skitso

Ήμουν τότε στα 23, λαμπερός απέξω κι από μέσα. Σάββατο μεσημέρι, δούλευα ακόμα. Χτύπησε το τηλέφωνο, έλα, ο Γιάννης είμαι, από τη σχολή παίρνω, πέρασα βιοχημεία, πήρα πτυχίο, κερνάω τσίπουρα, είσαι;

Παρένθεση: Ο Γιάννης είχε μεθύσει μια φορά, τις πρώτες μέρες της φοιτητικής μας ζωής. Κόντευε να συμπληρώσει έξι χρόνια συνεχούς, νηφάλιας μέθης. Καλός φίλος, φιλότιμος και αρχοντικός, γόνος της Αρβανιτιάς των Σποράδων, λαμπρός μάγειρας – να σου φτιάχνει τραπέζι στο πιτς φυτίλι, ασύγκριτο λαγωνικό – ξετρύπωνε τα στέκια της Θεσσαλονίκης το ένα μετά από το άλλο: Βρήκα ένα ελεεινό υπόγειο στου Χαριλάου, κατεβαίνεις στα έγκατα, ο μάστορας βρωμερός, μες τη λίγδα, κάτι ετοιμόρροπες καρέκλες, τρισάθλιος. Ωραίος! Είσαι; Ποτέ δεν έπεφτε έξω, είτε στα λαϊκά ταβερνεία, είτε στα κυριλέ μαγαζιά. Δυο μεράκια είχε στη ζωή του – τις γυναίκες και το αλκοόλ με μεζέ και παρέα. Καλή του ώρα – κλείνει η παρένθεση.

Είμαι, αλλά τελειώνω σε μισή ωρίτσα, ωραία, μέχρι να κατέβω κι εγώ από το πανεπιστήμιο. Δίπλα σου είναι, στο Καπάνι, οδός Άθωνος, ο γεράκος που έχει το γωνιακό, η Κωνσταντινούπολις. Εκείνο το ερείπιο; Εκείνο, ξέρω εγώ. Έγινε. Τα λέμε.

*

Ο κυρ-Γιακείμης πηγαινοερχόταν μέσα στο ανοιχτό μαγαζί του, δηλαδή περιστρεφόταν γύρω από τον άξονά του, η Κωνσταντινούπολις ήταν δεν ήταν δώδεκα τετραγωνικά, ένα ερείπιο μέσα στο ερείπιο. Κοντός, λιγνός, σκεβρωμένος, αλατισμένος από τη ζωή και ξεραμένος από τα χρόνια, λιγομίλητος. Ένα πετρογκάζ, ένα ψυγείο γεμάτο μπύρες, μια στοίβα καφάσια με ρετσίνες, μερικές δαμιζάνες με αποστάγματα, νεροχύτης, δυο ράφια με τηγάνια και ποτήρια, ένα τσίγκινο τραπεζάκι και πάνω χαρτοσακούλες με μαναβική και μπακαλική, ένας μικρός πάγκος για τις ετοιμασίες και μπροστά ένας μεγαλύτερος, για το σερβίρισμα. Για τους πελάτες, τέσσερα ψηλά ξύλινα σκαμνιά, απέξω. Αυτό ήταν όλο. Α, και μια ασπόμαυρη καδραρισμένη φωτογραφία στον πέτρινο τοίχο. Η Ελένη.

*

Αφού με ρωτάς, θα σε λέω. Εγώ ήμουνα στο Καράκιοϊ, στην Πόλη, και είχα καφενέ στην ψαραγορά, από το μπαμπά μου τον είχα και τον δούλευα. Φτωχικός καφενές, φτωχός κόσμος, έβγαινε το μεροκάματο, δόξα τω Θεώ. Δεν ήμουνα είκοσι χρονών όταν πέθανε ο μπαμπάς μου και μπήκα στο πόδι του. Αγώνας, ο καφενές και το σπίτι αποπάνω ήταν υποθηκευμένα στους τοκογλύφους, κοντά είκοσι χρόνια χρειάστηκα να τα καθαρίσω. Αδερφές είχα, τις πάντρεψα, δόξα τω Θεώ. Κι όταν σήκωσα το κεφάλι, να δω κι εγώ λίγο φως, είχα κλείσει πια τα σαράντα.

Στη μέση στο μεϊντάνι έκαναν στάση τα λεωφορεία. Εκεί είχα πάει ένα πρωί μια θειά μου και την είδα, καθόταν μονάχη της σ’ ένα παγκάκι δίπλα στον καφενέ του Αρτιόμ, του Αρμένη και περίμενε. Αντί να γυρίσω στον καφενέ μου, έκατσα να πιω καφέ εκειδά και τα μάτια μου δε μπορούσα να τα τραβήξω. Ρώτησα τον Αρτιόμ, μου είπε πως ήτανε ρωμιά, από το Ορτάκιοϊ, άλλο δεν ήξερε.

Παρασκευή μέρα ήταν, την Κυριακή με το ξημέρωμα πήρα το λεωφορείο και κατέβηκα στο Ορτάκιοϊ, στην εκκλησία του αγίου Φωκά. Έλεγα μέσα μου, άγιε μου Φωκά, κάνε να έρθει σε σένα σήμερα. Άναψα κερί, προσκύνησα, άδεια ήταν ακόμα η εκκλησία, μονάχα ο παπάς και ο ψάλτης, έμεινα έξω στην αυλή και φουμάριζα, άρχισε να έρχεται κόσμος, γέροι, νέοι, οικογένειες. Ήρθε κι αυτή, μελαχρινή και βεργολυγερή, με τους δικούς της, γονιούς κι αδέρφια κι αδερφάδες. Έφυγα ζαλισμένος, ανέβηκα με τα πόδια στο Αρναούτκιοϊ, πέρασα το Μπεμπέκ, έφτασα ως το Ρουμελί Χισάρ και στάθηκα να πάρω ανάσα. Ως τότε γυναίκες είχα δει μονάχα στα όνειρά μου, κι αυτό όταν δε με στοίχειωναν οι τοκογλύφοι και οι προίκες. Αγνάντευα κι ονειρευόμουν ξυπνητός την Ελένη…

Δεν ήθελαν να με τη δώσουν, γιατί είχα λέει τα διπλά της χρόνια, αλλά στο τέλος τους κατάφερα. Καφενέ είχα, προίκα δεν ήθελα, καλό όνομα είχα, στεφανωθήκαμε στον Άγιο Φωκά. Με τη στέψη πήγα και το τάμα μου, που του είχα κάνει, ένα καντήλι ασημένιο, από τον τεχνίτη τον Βεϊζαδέ, τον καλύτερο στο Καπαλί Τσαρσί.

*

Ο παππούς διέκοψε, γιατί κατέφθασαν δυο πελάτες, ψαράδες που ξεπούλησαν, έριξαν κουβάδες τα νερά και ξέπλυναν το μαγαζί τους, κατέβασαν τα κεπέγκια και ήθελαν να πάρουν ανάσα, πριν τραβήξουν για τα σπίτια τους. Ζήτησαν ρετσίνα, έδωσαν ένα χωνί αθερίνες για τηγάνι, παράγγειλαν και μια ρέγγα ψητή στο γκάζι, με λαδολέμονο.

Τι σας έλεγε ο μάστορας; Ιστορίες, παλιές. Η κουβέντα ήρθε στα ψάρια, μεγάλα και μικρά, πως τα ψήνεις, πως τα μαρινάρεις, πως τα λεμονίζεις και τα αλατοπιπερώνεις. Μια ώρα μετά φύγανε – και εμείς είχαμε ήδη καταναλώσει από οχτώ τσίπουρα, έκαστος. Πάμε; Που να πάμε, ρε σύ; Δε θα μάθουμε τι απόγινε με την Ελένη; Α, ναι.

*

Τι με κάνετε τώρα, παλιές πληγές σκαλίζετε… Ένα χρόνο και βάλε ζήσαμε μαζί, εβδομήντα είμαι τώρα, λέγω ένα χρόνο έζησα στη ζωή μου κι εγώ… Ήρθε εκείνη η περίσταση, στα 1955, τα ξέρετε, με τα γεγονότα. Ήρθαν και στον καφενέ μου, σπάσανε την πόρτα και μπήκαν μέσα και τον ρήμαξαν. Εγώ με την Ελένη κλειδωμένοι απάνω, στο σπίτι, και να τρέμει το φυλλοκάρδι μας, μήπως βάλουν φωτιά και μας κάψουν σαν τα ποντίκια. Εντέλει, πήγαν αλλού. Είπαμε τότε, πολύς κόσμος, μόνος τρόπος είναι να φύγουμε από την Πόλη, για την Ελλάδα. Και με λέει η Ελένη, εγώ δεν έρχομαι, δεν φεύγω από την Πόλη.

Ζαλισμένος ήμουνα, δεν έδωσα σημασία, αλλά όταν γύρισα στο σπίτι, η Ελένη ήταν φευγάτη. Που να την ψάξω, που να τη βρω. Ένα μήνα έμεινα πίσω, ξόδεψα όλο μου το κομπόδεμα, τίποτα. Άφαντη. Ώσπου ένα πρωί την είδα να βγαίνει από το σπίτι του Αρτιόμ του καφετζή, του Αρμένη. Με το γιό του τα είχε φτιαγμένα, πριν παντρευτούμε και συνέχισαν και μετά. Δεν την άφηνε αυτός να φύγει από την Πόλη κι αυτή άλλο που δεν ήθελε. Το είπε ξεκάθαρα, μαζί σου δεν έρχομαι ξανά, πάρ’ το απόφαση. Κι ο Αρμένης από δίπλα να με κοιτάζει κι εγώ να χάνω τα λόγια μου, να μη μπορώ ούτε να την παρακαλέσω. Την είχανε σπιτώσει, θα την παντρευότανε, λέει. Που να πάω, ποια πόρτα να χτυπήσω, τέτοιες μέρες κιόλας. Μπήκα στο καράβι και έφυγα, ήρθα εδώ, όπου είχανε έρθει οι αδερφές με τους γαμπρούς μου. Όχι, δεν την είδα ξανά, κοντεύουνε τριάντα χρόνια τώρα, ούτε ρώτησα, ούτε έμαθα. Ούτε και θέλω να μάθω. Ο άγιος Φωκάς μου τη φανέρωσε, πήρε την καντήλα του, χαλάλι. Μπήκα σ’ αυτή την τρύπα. Κάθε πρωί που έρχομαι, λέγω σήμερα θα το κατεβάσω το κάδρο από τον τοίχο, αλλά το αφήνω. Αν τη βγάλω, δε θα έχω τίποτα να βλέπω. Άντε, να κεράσω κι εγώ και να κλείσω, άδειασε η αγορά, να πάτε κι εσείς στα σπίτια σας.

*

Η εικονογράφηση είναι του Αλκιβιάδη, ειδικά φτιαγμένη για την «Ελένη» της καλύβας. Κλικ, για να τη δείτε στο σωστό μέγεθος.

skitso.jpg

Advertisements