Ένας από τους εξέχοντες Σολωμικούς ήταν ο Ιταλός Gaetano Grassetti, ο οποίος είχε γίνει καθηγητής στην Ακαδημία, εν πολλοίς χάρη στην υποστήριξη του Σολωμού. Δεν παρέλειψε, σε μια άσχετη νεκρολογία που έκανε, να επιτεθεί στον Κάλβο:

Αυτή η θορυβώδης λυρική ποίηση με τον τόσο ιδιότροπο ήχο που δε μπορεί κανείς ν’ αποφασίσει σε ποια ποιητική τέχνη και σε ποιο ανθρώπινο ιδίωμα πρέπει να την εντάξει…

Ήταν η μοναδική ευκαιρία του Ιταλού προφεσσόρου Gaetano Grassetti να περάσει το όνομά του στην αθανασία, χάρη σ’ αυτήν ακριβώς αναφορά του σε μια ποίηση που δε μπορούσε να καταλάβει; Κι όμως, είχε κάνει την πρώτη απόδοση του Ύμνου εις την Ελευθερίαν στα ιταλικά και είχε γράψει μια από τις πρώτες Γραμματικές της δημοτικής γλώσσας, γραμμένες από ξενόγλωσσους.

Αλλά, βέβαια, δεν ήταν ο μόνος Σολωμικός, που εκδήλωνε την προτίμησή του και δια της αποσιώπησης του Κάλβου. Γράφει ο Κωστής Παλαμάς:

Η αντιδημοτικότητα αυτή πήγαζεν ίσα ίσα από την Επτάνησο (…) Οι Επτανήσιοι ποιητές, που γνώριζαν και που λατρεύανε το Σολωμό, για τον Κάλβο δείχνανε πως τίποτα δεν ξέρανε και η αντιπάθειά τους ήτανε φανερή. Ο Ιούλιος Τυπάλδος που έγραψε στα Παναθήναια ύστερ’ από χρόνια ένα γράμμα φιλολογικό (…) δεν θέλει ν’ ακούσει τίποτε για τον Κάλβο. Ο Πολυλάς δεν τον αναφέρει. Στην κληρονομιά των Σολωμικών η αντιπάθεια είχε παραδοθεί εκδηλωμένη ή σε σιωπή καταφρονετική ή σε λακωνική δογματική εχθροπάθεια. Τον ένεμο αυτόν ήρθε να κατευνάσει η ομιλία μου στον «Παρνασσό» [1889]. Ήταν ομιλία (…) ενός θαυμαστή, ενός που έφτανε ως την καλβολατρεία.

Όπως θα δούμε αργότερα, η τύχη έφερε ένα αντίτυπο από τις ξεχασμένες Ωδές στα χέρια του Παλαμά, καθώς αυτός έψαχνε σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο. Δε χρειαζόταν τίποτε περισσότερο…

*

Η Ελλάς διέθετε πάντοτε ποιητές σε αφθονία, ακόμα κι όταν η ποίηση σπάνιζε. Δυο από τους δημοφιλέστερους αυτής της κατηγορίας, της ποιήσεως άνευ ποιήσεως (η έκφραση είναι του Ροΐδη) ήταν οι αδελφοί Σούτσοι, εκ των οποίων ο Αλέξανδρος απεφθέγξατο μεγαλοπρεπώς, στα 1833:

Ο Κάλβος και ο Σολωμός, ωδοποιοί μεγάλοι,

κ’ οι δύο παρημέλησαν της γλώσσας μας τα κάλη’

ιδέαι όμως πλούσιαι, πτωχά ενδεδυμέναι

δεν είναι δι’ αιώνιον ζωήν προορισμέναι.

*

Και στα 1837, κάποιος Γεώργιος Τυπάλδος -Ιακωβάτος, μαθητής του στα ιδιωτικά μαθήματα και στην Ακαδημία, κι αυτός ένθερμος Σολωμικός, γράφει:

Μόνον αυτή η θέση που επήρ’ ο Κάλβος του έστεκε πολλά καλά’  (εννοεί, του καθηγητή) ειδέ η άλλη που επάσχισε ν’ ανεβεί, ούτε του έπρεπε και τον εχάλασε. Η λύρα που ετύπωσε βαρεί κλούδια.

Ό,τι πείτε, κυρ – Γιώργη…

*

Κι ένας ανώνυμος, στα 1938:

Του Κάλβου ηκούσαμεν τας υψηλάς μελωδίας, και όταν εστράφημεν να ιδώμεν τον άδοντα κύκνον, εσιώπησεν απατήσας τας προσδοκίας μας.

*

Στα τέλη του 1840 δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδα δυο ποιήματα, στα ιταλικά,  τα οποία εκθείαζαν τον Κάλβο, επί τη ευκαιρία της τρίτης καθηγεσίας του.

*

Αλλά σημασία έχει η γνώμη του ίδιου του Σολωμού. Γράφει ο Σπύρος Δε Βιάζης:

Ημέραν τινά είδομεν επί του γραφείου του Μαντζάρου την παρισιανήν έκδοσιν του Κάλβου. Ηρωτήσαμεν τον μέγαν μουσουργόν του Ύμνου μας αν αναγιγνώσκει τον Κάλβον.

  • Ναι, μας απήντησε, διαβάζω αυτόν τον δυστυχισμένον άνθρωπον. Κρίμα ότι, ως μου είπε πολλάς φοράς ο Σολωμός, εθυσίασε την πραγματικήν έμπνευσίν του…

Αρχίζει δυνατά να αναγιγνώσκει στροφάς. Έπειτα θυμωμένος κλείνει το βιβλίο ειπών.

  • Κι όμως οι στίχοι έχουν αρμονίαν. Αυτή δεν είναι δα γλώσσα. Είχε δίκαιον ο Σολωμός.

Εννοήσαμεν τότε ότι οι δύο ούτοι μεγάλοι άνδρες ανεγνώριζον το ποιητικόν τάλαντον του Κάλβου, αλλά κατεδίκαζον την γλώσσαν του.

Οι καιροί αλλάζουν. Σήμερα η γλώσσα του Κάλβου προκαλεί τον θαυμασμό. Όσο για την ποιητική αξία του Κάλβου, είναι το σημείο που ο Σολωμός είχε απόλυτο δίκιο, αν και παρέμενε υπερβολικά συγκρατημένος.

Για τις σχέσεις του σολωμικού κύκλου με τον Κάλβο, γράφει ο Κωστής Παλαμάς, στα 1934:

Οι Επτανήσιοι ποιητές, που γνώριζαν και που λατρεύανε το Σολωμό, για τον Κάλβο δείχνανε πως τίποτε δεν ξέρανε και η αντιπάθειά τους ήτανε φανερή… Στην κληρονομιά των Σολωμικών η αντιπάθεια είχε παραδοθεί εκδηλωμένη ή σε σιωπή καταφρονετική ή σε λακωνική δογματική εχθροπάθεια.

*

Σε ανθολογία νεοελληνικής ποίησης που εκδόθηκε στη Λειψία, στα 1844, ανθολογήθηκε και η ωδή Εις τον Ιερόν Λόχον. Ο επιμελητής σημειώνει:

Την ποίησή του χαρακτηρίζουν η τόλμη και η υψιπετής φαντασία, το ευγενικό φρόνημα και ιδιαίτερα ο φλογερός πατριωτισμός. Μόνο που η γλώσσα των ποιημάτων του, την οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως αρχαία παρά νεοελληνική, είναι πολύ δυσκίνητη και σκοτεινή. Ίσως αυτό είναι αποτέλεσμα του μέτρου που επιλέγει και το οποίο χαρακτηρίζεται από σκληρότητα και επιτήδευση.

*

Στα 1845 τυπώνεται στην  Κοζάνη (! ) η μελέτη του Δ. Αργυριάδη Περί ελληνικής ποιήσεως αρχαίας και νέας, όπου αναφέρεται για τον Κάλβο:

Αι ωδαί του Κάλβου περιέχουσιν εικόνας πομπώδεις και παρουσιάζουν ενίοτε ικανήν βαθύτητα και αρχαϊσμόν. Ο Κάλβος έπλασε αυτός εαυτόν απολύτως λαβών αυθαίρετον τινά δρόμον ποιήσεως, και ακολουθών κατά γράμμα την υπερυψωμένην φαντασία του’ εις τας ωδάς αυτού απαντώμεν μοναδικόν τι και ξένον, και δεν ήθελον φαίνεσθαι ει μη πεζόν τι ιδίωμα ποιητικής εμπνεύσεως, εις όποιον δεν εμελέτησε το σύστημα του ποιητού και τους κανόνας, τους οποίους ο ίδιος δημιούργησε, και ο αυτός υποτάσσεται αυτοίς και ακολουθεί κατά γράμμα.

Είδες η Κοζάνη;

*

Η προσπέλαση στις Ωδές δεν είναι εύκολη. Δυο εγγραφές ημερολογίου του Στέφανου Κουμανούδη, η πρώτη στα 1841 και η δεύτερη στα 1846, είναι απολύτως χαρακτηριστικές για το πώς εξελίσσεται η σχέση ενός αναγνώστη κατ’ αρχήν προκατειλημμένου, σε ανυπόκριτο θαυμασμό. Αλλά και πως η γλώσσα και το μέτρο εξακολουθούν να τον καταπιέζουν – τον αναγνώστη, όχι τον ποιητή!

Εγγραφή 1841:

Πρέπει τις πρέπει τους ποιητάς μας να τους εξυπνήσει από τον ύπνον της αναισθησίας. Αν θέλουν ποικίλα μέτρα και δεν ευχαριστώνται εις όσα διαχειρίζονται τώρα, να τους δείξει εις μίμησιν τα ωραία του λαού ως τα «βρε Μανόλη, βρε λεβέντη, βρε καλό παιδί». – «Και της ωριάς το κάστρο, κάστρο δεν είδα» και τόσα άλλα. Να τους διδάξει ότι αρρυθμίαν οφλισκάνουν ονομάζοντες Σαπφικά και ηρωοελεγεία ό,τι δεν είναι. Να τους διδάξει ότι αρρυθμίαν δείχνουν αποδεχόμενοι τα του Κάλβου όλως διόλου άρρυθμα ποιήματα, ή ποιούντες όμοια. Πρέπει με ένα λόγον ν’  ανάψει τις λαμπάδα υπεράνω των κεφαλών των και να τους δείξει εις τι κοιλάδα του σκότους διατρίβουν.

Εγγραφή 1846:

Το εις τον ιερόν λόχον του Κάλβου ποίημα είτε ωδή, ως προς την γλώσσαν μεν και τα μέτρα δεν είναι άμεμπτον, ως προς την ποιητικήν δε αρετήν πολλού επαίνου άξιον. Εδώ βλέπει τις, πως δύναται ποιητής να υμνήσει τα άξια ύμνου και χωρίς του ψόφου των τετριμμένων πλέον κενών ονομάτων (το οποίον ποτέ δεν ακατάλαβαν οι Σούτσοι και αι ουραί των)’ έπειτα εδώ βλέπει τις και τον εκούσιον περιορισμόν του ποιητού εις μίαν ιδέαν ήτις όλον τον κινεί.

Και η ολοκλήρωση της σχέσης: στα 1847 ο Κουμανούδης γράφει το ποίημα Το φαιδρόν άκουσμα, μιμούμενος το ύφος του Κάλβου! Είχε έναν τέτοιον και ο δεύτερος της μεγάλης τριάδας των Ελλήνων ποιητών, ο Καβάφης, κάποιον που ξεκίνησε από σφοδρός κατήγορος της ποίησής του – για να καταλήξει μιμούμενος κι αυτός το ύφος του Καβάφη με …τραγικά αποτελέσματα!

*

Σε κείμενο του 1847, σε κείμενό του με τίτλο Ο ποιητής ο Ερμάνος Λούντζης γράφει για τον Κάλβο:

Ένα άθροισμα από αντιθέσεις, πράγματα ασυμβίβαστα και ανοικονόμητα, η Φύσις, η μεγάλη δημιουργία, ο Θεός, έτσι ηθέλησε να είναι το πλάσμα του. Αυτός ο αιώνιος, ο Ένας, ο ίδιος, ο μοιραίος αυτός άνθρωπος ο Ποιητής. Το πλάσμα αυτό της ιδιοτροπίας και της ανισότητος, της εξάρσεως και της υπερβολής, της φαντασίας, της θείας πνοής, του ωραίου και της ευαισθησίας. Ένα σύνολον από τις ατέλειες και τις τελειότητες, από αρετές και κακίες, από ελαττώματα και προτερήματα, από δύναμη και αδυναμία είναι αυτός ο ίδιος. Η παραφροσύνη μαζί με τη σοφία. Μέσα εις το ίδιο, σ’ ένα ανθρώπινο στήθος, μέσα σε μια καρδιά, σε μια σκέψη ηθέλησε η Πλάσις όλα τα αβάστακτα, τα ανοικονόμητα, τα ασυμβίβαστα να είνε μέσα εκεί, όλα μέσα εκεί να μπουν, να συνυπάρξουν. Όλα τους για να μπορεί καλύτερα να καθρεφτίζεται η ζωή ολόκληρη μέσα εις τον μοναδικόν αυτόν άνθρωπον. Τον άνθρωπον ζωή και Κόσμος. Παίζοντας η Φύσις ιδιότροπα του τα έδωσε όλα, ανάκατα, σπάταλα, ανόμοια, άνισα, ακατανόητα.

Έτσι απ’ όλα αυτά βγαίνει η μορφή του Ποιητή, το φαινόμενον, η μοίρα του και η καταδίκη. Σαν εικόνα της πολύπλοκης και πολυσύνθετης ζωής μας. Του μυστηρίου της δημιουργίας ένα μυστήριον και αυτός. Μορφή του βάθους και του ύψους της θείας πνοής.

Τέτοιος υπήρξε και ο Κάλβος, αληθινός ποιητής. Φωτεινό αστέρι με τυραγνισμένη ψυχή ανήσυχη, ανυπότακτη, ανοικονόμητη.

*

Γράφει ο Ιωάννης Ζερβός στην αθηναϊκή έκδοση των Ωδών, στα 1911, μεταφέροντας τις σκέψεις ενός μαθητή του Κάλβου:

Διότι, αν και είχε ψυχής ευγένειαν και εντιμότητα και φιλεργίαν, ήτον όμως απότομος, άκαμπτος και οργίλος. Ευφραδής και ομιλητικός εις τας καλάς του στιγμάς, ώστε η μετ’ αυτού συναναστροφή διά την πολυμάθειάν του και την ευρύτητα της σκέψεως να είναι περιζήτητη απόλαυση (…) Και μόνος συνήθως εις τας πρωινάς ώρας εφαίνετο τακτικός και αργός περιπατητής εις την πλησίον του φρουρίου Κερκυραϊκήν πλατείαν. Χαρακτηριστικόν του είναι ότι εις το Μαντούκι, το πατρικόν του προάστειον, σπανιώτατα επήγε κατά το διάστημα της πολυχρονίου διαμονής εις την Κέρκυραν και ουδένα οικείον εις το μεταξύ τούτο απέκτησε, με τον Σολωμόν, περιστοιχισμένον συνήθως από καλούς φίλους, είχε μόνον απλήν γνωριμίαν.

Μέτριος το ανάστημα, με μεγάλην κεφαλήν, μελαχροινός, με ζωηρούς οφθαλμούς, ευρύστερνος και με βηματισμόν βαρύν – μία εν συνόλω αυστηρά και νοήμων και ιδιόρρυθμος παράστασις- απετέλει ξεχωριστόν και ενδιαφέροντα τύπον μέσα εις τους τόσους άλλους ξεχωριστούς, αλλ’ όχι ενδιαφέροντας κερκυραϊκούς τύπους.

*

Και μια πραγματικά συγκινητική αφήγηση του Σπυρίδωνα Δε Βιάζη, που αναφέρεται μάλλον στα 1864:

Ήμεθα δεκαπενταετής ότε το πρώτον ανεγνώσαμε την Λύραν και μας κατενθουσίασε. Μαθών ο Ρωμανός τον ενθουσιασμόν μας, μας διηγήθη τινά περί του βίου του Κάλβου και των έργων, προσθέσας ότι έπρεπε να γίνει μία νέα έκδοσις και εν Αθήναις, και ένας εκ των επιφανών λογογράφων, δια διαλέξεως να κάμει γνωστήν την αξίαν των Ωδών. Αμέσως συνελάβομεν την ιδέαν να κάμωμεν την νέαν έκδοσιν μετά προλεγομένων και οι αδελφοί Κάος, τυπογράφοι, είχον αναλάβει την δαπάνην της εκδόσεως. Ο Πολυλάς τους έπεισεν ότι θα χάσουν τα έξοδά των, διότι ένεκα της γλώσσης αι Ωδαί δεν αρέσουν εις τον πολύν κόσμον.

Αν εναυάγησεν η κερκυραϊκή έκδοσις, η ιδέα μας έλαβε σάρκα εις Ζάκυνθον, το 1881, δαπάνη του εκδότου Σεργίου Ραφτάνη. Επωλήθησαν σχεδόν όλα τα αντίτυπα, τα πλείστα όμως εις τον έξω Ελληνισμόν. Ούτως η επιθυμία του αειμνήστου διδασκάλου μας Ρωμανού επραγματοποιήθη, ιδίως, αφού και ο αγαπητός μας ποιητής Παλαμάς, δια της ωραίας αυτού διαλέξεως εστεροποίησε την αναμφισβήτητον ποιητικήν αξίαν του επτανησίου ποιητού.

Τι όμορφο, τι σπουδαίο κείμενο! Ένας δεκαπεντάχρονος μαθητής διαβάζει τις Ωδές και τρελαίνεται. Το κουβεντιάζει με τον δάσκαλό του (η ύψιστη ευλογία για έναν νέο: να έχει καλό δάσκαλο!), ο οποίος με ψυχραιμία επισημαίνει το δέον γενέσθαι: έκδοση στην Αθήνα και διάλεξη περί των Ωδών από κάποιον επιφανή λόγιο – προφητικός για ό,τι συνέβη μετά από χρόνια, με τον Παλαμά. Στη συνέχεια ο δεκαπενταετής προσπαθεί να πραγματοποιήσει στην Κέρκυρα αυτό που έπρεπε να έχουν φροντίσει άλλοι: βρίσκει εκδότη για τις Ωδές – αλλά τη δουλειά τη χαλάει την τελευταία στιγμή ένας επιφανής Σολωμικός, ο Πολυλάς, ο οποίος σαμποτάρει την έκδοση φοβίζοντας τους εκδότες ότι δεν θα βγάλουν τα έξοδά τους. Η έκδοση θα πραγματοποιηθεί τελικά μετά από χρόνια, στη Ζάκυνθο: καμιά φορά, τα όνειρα βγαίνουν αληθινά. Είναι η έκδοση, ένα αντίτυπο από την οποία θα φτάσει ως τα χέρια ενός άλλου μαθητή, που αναζητούσε βιβλία στα παλιατζίδικα. Τον έλεγαν Κωστή Παλαμά.