλίου του Άλφρεντ Μπέστερ «Το πεπρωμένο μου είναι τ΄ άστρα», καταπληκτικό βιβλίο όπως και «Ο Υπεράνθρωπός» του και το «Γκόλεμ 100». Όπως όταν χτυπούσε στην ιστορία του ΤΑΟ ο μαθητής την πόρτα του αγαπημένου και στην ερώτηση «Ποιος είναι;» απαντούσε «Είμαι εγώ» και η πόρτα έμενε κλειστή γι’ αυτόν, έτσι κι εμείς αν δεν παίρναμε στην ερώτηση «Ποιος είναι;» την απάντηση «Το πεπρωμένο μου είναι τ’ άστρα» (κάπως άσχετη η απάντηση με την ερώτηση) η πόρτα μας έμενε κλειστή, όμως την παίρναμε(την απάντηση) και η πόρτα άνοιγε. Δε χρειαζόταν να επαναληφθεί η σκηνή τόσες φορές όπως στην ιστορία μέχρι να δοθεί η απάντηση «Είμαι εσύ» για να ανοίξει η πόρτα, σε βαθειά γηρατειά, μετά από ατέλειωτες στερήσεις και πόνους. Το ύφος της ερώτησής σας μου θύμισε εκείνες τις ωραίες, γεμάτες ορμή, στιγμές της μακρινής νιότης με τους φίλους μου . Παρότι δεν είμαι, παρά πολύ λίγο και τελευταία, εξοικειωμένος με την ιντερνετική λογοτεχνία, ως παλαιός λάτρης του Φίλιπ Νίκ, του Βογκτ, του Λεμ και αρκετών άλλων συγγραφέων της επιστημονικής φαντασίας( θεωρώντας τους όχι απαραίτητα συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας) εισπράττω της ερώτησή σας ως σχόλιο που δε χρειάζεται σχολιασμό. Θα μπορούσα βέβαια να απαντήσω και μονολεκτικά: «Απομυθο-ποιητικά».

Κε Μπακιρτζή, ευχαριστώ για την άμεση ανταπόκριση και προχωρώ ευθύς στη δεύτερη ερώτηση:

Καθώς περνάνε τα χρόνια, δίσκο με το δίσκο, μου δημιουργείται η αίσθηση ότι η θεματολογία σας κυριαρχείται όλο και περισσότερο από την επιθυμία να συνομιλήσετε με το μέλλον εξερευνώντας και δουλεύοντας το παρελθόν. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η «Μαστοράντζα του Ερντεπίλ», μια κορυφαία (κατά την ταπεινή μου γνώμη) συνεισφορά στη δισκογραφία. Εδώ και πολλά χρόνια (δεκαετίες; ) δουλεύετε και με παλαιικούς στίχους (Σαικσπήρος, Βάρναλης κλπ) ενώ δεν είναι σπάνιοι οι απόηχοι από μουσικές περασμένων αιώνων – και δεν εννοώ μονάχα τον εικοστό. Οι καταδύσεις στη θάλασσα του χρόνου γίνονται συνειδητά, γιατί εκεί ελπίζετε ότι θα συναντήσετε όψεις του μέλλοντος ή απλά επειδή το, ασυγκρίτως πλουσιότερο σε σχέση με το παρόν και το μέλλον, παρελθόν σας γοητεύει και ενδεχομένως σας βολεύει, ως περιβάλλον εργασίας;

ΥΓ. Προσέξτε, η ερώτηση κρύβει παγίδες! 🙂

-Πρώτον: σας ξαναστέλνω διορθωμένο το κείμενο της πρώτης απάντησης γιατί στέλνοντάς το βιαστικά δεν το διόρθωσα και υπάρχουν 2-3 ορθογραφικά λάθη και ένα 19 αντί 9. Επιπλέον επιτρέψτε μου να μην αποκαλύψω αν προτιμώ το Σαικσπήρος και να αρκεστώ στο πιο κοινό Σαίξπηρ για να αποφύγουμε εύκολες ταυτίσεις.

Λοιπόν, στην ερώτησή σας. Η μόνη παγίδα που βλέπω είναι ότι με βάζετε να πάρω πιο σοβαρά απ’ ότι συνηθίζω τον εαυτό μου, δηλ. λίγο, κι αυτό το λίγο όχι εύκολα ομολογημένο στον εαυτό μου. Τέλος πάντων. Ας προσπαθήσω να πω κάτι. Τα τραγούδια της «Μαστοράντζας» με τράβηξαν απ’ την πρώτη στιγμή που μου τα έδειξε ο Ζάχος και την έκδοσή τους θεώρησα ως πρώτη προτεραιότητα των Χειμερινών Κολυμβητών παρόλο που περίμενε πολύ υλικό για έκδοση. Αυτό γιατί, εκτός από το ότι μερικά μου άρεσαν πολύ σαν τραγούδια, όπως το «Ποιος είν’ αυτός», ο «Ανέμελος σαλός», ο «Μάρκο Κράλιεβιτς», θεωρώ εξαιρετικά σημαντική τη συζήτηση γύρω από αυτά τα θέματα, τα οποία ο Ζάχος θέτει με τρόπο τέτοιο που να προκαλεί προβληματισμό, διάθεση για έρευνα και για συζήτηση και νομίζω ότι ο δίσκος πέτυχε αυτόν το στόχο του.

Βέβαια αυτό συνέβη γιατί τα θέματα αυτά με απασχολούσαν από χρόνια αφού απ’ το 1975 εργάζομαι ως αρχιτέκτονας-αναστηλωτής στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, και πλην των άλλων βυζαντινών και νεότερων μνημείων , ασχολήθηκα αναστηλώνοντας, καταγράφοντας, συντηρώντας μνημεία οθωμανικά, πολλά από τα οποία βρίσκονται στην επικράτεια των αιρετικών μουσουλμάνων της Θράκης, απογόνων πρώην αιρετικών χριστιανών (και ντόπιων που προσχώρησαν, τότε) που ο Κωνσταντίνος Ε΄ έφερε απ’ την ανατολική Μικρά Ασία, τη Συρία και την Αρμενία για να αντιμετωπίσει τους βογιάρους και να τους απομακρύνει απ’ τις συναναστροφές και το τακίμιασμα με αυρετικούς και μη άραβες μουσουλμάνους, που τότε βέβαια ακόμη εκπροσωπούσαν μια πιο δίκαιη κοινωνία κλπ. κλπ. Δεν ξέρω αν το ξέρετε ότι στο εξώφυλλο της «Μαστοράντζας» βλέπουμε τις ταφόπλακες νεκροταφείου αιρετικών χριστιανών στη Θράκη, που έγιναν (εύκολα, λόγω της αντίθεσης τους προς την κεντρική εξουσία) μουσουλμάνοι στα πρώτα χρόνια της επέκτασης των οθωμανών στη βαλκανική με μπροστάρηδες τους οπαδούς του τάγματος των μπεχτασήδων, που συνδυάζει στοιχεία του χριστιανισμού και του ισλαμισμού, με κοινούς μύθους, λατρεία ίδιων αγίων κλπ. και μέχρι σήμερα, θα το γνωρίζετε αν παρακολουθείτε μεταμεσονύκτιες εκπομπές της ΕΤΡ3, επιβιώνει στους μουσουλμάνους των ορεινών περιοχών της Θράκης. Η μελοποίηση του ποιήματος του Βάρναλη είναι από τις πρώτες μου και έγινε το 1970. Τα δέκα τραγούδια πάνω σε στίχους του Σαίξπηρ γράφτηκαν σ’ ένα διάστημα περίπου 35 χρόνων. Το ίδιο και οι υπόλοιπες μελοποιήσεις που συγκεντρώθηκαν στον τελευταίο δίσκο μας με τίτλο «Το πέρασμά σου». Ήταν ποιήματα που όταν τα διάβασα μου άρεσαν πολύ, θα έλεγα πως τα αγάπησα τόσο που η μελοποίηση τους ήρθε αβίαστα.

Τώρα γιατί μερικές μελοποιήσεις σε τόσα πολλά χρόνια, κι αυτές αβίαστες, να αποτελούν περιβάλλον εργασίας που επέλεξα ή με βόλεψε να εργαστώ σ’ αυτό, δεν ξέρω. Επίσης παρόλο που είμαι χειμερινός κολυμβητές από 15ετίας δεν αντιλήφθηκα ούτε καλλιέργησα ελπίδες σε κάποια συνειδητή κατάδυση στη θάλασσα του χρόνου αν και αντίστοιχες εκφράσεις έχω χρησιμοποιήσει σε στίχους μου, όπως η ερημιά του χρόνου, η σιωπή του όνειρου, η ευωδιά της μνήμης σου, στο χάος και στο όνειρο και άλλες. Η Iστορία βέβαια με ελκύει, διαβάζω σχετικά αρκετά βιβλία με ιστορικά θέματα, όχι μόνο της ευρύτερης περιοχής μας, και είναι φυσικό να βρίσκω συσχετισμούς με την εποχή μας. Δεν μπορεί π.χ. να μη δει κανείς ομοιότητες ανάμεσα στα τελευταία τριάντα χρόνια στην Τουρκία και στα πρώτα χρόνια του 16ου αιώνα στη οθωμανική αυτοκρατορία. Νομίζω πάρα πολύς κόσμος ενδιαφέρεται για την Iστορία. Έχω ακούσει πολλούς να λεν πως αν ξανασπούδαζαν θα σπούδαζαν Iστορία. Δε χρειάζεται όμως μια τέτοια ενασχόληση να τη χαρακτηρίσουμε με όλες τις ωραίες εκφράσεις που αναφέρετε στο δεύτερο μισό της ερώτησής σας.

Πριν φύγω για το Σαββατόβραδο στον Όλυμπο, διατυπώνω μιαν ακόμα ερώτηση:

Στα πρώτα σας τραγούδια, ο έρως και η πολιτική εμφανιζόντουσαν ως ευθεία αντανάκλαση προσωπικών βιωμάτων. Προϊόντος του χρόνου, οι εμφανίσεις αμφοτέρων παίρνουν μάλλον …πλατωνικό (μπορεί και φιλολογικό) χαρακτήρα. Θέλετε να μοιραστείτε με τους επισκέπτες της καλύβας το δικό σας αναστοχασμό για τη σχέση σας, βιωματική και καλλιτεχνική, με αυτά τα δυο μεγάλα αναπόφευκτα;

-Στον Όλυμπο τι κάνετε χειμωνιάτικα; Κάνετε ορειβασία, σκί, πηγαίνετε σε κάνα μοναστήρι (μήπως στη Μονή Κανάλου; τη θυμάμαι γιατί εκεί θα μ’ έτρωγαν οι λύκοι τη 2η μέρα των Χριστουγένων του ’65), κατάγεστε από τη Λεπτοκαρυά, όπως πολλοί φίλοι, και πάτε να φάτε στην ταβέρνα «Παράδεισος», ή πηγαίνετε για προσκύνημα στη Σκοτίνα, την πατρίδα του μακαρίτη μεγάλου δεξιοτέχνη του κλαρίνου Μανόλη Παπαγεωργίου;

Νομίζω ότι εξακολουθώ να γράφω, -πολύ λιγότερο με το πέρασμα του χρόνου, ευτυχώς υπάρχει μεγάλο στοκ-, «ως ευθεία αντανάκλαση προσωπικών βιωμάτων». Χρησιμοποιώ την έκφρασή σας για να μην ψάχνω έκφραση και γιατί όπως σας είπα χρησιμοποιείτε εκφράσεις επικού χαρακτήρα, που μου αρέσουν γιατί έτσι μειώνεται η σοβαροφάνεια και η σπουδαιοφάνεια που ίσως καμιά φορά κρύβουν τα λεγόμενά μας χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Όταν γράφω ένα τεράστιο τραγούδι αγανάκτησης κατά των γυναικών, το οποίο όμως χρησιμοποιεί μια επιφανειακή, σπάνια και μια βαθύτερη, αγανάχτηση αλλά όχι μόνο, πού πρέπει να το εντάξουμε; Στην «αναπόφευκτη» (δική σας λέξη) κατάληξη του έρωτα; Μήπως όμως εσείς βλέπετε τον έρωτα μόνο πλατωνικό, στην αρχή του μάλιστα και όχι προϊόντος του χρόνου; Και γιατί φιλολογικό χαρακτήρα; Ας πάρουμε ένα παράδειγμα απ’ την καθημερινότητα. Ζω με μια γυναίκα, τη μάνα των παιδιών μου, εδώ και αρκετά χρόνια, πολλές ώρες τη μέρα. Μάλιστα ξαπλώνουμε μαζί. Αυτό είναι φιλολογικό; Γιατί προεξοφλείτε τις σχέσεις μου; Και γιατί θα πρέπει να τις υπερασπιστώ; Έχετε κάποια πληροφορία που δεν την έχω; Mάλλον εσείς έχετε φιλολογική στάση και επηρεάζεστε απ’ τις στατιστικές. Και εντάξει το γήρας και ο θάνατος αναπόφευκτα, όμως ο έρωτας γιατί; Ξέρετε πόσοι είναι παγερά αδιάφοροι; Με την τηλεόραση μάλιστα που έχει τόσο ομαδοποιήσει τις συμπεριφορές; Όπως θα καταλάβατε, δε θα πάρω αναστοχασμό. Αυτή τη στιγμή αντιλαμβάνομαι ότι μπερδεύτηκα ή με μπερδέψατε. Μιλώ για τα δυο αναπόφευκτα έρωτας-θάνατος ενώ εσείς αναφέρατε έρωτα και πολιτική. Κι εκεί που ετοιμαζόμουν να σας πω για τραγούδια περί θανάτου, για τα νεκροταφεία, αναγκάζομαι να σταματήσω. Το «προϊόντος του χρόνου» πού αναφέρεται; Το θεωρείτε γενικό αξίωμα στο οποίο υποτασσόμαστε όλοι και τη φθορά του χρόνου την ταυτίζετε με το πλατωνικό-φιλολογικό, ενώ το βίωμα ιδίωμα των νέων, αυθεντική έκφραση του έρωτα και τη πολιτικής; Πρέπει νομίζω οι ερωτήσεις να γίνουν λιγότερο ποιητικές και χειμαρρώδεις, και πιο πιο σαφείς, χωρίς να επιμένω, μόνο για να μπορέσουμε ίσως να συνεννοηθούμε λιγάκι.

Η επόμενη ερώτηση είναι μια παράκληση να μιλήσετε για τραγούδια σχετικά με το θάνατο και τα νεκροταφεία. Υπάρχει κάποιο, μήπως, και για το μοναδικό( ; ) εν Ελλάδι νεκροταφείο των Βογομίλων, εκεί κοντά στα Γιαννιτσά – αν θυμάμαι καλά;

ΥΓ. Στον Όλυμπο πηγαίνω τακτικά γιατί προ δεκαπενταετίας (σχεδόν) πήγα ως γαμπρός σε ένα από τα χωριά του – η καλή μου κατάγεται από εκεί, Πόντια προσφυγοπούλα τρίτης γενιάς. Εγώ είμαι Καλαματιανός, με ηπειρώτικη καταγωγή.

Συγχαρητήρια. Ως σωστός Καλαματιανός, ξύπνιος που λέμε εδώ πάνω, και με ωραία επιπλέον σύνθεση καταγωγής, πήρατε γυναίκα Πόντια. Και εμείς που τις έχουμε πιο κοντά από σας δεν πήραμε Πόντια (αυτός ο πληθυντικός είναι παρμένος απ’ τους διαλόγους του κου Τσιώλη, στις ταινίες του οποίου παίρνω μέρος από 20ετίας). Δεν ξέρω αν γνωρίζετε το σλόγκαν «Πάρε γυναίκα Πόντια και μηχανάκι Σαξ».

Για παλαιά νεκροταφεία αποτανθείτε στον κο Ζάχο. Απ’ τα βιβλία του θα βρήτε τρόπο να τον προσεγγίσετε. Τηλέφωνο στον εκδότη κλπ. Ας μην επανέλθουμε στο θάνατο και τα νεκροταφεία (μιλήσαμε ήδη για το νεκροταφείο του Μ. Δερείου Σουφλίου του εξωφύλλου του δίσκου), αφού η κουβέντα τα προσπέρασε στην προηγούμενη απάντηση και για να μη φρικάρουμε και τους αναγνώστες σας. Κάποτε , σε μια συναυλία στην ΑΙΓΛΗ θεσσαλονίκης, υπό την παλαιά διεύθυνση(αυτό το λέω γιατί τότε σερβίρονταν μπριζόλες), λέγαμε ένα τραγούδι που είχε όλο κι όλο δυο στραφές: «Ο θάνατος ήταν αλήθεια, όσο κι αν δεν το πιστέψαμε. Και τώρα εμείς περιμένουμε το θάνατο». Ήταν εκεί κι ένας κύριος ευτραφής με δυο επίσης ευτραφείς κυρίες, και τρώγανε χοιρινές μπριζόλες. Ο άνθρωπος, ακούγοντας το τραγούδι, διαμαρτυρήθηκε, σηκώθηκε κι έφυγε. Έτσι χάσαμε έναν ακόμη πελάτη. Έναν άλλον χάσαμε όταν, επίσης στην ΑΙΓΛΗ μια άλλη φορά, λέγαμε το τραγούδι «Οι ψείρες». Στη λέξη «κοριός», ένας κύριος που ποτέ δε μάθαμε αν ήταν ΠΑΣΟΚ ή Νέα Δημοκρατία, διαμαρτυρήθηκε νομίζοντας πως το τραγούδι αναφέρεται στη διαμάχη των δυο κομμάτων για τις υποκλοπές στα τηλέφωνα, την εποχή του ξακουστού διευθυντή του ΟΤΕ Τόμπρα. Το τραγούδι αναφέρεται στους πραγματικούς κοριούς που με πετρέλαιο πιτσιρικάδες κυνηγούσαμε στα σιδερένια κρεβάτια των παιδικών μας χρόνων. Έτσι χάσαμε κι άλλον πελάτη στην ΑΙΓΛΗ.

Αφού αναφέρατε τις «ψείρες» πρέπει να σας πω ότι η ανάλυση που είχε γίνει στην παρέα μου (αμέσως μόλις κυκλοφόρησαν και τα τραγουδούσαμε με κιθάρες στις φοιτητικές ταβέρνες της Τούμπας) τους απέδιδε εντελώς διαφορετικό νόημα – ότι ήταν ένα τραγούδι που μιλούσε συμβολικά για κάποιο ανθρώπινο πάθος. Προχθές στην ΑΙΓΛΗ αναπαρήγαγα αυτή την παλιά ερμηνεία, αλλά αυτά που είπατε επιτόπου και αυτά που αναφέρετε σ’ αυτή τη συζήτηση ανατρέπουν την εικόνα που είχα για το συγκεκριμένο τραγούδι. Παραμένει ως αίνιγμα ο στίχος «…μια τις βελόνες πιάνεις» όπως και η «αντικαθαριότης», στο φινάλε.

Πέρα από τους στίχους στα τραγούδια (ο μακαριστός Άκης Πάνου προσδιόριζε την αξία τους ως το 90% της συνολικής του τραγουδιού) υπάρχει η μουσική, για την οποία δε μιλήσαμε ακόμα. Ως παλαιός ακροατής των τραγουδιών σας «ακούω» επιρροές από ποικίλες πηγές, οι οποίες ενσωματώνονται πολύ όμορφα στο ξεχωριστό (και αναγνωρίσιμο) μουσικό ύφος των Χειμερινών Κολυμβητών. Θα θέλατε να μας δώσετε μια αφήγηση ξεχωριστά για τη μουσική σας;

Τέλος, χάθηκαν κι άλλοι πελάτες, όχι για τους ΧΚ, αλλά για την ΑΙΓΛΗ. Οι συνθήκες χώρου και ήχου για τους πελάτες – ακροατές – συμποσιαστές δεν ήταν καθόλου καλές. Το φαινόμενο αυτό, της σαρδελοποίησης, παρατηρείται χρόνια τώρα και σε άλλα «σοβαρά» μαγαζιά της Θεσσαλονίκης και είναι εξαιρετικά αποτρεπτικό.

ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ

Κε Ζέρβα, ούτε που ανοίγω τον υπολογιστή αυτόν τον καιρό γιατί καίγομαι. Είχα κάτι συναυλίες, μια παρουσίαση βιβλίου, ένα κομμάτι τείχους ετοιμόρροπο, κινδυνεύει κόσμος, και μερικούς ανεγκέφαλους που δε μας αφήνουν να κάνουμε τη δουλειά μας για μικροπολιτικούς και άλλους πιο εξωφρενικούς λόγους, και οι της τοπικής αυτοδιοίκησης τους χαϊδεύουν αντί να τους ξεριζώσουν τ’ αυτιά για να μη χάσουν καμιά ψήφο. Ανεύθυνοι του κερατά. Και πολλά άλλα, όπως τη μοναδική πλατεία της οθωμανοκρατίας στην Καβάλα, αριστούργημα βιομηχανικού σχεδιασμού, με βαρβαρικό μπαρόκ, νεοκλασσικισμό κ.ά., που τη βγάλαν με διάφορες κομπίνες οικόπεδο και παν να την κάνουν πολυκατοικίες. Και οι διοικούντες μόκο. Τόση συνενοχή ρε παιδί μου! ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΟΤΑΜΙ η επαρχία μας. Το Σαββατοκύριακο φεύγω πάλι Αριδαία-Αθήνα για συναυλίες και μετά Πύθιο στα σύνορα για ένα βυζαντινό πύργο. Οπότε μιλάμε εν καιρώ. Ελπίζω να μη βιάζεστε. Γεια χαρά. Αργύρης

Δε βιάζομαι καθόλου. Ο χρόνος είναι δικός μας, κι εμείς δικοί του. Πάνος

ΣΥΝΕΧΕΙΑ

-Πέρασε καιρός που έχουμε να μιλήσουμε λόγω εξαιρετικής πίεσης στη δουλειά μου. Έπεσε μια νεότερη προσθήκη στο μεσαιωνικό παράλιο τείχος της Καβάλας και έμειναν πολλά ετοιμόρροπα τμήματα ξερολιθοδομής, τα οποία ευτυχώς με προσοχή και χωρίς προβλήματα καθαιρέσαμε και συγκεντρώσαμε τις πέτρες για τις ανακατασκευές που θα απαιτηθούν. Παραμένουν επικίνδυνες κατακόρυφες ρωγμές σε εξέλιξη, τις οποίες θα αντιμετωπίσουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα. Το κακό είναι ότι οι δουλειές γίνονται στο πιο ωραίο σημείο της πόλης που δέχεται πλήθος επισκεπτών και συγχρόνως είναι αυλή σχολείου, κατασκευασμένου το 1930 από τον τότε εργολάβο και μετά Υπουργό Ασφαλείας του Μεταξά Μανιαδάκη, του γνωστού από το ρετσινόλαδο που χρησιμοποιούσε στις ανακρίσεις των συλλαμβανομένων υπόπτων. Ο ίδιος κατασκεύασε και εργατικές κατοικίες στο γειτονικό Πράβι ή Ελευθερούπολη. Κι αντί να εξασφαλίσουμε το τείχος να μην κινδυνεύουν τα παιδιά και οι επισκέπτες, ο κάθε άσχετος κάνει παιχνίδι ανακατεύοντας πολιτικούς, βουλευτές, δημάρχους κι αντιδημάρχους κι ότι θες, κι έτσι δεν ακούγονται αυτοί που έχουν την ευθύνη, δηλ. οι πολιτικοί μηχανικοί, με αποτέλεσμα να γίνεται ένα μπάχαλο, να έχει δημιουργηθεί ένα ενοχλητικό και δυσάρεστο περιβάλλον εργασίας. Αυτός ήταν ο κυριότερος λόγος που δε σας απάντησα.

Λοιπόν, ας γυρίσουμε στα δικά μας. Οι βελόνες είναι μάλλον οι βελόνες του πλεξίματος, όμως δε θυμάμαι πού αναφέρονται, έχουν περάσει και 31 χρόνια. Ίσως όμως πρόκειται για βελόνες μπαλώματος, αφού, επί 10ετίες μπεκιάρης, είχα γίνει μαιτρ στο μπάλωμα καλτσών με προσθήκες ολόκληρα κομμάτια και καλλιτεχνικές διπλοβελονιές. Όμως ο στίχος απευθύνεται στην κοπέλα με την οποία κολλήσαμε τις ψείρες και η οποία ως φοιτήτρια ιατρικής είχε καλή σχέση με την καθαριότητα. Δε θυμάμαι όμως αν έπλεκε. Η μάνα μου ενοχλούνταν απ’ τη στροφή αυτή γιατί την έπαιρνε προσωπικά, ιδίως το «κι από το γλυκοχάραμα την καθαρίστρα κάνεις». Δεν τη θυμάμαι να πλέκει, όμως μπάλωνε τις κάλτσες μας. Απ’ ότι βλέπω μάλλον ανεξιχνίαστος θα μείνει ο στίχος. Η αντικαθαριότης αναφέρεται στις ταξικές διαφορές ζευγαριών ενταγμένων σε ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Για παράδειγμα ένα αγόρι από πλούσια οικογένεια τα έμπλεκε με μια κοπέλα από φτωχή οικογένεια και ισορροπούσαν ζώντας σε συνθήκες μεγάλης βρωμιάς, δημιουργούσαν δηλ. για τη σχέση τους ένα εξωτικό περιβάλλον, ή ένα άλλο παιδί ισορροπούσε στο ταξικό του περιβάλλον μπλέκοντάς τα με μια ελληνίδα απ’ το Εκουαντόρ.

Συνεχίζοντας με την 3η από τις τέσσερις υποερωτήσεις μπορώ να σας πληροφορήσω ότι από τις αρχές του γυμνασίου μέχρι σήμερα παραμένω παθιασμένος λάτρης των τραγουδιών της Μακεδονίας(Τσίτρα, Παπαγεωργίου, Κουφογιάνκος, Σαμαράς, Καραβάρα, Καραθανάση κλπ.). Στο Πειραματικό σχολείο της Θεσσαλονίκης ανήκα στην ολιγομελή ομάδα υποστηρικτών του Θεοδωράκη. Οι περισσότεροι, βασικά παιδιά «καλών» οικογενειών, για ταξικούς λόγους προτιμούσαν τον Χατζιδάκη. Κάποτε άκουγα φανατικά Σκοτ Τσόπλιν, άλλοτε Στραβίνσκυ, έχω εντρυφήσει αρκετά στα παραδοσιακά τραγούδια της Ιταλίας, κυρίως μέσα από τους δίσκους των παραστάσεων του Ντάριο Φο αλλά και από άλλους με τραγούδια αντικληρικά, αναρχικά, της φυλακής και τόσα άλλα, μ’ άρεζε πολύ ο Πάολο Κόντε, ο Τζόρτζιο Γκάμπερ και ο Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, ο Ζάππα, κάποιος ισπανός παππούς σα το Μάρκο, ο Φέλιξ ντε λα Ουτρέρα, ο Αταχουάλπα Γιουπάνκι, τα παλιά ροκ εντ ρόλ τα οποία και χόρευα (ήμουν όμως εξαιρετικός χορευτής του μάμπο, μάμπο καγκουρώ κλπ.), τραγούδια από χώρες της Ανατολής και της Νότιας Αμερικής, μερικές καντάδες και επτανησιακά τραγούδια, και κυρίως τα ρεμπέτικα (μέσα τα σμυρναίικα, τα πολίτικα) από Κατσαρό, Τσαούς και Μάρκο μέχρι Κυριαζή και Τσαουσάκη, αφού από πολύ νωρίς και για πολλά χρόνια όλα μου τα λεφτά πήγαιναν σε ρεμπέτικους δίσκους 78 στροφών, αρχίζοντας από 1 δραχμή το δίσκο. Της Παπαγκίκα τους δίσκους, ολοκαίνουργιους, τους είχα πάρει 150 δραχμές τον έναν, ποσό μυθώδες για μένα και για τους περισσότερους της ηλικίας μου εκείνην την εποχή, γύρω στα 1965.

Όσον αφορά την ΑΙΓΛΗ, της αξίζει καλύτερη τύχη και το έχω επισημάνει στους ιδιοκτήτες της. Θέλει οπωσδήποτε καλύτερη φροντίδα του ήχου, π.χ. ένα καλό μεγάφωνο, ας είναι μικρό, στο πατάρι. Και άλλα, ηχητικό σύστημα, μελέτη του χώρου και μικροεπεμβάσεις που βελτιώνουν τον ήχο χωρίς να προσβάλλουν το χώρο. Για τη σαρδελοποίηση έχετε επίσης δίκαιο, όμως αλλού είναι πολύ χειρότερα και στην Αθήνα συνήθως ακόμη χειρότερα. Σε μερικά όμως μαγαζιά που παίξαμε, όπως το Γκαζάρτε, αυτό δεν ενοχλούσε καθόλου. Καμιά φορά είναι και ωραία. Ενοχλεί το όλο και η όλη αρπακτική αντιμετώπιση του πελάτη ως θύμα, απ’ το σερβίρισμα μέχρι τις καρέκλες και τις τιμές, αλλά και τα ρούχα καμιά φορά των μουσικών. Και οι μουσικοί στο οικονομικό τις περισσότερες φορές ριγμένοι, και συχνά πολύ, είναι.

Τι είναι για σας ο χρόνος; Πώς τον αντιμετωπίζετε; Ποια εκτιμάτε πως είναι η σχέση του χρόνου με το καλλιτεχνικό σας έργο;

Πώς να απαντήσω σε μια τέτοια ερώτηση φιλοσοφικού περιεχομένου που με τοποθετεί μάλιστα απέναντι στο «καλλιτεχνικό μου έργο»; Στη θέση του Σαββόπουλου θα ξεγλιστρούσα εύκολα με το στίχο «μα ο χρόνος ο αληθινός…» Ο μεγάλος μου γιος, όταν άκουσε ένα βράδυ τη μάνα του να τραγουδάει σ’ αυτόν και στον μικρό αδελφό του το συγκεκριμμένο τραγούδι τη διόρθωσε λέγοντας πως το σωστό είναι όχι «μα ο χρόνος ο αληθινός είν’ ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός» αλλά «ο γιος μας ο μεγάλος και ο τρανός». Σας ομολογώ ότι δεν πολυκαταλαβαίνω την ερώτηση σας. Να την πάρω στα σοβαρά δε μου πάει, να απαντήσω επικά και να κάνω γιούρια, τώρα πια έχουμε πάρει την κατηφόρα για το φινάλε. Σε μερικά τραγούδια μου χρησιμοποιώ το «καιρός» αντί του «χρόνος». Θα μπορούσα ίσως να μιλήσω για τα ταξίδια στο χωροχρόνο. Και ο Φίλιπ Ντικ, που τον υπεραγαπώ, έχει γράψει ένα σχετικό διήγημα Υπάρχει ένα ωραίο μυθιστόρημα Ε.Φ., του Φριτς Λάιμπερ, «Ο μεγάλος χρόνος», ένα άλλο του Ρόμπερτ Χενλάιν, «Μεθαύριο».. Ένα διήγημα με ταξίδι στο χωροχρόνο επεξεργάζεται την ωραία ιδέα ότι η ιστορία του κόσμου γράφεται από τουρίστες του χρόνου, τουλάχιστον τα πιο γνωστά γεγονότα που ελκύουν τους περισσότερους τουρίστες: «Τότε κατάλαβε ότι όσοι ακολουθούσαν το Χριστό στην πορεία προς το Γολγοθά αποδοκιμάζοντάς τον ήταν όλοι τουρίστες». Όσον αφορά στο τελευταίο σκέλος της ερώτησης επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω την απάντηση του ποιητή Γιάννη Βαρβέρη σε μια ερώτηση που του έγινε στα πλαίσια μιας τελευταίας συνέντευξης του στο GK της «Καθημερινής»: «προσδοκώ την απόφαση του Εφετείου του Χρόνου».

Θα ήθελα λίγα (ή πολλά – από εσάς εξαρτάται) λόγια για τους συνεργάτες σας ΧΚ, παλαιότερους και τωρινούς, μικρούς και μεγάλους (σε ηλικία)

Λίγα, γιατί στις προηγούμενες απαντήσεις ήμουν μάλλον φλύαρος και ίσως έχουμε εξουθενώσει τους αναγνώστες σας. Να μην παινεύω τους δικούς μου ανθρώπους και να πω μόνο πως αισθάνομαι πολύ ευτυχής που είμαι μαζί τους τόσα χρόνια έστω και λίγες μέρες κάθε χρόνο αλλά και συγχρόνως πάντα μαζί.

Τέλος, η καλύτερη ερώτηση: τι θα ρωτούσατε εσείς ο ίδιος τον εαυτό σας αν του παίρνατε συνέντευξη – και τι θα σας απαντούσε;

– «Τελειώνουμε; -Καλή ιδέα» ή «Πέρισυ γυρίσαμε τον κόσμο. Φέτος να πάμε κάπου αλλού; -Kαλή ιδέα» (εμπνευσμένο απ’ τον Ταξιδιώτη της βροχής του Μπέλοου) ή «Ακέλα, πάντα πρόθυμοι για το καλό. -Πάντα; -Ναι, πάντα, πάντα, πάντα». Θα παρεξηγηθώ από το τελευταίο ότι το παίζω «πράκτορας του καλού». Προτιμώ τους «Πράκτορες του χάους» του Σπίνραντ. Το διαβάσατε;

*

Η φωτογραφία είναι από εδώ:

http://petefris.blogspot.com/2006/07/blog-post_115341340791644232.html

*

To ποστ αφιερώνεται στο θείο Ισίδωρο, εκτός των άλλων γιατί έγραψε το ωραίο κομμάτι που λινκάρεται (sic!) στην πρώτη ερώτηση.