Ο Παλαμάς, μαθητής ακόμα, ανακαλύπτει τις Ωδές στο Γιουσουρούμ, και, χρόνια αργότερα, στα  1888 –  δεκαεννιά χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή, τον γνωρίζει στο κοινό, με την περίφημη διάλεξη που έδωσε στον σύλλογο Παρνασσός.  Ο Παλαμάς βρισκόταν τότε στη χρυσή εποχή της ανόδου του – σωστότερα, δεν την είχε φτάσει καν: ήταν μόλις είκοσι εννέα χρονών.

Το εν εκ των τομιδίων ήτο ο Οδοιπόρος του Παναγιώτου Σούτσου. Προ πολλού ανεζήτουν το βιβλίο τούτο. Την εύρεσίν του απεδέχθην ως δώρον της θείας Προνοίας και κατέβαλα προθύμως το αντίτιμον αυτού. Εξ εναντίας το άλλο τομίδιον συγκατετέθην μόνον τη επιμόνω παρακλήσει του παλαιοπώλου να φορτωθώ αντί καταβολής ευτελεστάτου τιμήματος. Επανελθών εις το μαθητικόν δωμάτιόν μου, διήλθον ολοκλήρους ώρας εν εκστάσει προ των πατριωτικών μονολόγων και των ερωτικών δυωδιών (…) Και αφού εκορέσθην εξ αυτών, έτεινα την χείρα προς το δεύτερον βιβλίον, άγνωστον αγνώστου εις εμέ ποιητού’  το ήνοιξα μηχανικώς, και εις την σελίδα εφ’ ής τυχαίως προσηλώθησαν τα όμματά μου ανλέγνων, άλλοτε μεν ελκυόμενος, άλλοτε δε εκπληττόμενος, τους εξής στίχους, υπό τον τίτλον Ο Ωκεανός: 

Ο Παλαμάς διαβάζει ολόκληρη την ωδή στο ακροατήριο – και στη συνέχεια αρχίζει να μιλάει για τον Ανδρέα Κάλβο. Ξεκινάει αναφερόμενος στα θέλγητρα της ελληνικής γης και σημειώνοντας πως

(… ) το χάρισμα όπερ έλαχεν  ως εξαιρετικός κλήρος εις την Επτάνησον, το θέλγητρον, ούτινος το μυστήριον μόνη αυτή κατέχει, είναι η νεωτέρα ελληνική ποίησις. (… ) οι ποιηταί της Επτανήσου υπέδειξαν πάσας τας τρίβους ας οφείλει να ακολουθήσει η νεωτέρα ελληνική ποίησις, παρέσχον νέαν ζωήν εις αυτήν, και απήλθον ή εσίγησαν παρασκευάσαντες την  οδόν εις τους ποιητάς του μέλλοντος, οίτινες θα εκτελέσωσιν ωραιότερα θέματα δι’ ωραιοτέρων στίχων.

Στη συνέχεια ο Παλαμάς μιλάει για έναν έκαστο Επτανήσιο ποιητή, ξεκινώντας από το Σολωμό και συνεχίζοντας με τους Βαλαωρίτη, Τερτσέτη, Μαρκορά,  Ιούλιο Τυπάλδο και Ανδρέα Λασκαράτο:

Πάντες ούτοι, και όταν δεν εμπνέονται αγνώς εκ της ελληνικής παραδόσεως, αλλά πάντοτε εξεφράσθησαν εν τη γλώσση του λαού, ευγενεστάτη ως πάσα γλώσσα δι’  ής ελάλησεν η ποίησις (… ) Η ποίησις εκείνων ζη και σύγκειται εκ σαρκός και πνεύματος 

Δεν γνωρίζω διατί, εγώ τουλάχιστον, αδυνατώ να διακρίνω την ζωήν  ταύτην και την αρτιότητα και εις τα ποιητικά προϊόντα της καθαρευούσης. Νομίζω ότι το κυριότερον κατόρθωμα της γλώσσης των εφημερίδων και των κοινοβουλευτικών αγορεύσεων είναι να σύρη την ποίησιν εγγύτερον του βαράθρου της πεζότητος (…) 

Η θέση αυτή του Παλαμά, ότι τάχα ποίηση μπορεί να γράφεται μόνο στη δημοτική, έχει ήδη αποδειχθεί τραγικό λάθος. Το ότι πρόκειται περί απίστευτου, μεγάλου, ασυγχώρητου λάθους, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η ποίηση  όλων όσων αναφέρει ως ζώσα στα 1888, έχει πεθάνει προ πολλού, με εξαίρεση λίγους, αναλογικά, εξαίσιους στίχους του Σολωμού. Αυτό ισχύει και για την ποίηση του Παλαμά – γιατί και ο Παλαμάς έκανε το ίδιο έγκλημα εις βάρος της ποίησής του,  έγραψε σε μια δημοτική τεχνητή, ψεύτικη, αποκομμένη από τις ρίζες της γλώσσας, μιμούμενος το αριστουργηματικό δημοτικό τραγούδι χωρίς να είναι λαϊκός, αλλά λόγιος καλλιτέχνης.

Το αποτέλεσμα είναι ότι και η δική του ποίηση, στο σύνολό της σχεδόν, πέρασε στα αζήτητα – όχι γιατί δεν ήταν μεγάλος ποιητής ή δεν είχε ενδιαφέροντα θέματα, αλλά γιατί η γλώσσα που χρησιμοποίησε ήταν  φτιαγμένη στα επαρχιακά ψευτοεργαστήρια του δημοτικισμού και δε μπόρεσε, πολύ φυσιολογικά, ούτε να σηκώσει το βάρος, ούτε να αντέξει στο χρόνο. Όλοι αυτοί οι ποιητές είχαν τη λανθασμένη και καταδικαστικά δογματική αντίληψη ότι η ψεύτικη γλώσσα στην οποία έγραφαν ποίηση ήταν, τάχα, η γλώσσα του λαού! Κι όχι μονάχα αυτοί: Δυο από τα πολλούς νεότερους, που κατέστρεψαν τις δυνατότητες τους να γράψουν μεγάλη ποίηση, που να αντέξει στο χρόνο, επειδή πίστεψαν ότι έγραφαν στη γλώσσα του λαού, είναι οι Άγγελος Σικελιανός και Νίκος Καζαντζάκης.

Αντίθετα, η ιδιοφυία και το γερό ένστικτο του Ανδρέα Κάλβου, τον προστάτεψε από μια τέτοια ολέθρια για την ποίησή του επιλογή – να γράψει στην τραγικά φτωχή και ανέτοιμη δημοτική της εποχής του.  Η επιλογή αυτή του στέρησε την δημοφιλία που απόλαυσαν εν ζωή οι σύγχρονοί του και οι νεότεροι ποιητές, αλλά, ας δούμε για περισσότερο από έναν αιώνα, ποιοι και πόσοι ποιητές πριν τον Καβάφη (κι αυτού το αλάθητο ένστικτο τον προφύλαξε από τη φτώχεια της δημοτικής του καιρού του ) διαβάζονται σήμερα: εκτός από τον Ανδρέα Κάλβο κανείς, με εξαίρεση λίγους στίχους του Σολωμού και του Παλαμά! Αντίθετα, η ποίηση του Ανδρέα Κάλβου όχι μόνο ζει, αλλά και χαίρει …άκρας υγείας!

Ας επιστρέψουμε, όμως, στη διάλεξη του Παλαμά. Λέει, για τη γλώσσα του Κάλβου:

Αλλ’ ο ποιητής, του οποίου το εγκώμιον θέλω ήδη να πλέξω ενώπιον υμών, δικαίως δύναται τις να παρατηρήσει ότι δεν έγραψεν εις την γλώσσαν του λαού, την οποίαν δια τόσω ζωηρών χρωμάτων εξαίρω. Ναι’ είναι αληθές ότι ο Κάλβος προς τους ποιητάς της Ιονίου σχολής συνδέεται μάλλον δια της γεννήσεως  ή δια της γλώσσης αυτού. Αλλ’ ο ποιητής των Ωδών, κατέχων εξαιρετικήν όλως θέσιν εν τη ιστορία της νεοελληνικής φιλολογίας, εξαιρετικώς πρέπει να κριθή. (… ) Μεταχειρίζεται γλώσσα αχαλίνωτον και ακανόνιστον, εν ή το στιλπνόν μάρμαρον της αρχαίας χρωματίζεται συνήθως ως έμψυχον εκ της καθομιλουμένης. Αλλ’ αν η τοιαύτη γλώσσα καθιστά εν πολλοίς δυσπρόσιτον την ποίησίν του, η αρχαία Μούσα παρέχει σχεδόν εις πάντα στίχον αυτού ασυνήθη χαρακτήρα, μακράν παντός κινδύνου κοινοτοπίας και πεζολογίας.

Ο Παλαμάς βρίσκεται μπροστά σε ένα μεγάλο δίλλημα: Πως είναι δυνατόν να είναι μεγάλη και θαυμαστή η ποίηση του Κάλβου, ενώ δεν είναι γραμμένη στη γλώσσα του λαού, ως οφείλει να είναι κάθε καλή ποίηση; Το δίλλημα βέβαια είναι ψευδές διότι, όπως είπαμε ήδη, η δημοτική του 1820,  στην οποία έγραψαν την ποίησή τους οι άλλοι Επτανήσιοι, δεν ήταν καθόλου η γλώσσα του λαού, αλλά ένας φτωχός και αδέξιος μιμητισμός της δημοτικής ποίησης – μόνο που χρειάστηκαν υπερβολικά πολλές δεκαετίες για να συνειδητοποιήσουν οι ποιητές το αδιέξοδό της και να την εγκαταλείψουν οριστικά. 

Ο Παλαμάς, λοιπόν, κάνει ένα λάθος – στο οποίο τον οδηγεί η δημοτική δογματική του: η ποίηση του Κάλβου δεν είναι καθόλου δυσπρόσιτη εξαιτίας της γλώσσας! Όπως κάθε μεγάλη ποίηση, ανεξάρτητα από το γλωσσικό ιδίωμα που χρησιμοποιεί ο ποιητής, θέλει τον τρόπο του …αναγνώστη. Ας πούμε, η ποίηση του Παναγιώτη Σούτσου, δεν είναι καθόλου δυσπρόσιτη – κι ας είναι γραμμένη σε καθαρεύουσα. Και η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη είναι, πολλές φορές, δυσπρόσιτη, κι ας είναι γραμμένη στη γλώσσα του λαού! Αλλού βρίσκεται ο κόμπος…

Ο καλός μας Παλαμάς λύνει, δήθεν, το θεωρητικό πρόβλημα, με το κλασσικό εύρημα του από μηχανής θεού: Η αρχαία Μούσα, λέει, φρόντισε να ταιριάξει τα αταίριαστα… Έτσι, μπορεί να συνεχίσει να θαυμάζει χωρίς τύψεις την ποίηση του Κάλβου και να εξακολουθεί να πιστεύει στη δημοτική ως μοναδική και υποχρεωτική γλώσσα της ποίησης: Και την πίττα αφάγωτη – και το σκύλο χορτάτο!

*

Στη συνέχεια ο Παλαμάς αρχίζει να ξετυλίγει τη ζωή και τον χαρακτήρα του Κάλβου, χρησιμοποιώντας όσες πηγές ήταν τότε γνωστές – και αναπαράγοντας διάφορα λάθη και ανακρίβειες. Όπως ότι μετά την έκρηξη της επανάστασης ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα στα 1921, αλλά απελπίστηκε από τις διχόνοιες των επαναστατών και έφυγε πάλι στο …Παρίσι. Όπως ότι, στα 1826, επιχείρησε να διοριστεί στην Ακαδημία από τον Γκίλφορντ, αλλά απέτυχε. Όπως ότι  παραιτήθηκε από τη θέση του καθηγητή στην Ιόνιο Ακαδημία, διότι τάχα δεν ανεχόταν να ακούει επευφημίες υπέρ άλλων καθηγητών – και ειδικότερα υπέρ του άμεσου ανταγωνιστή του Οριόλι.  Όπως ότι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, με υπερβολική δόση οπίου, αλλά σώθηκε την τελευταία στιγμή, μετά από επέμβαση φίλων – κάτι που δεν επιβεβαιώνουν οι νεότεροι ερευνητές. Όπως ότι αναχώρησε στα 1859 – το σωστό είναι στα 1852 – από την Κέρκυρα πάσχων τους οφθαλμούς και κατατρυχόμενος εκ των θλίψεων –  και ότι περί το τέλος του βίου του συνήψε δεύτερον γάμον – ενώ έζησε με την Σαρλότ – Αυγούστα τουλάχιστο μια εικοσαετία. Όπως ότι πέθανε στο Λονδίνο, ενώ πέθανε στο Λάουθ.

*

Ταυτόχρονα ο Παλαμάς, δεινός κριτικός, κάνει πολλές αξιόλογες παρατηρήσεις για την ποίηση του Κάλβου.

Είναι ο κατ’  εξοχήν ψάλτης της Αρετής, κατανοών ταύτην ουχί υπό την χριστιανικοτέραν εκδοχήν του ασκητισμού και της ταπεινότητος, αλλ’ υπό τας δύο καλλίστας αυτής μορφάς, την Ανδρείαν και την Δικαιοσύνην.

Αι Ωδαί αποτελούσι λυρικόν οίον μεθ’ ενότητος σύνθεμα, περιέχον αρχήν, μέσην και τέλος, και ανακυκλούμενον περί την αυτήν κεντρικήν ιδέαν.

Αλλά το στοιχείον του Κάλβου είναι η θάλασσα. Επί των γλαυκών κυμάτων της Μεσογείου νήχεται η ωδή του, ως ατίθασος Γαλάτεια. Δια τα χλωρά, μοσχοβολούντα νησιά του Αιγαίου Πελάγους, ευτυχισμένα χώματα, όπου η χαρά και η ειρήνη πάντα εκατοίκουν, επιφυλάσσει τας ωραιοτέρας στροφάς του και είναι ο κατ’  εξοχήν υμνογράφος των νήσων του Αιγαίου (… )

Ο Κάλβος περιέβαλε την ποίησιν αυτού ιδιόρρυθμον, σχεδόν αυθαίρετον ένδυμα  (σημ: η ποιητική του ιδιοφυία ξεκινάει ακριβώς από αυτή την ιδιορρυθμία… ) Ουδείς εξύμνησεν ορθοδοξώτερον αυτού την ελληνικήν επανάστασιν, και όμως οι στίχοι του κρίνονται ως στίχοι σχισματικού και αιρεσιάρχου.

Αλλ’ η Μούσα του Κάλβου ανεφάνη ως ζώσα διαμαρτύρησις εναντίον των δημοτικών ρυθμών (σημ: κι όμως, πολλές φορές αναφύονται στις στροφές του Κάλβου άψογοι δεκαπεντασύλλαβοι, όπως παρατήρησε ο Σεφέρης )  των γνωρίμων μέτρων και της διασκεδαστικής ομοιοκαταληξίας. Είναι αναμφισβήτητον ότι η μελέτη της ιταλικής ποιήσεως αρκούντως υπεβοήθησεν αυτόν εις την επανάστασιν κατά του στιχουργικού καθεστώτος. Αλλ’ όπως και αν εδημιούργησε τη μετρικήν του, και άλλοθεν αν παρέλαβε τας βάσεις της, το αληθές είναι ότι πρώτος και μόνος εφήρμοσεν αυτήν εν τη καθ’ ημάς ποιήσει. (σημ: το αληθές είναι ότι είχε έναν τουλάχιστον μιμητή, στις μέρες του, ενώ και ο Κώστας Καρυωτάκης, πολύ αργότερα, συνέθεσε μιαν Ωδή, κατά το Κάλβειο σύστημα, προς τιμήν του. Ο Τέλλος Άγρας αναφέρει πως ο Σωτήρης Σκίπης γοητευμένος έγραψε σε κάλβεια μέτρα μια ολόκληρη ποιητική συλλογή )

(… ) οι ρυθμοί του Κάλβου εξεγείρουσι βαθέως την σκέψιν και μοι παρέσχουσιν αισθητικήν απόλαυσιν εκ των σπανιωτέρων (… ) Δια να εκτιμήσωμεν ακριβέστερον το ρυθμικόν κάλλος της ποιήσεως του Κάλβου, (… ) ανάγκη να λησμονήσωμεν προς στιγμήν τη συνήθειαν, και να θέσωμεν σε ενέργειαν ολίγον τι και τον νουν. Πρέπει πρώτον να κρίνομεν και έπειτα να αποφανθώμεν, δια τον λόγον ότι και ο ποιητής δια της κρίσεως διεμόρφωσεν ούτω τα μέτρα του, μεταχειρισθείς αυτά ουχί μηχανικώς, αλλά εκ φιλοσοφικής, ως ειπείν, αντιλήψεως, ως μάλλον ανταποκρινόμενα προς τα βίαια κινήματα της ψυχής, προς της ωδής τας ατάκτους πτήσεις, προς το λυρικόν ύφος.

Μπορεί σήμερα να μας φαίνεται παράλογο να γίνεται τόση συζήτηση για το μέτρο, αλλά στις εποχές που πέρασαν, τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Ο Κάλβος το ήξερε, το περίμενε – και προφητικά έγραφε, στην έκδοση των Ωδών:

Η αρμονία της περιόδου είναι αναγκαία όχι μόνον ως αποτελεσματικόν μέρος της ποιήσεως, αλλ’ ακόμη ως μέσον το οποίο μας ελευθεροί από τη βαρβαρότητα των ομοιοκαταλήξεων, και συνίσταται εκ της κατασκευής των στίχων, εκ της αυτών ποικιλίας και εκ της τομής του μέτρου. Οι κανόνες αυτής όντες πολλοί από πολλούς μ’ ακρίβειαν και εκτεταμένως εξηγημένοι, δεν έχουσιν χώραν εις την σημείωσιν ταύτην. Τα όσα είπα είναι αρκετά προς τους αναγιγνώσκοντας τας ωδάς μου. Τα δε άλλα τα κρίνω περιττά δια τους αληθείς ποιητάς και περιττότερα δια τους αντιποιουμένους μεν των Μουσών την ευμένειαν, καταδικασμένους δε από την φύσιν εις άλλην τινά υπουργίαν.

Παρ’ όλο που ο Κάλβος το είχε προβλέψει, δε μπόρεσε να το αποτρέψει: οι αντιποιούμενοι των Μουσών την ευμένειαν, καταδικασμένοι δε από την φύσιν εις άλλην τινά υπουργίαν, ήταν πολλοί, ισχυροί και ακλόνητοι πίσω από την παντοδύναμη αυτοπεποίθηση του ξερόλα: Τους ενοχλούσε το μέτρο του Κάλβου – λες και έπαιρναν μυρωδιά έστω από αυτή καθ’ αυτή την ποίησή του… Σα να σου δείχνει κάποιος το φεγγάρι κι εσύ να προσηλώνεις όλη σου την προσοχή και την ευαισθησία και την κριτική ικανότητα στο …δάχτυλο!

Αλλά, ας επιστρέψουμε στον καλό Παλαμά – και στην περίφημη διάλεξή του:

Ίσως έχω άδικον’ αλλά δεν δύναμαι να αποσιωπήσω ότι αι ωδαί του Κάλβου όχι μόνον κόσμον αψόγου ποιήσεως, αλλά και νέον κόσμον αρμονίας διήνοιξαν ενώπιον εμού.

(… ) Αλλά τοιαύτας εκβιάσεις (… ) δεν υφιστάμεθα εκ των στίχων του Κάλβου, οίτινες, αν δεν αναπαύωσιν ακόπως την ακοήν, αλλά πλήττουσιν αυτήν, ευρείς και άνετοι, αδέσμευτοι  και μεγαλοπρεπείς, εξόχως εκφραστικοί και ευαρμοστούντες προς το θέμα όπερ αναπτύσουσιν. Ενούμενοι εν τω μέτρω, ποικίλλουσιν εν τω ρυθμώ, φέρουσιν αμυδρώς την ανάμνησιν των μεγάλων μουσικών συνθέσεων, αίτινες δεν κανονίζονται προς χορούς και προς ασμάτια, και εν τη φαινομενική των ασυμμετρία είναι διασκευασμένοι σοφώς. Εκ τούτων οι μεν χωρούσιν ηρέμα και σεμνότερον, οι δε εκχύνονται βιαίως, ανάπαιστοι ορμητικοί, παθητικώτεροι, μέχρις ου εκπνέουσιν εις τον εν τέλει της στροφής πεντασύλλαβον, ως το κύμα εκπνέει επί της ακτής. Αι συνιζήσεις απαλύνουσαι καμπυλούσι τους στίχους, προσδίδουσαι εις αυτούς την χάριν βαθυκόλπων παρθένων, και η εύηχος εκάστοτε αναλλαγή των φωνηέντων και των διφθόγγων – παρά το ασύνηθες πολλών λέξεων και φράσεων – τους απαλλάττει σχεδόν εξ ολοκλήρου των αφορήτων χασμωδιών. Και εν τω διακυμαινομένω ρυθμώ του ποιητού από της πρώτης μέχρι της τελευταίας ωδής νομίζεις ότι αποτυπούται αυτή η πατρίς διακυμαινομένη μεταξύ αγωνιών και ελπίδων, θριάμβων και αποθαρρύνσεων.

Αυτό είναι κριτική – να λέγεται ότι οι στίχοι διαθέτουν την χάριν βαθυκόλπων παρθένων… Αλλά, τι κρίμα, που δεν ακούστηκαν αυτά όσο ζούσε ο ποιητής, από τους συντοπίτες του Επτανησίους, οι οποίοι παρέμεναν προσηλωμένοι αποκλειστικά στα λαϊκότερα, όντως, θέλγητρα της Σολωμικής ποίησης…

Ο Παλαμάς συνεχίζει: 

Αλλ’ ακούω τινά λέγοντα: Έστω’ σοφώτατος είναι ο ρυθμός των Ωδών, ο Κάλβος είναι ο Αλλάχ και συ είσαι ο προφήτης αυτού. Αλλ’ άνευ των αυστηρώς ομοειδών ρυθμών, άνευ της κανονικής τομής, άνευ της ομοιοκαταληξίας και της πεφωτισμένης χρήσεως αυτής, τι μένει εις τον ποιητήν; Η τέχνη κατά μέγα μέρος δεν είναι άλλο τι παρά υπερνίκησις δυσκολιών’ και ο ποιητής, ως ο γλύπτης, πρέπει να εργάζεται επί σκληρού μαρμάρου, ουχί δ΄επί ευπλάστου αργίλου. Η ένστασις με καταλαμβάνει απροσδοκήτως, και σπεύδω ν’  απαντήσω: Ίσως δεν έχετε άδικον, κύριε. Ναι, τα μέτρα του ποιητού μου ελευθεριάζουσιν. Αλλά σημειώσατε καλώς τούτο, Κύριε’ τοιαύτα μέτρα δεν ανέχονται ουδ’ επ’ ελάχιστον την μετριότητα, αποκαλύπτοντα αυτήν εν όλη της τη ειδεχθεία. Τετριμμένα νοήματα δύνανται να εμφανισθώσιν υπό καινοφανή μορφήν εν ρυθμώ βαίνοντι φιλοκάλως επί το χωρευτικότερον και να θέλξωσι περισπώντα την προσοχήν δια της ευτυχίας των ομοιοκαταληξιών. Αλλ’ εν τω ρυθμώ του Κάλβου, εν τω οποίω τα νοήματα βαίνουσιν κατ’ ευθείαν προς την ψυχήν, άνευ τινός περισπασμού, ειμή του εκ της γλώσσης αλλοκότου – όχι πάντοτε- μέτρια και κοινά ποιήματα καθίστανται ανυπόφορα, χειρότερα και του χειροτέρου πεζού λόγου. Θέλετε να δανεισθήτε τα μέτρα του Κάλβου; Δανεισθήτε πρώτον την έμπνευσιν αυτού, αν δύνασθε.

Αλλά, η γλώσσα παραμένει το μεγάλο αγκάθι.

Αλλ΄εις τίνα γλώσσαν έγραψεν; Εις την καθαρεύουσαν; Εις την δημοτικήν; Δύσκολος η απάντησις (… ) Ακριβώς ειπείν ο Κάλβος δεν είναι χυδαϊστής, ούτε οπαδός του Δούκα, ούτε ακολουθεί την οδόν ήν εχάραξεν ο Κοραής. Μάλλον δε των ποικιλωνύμων σημαιοφόρων των περί γλώσσης αρχών φαίνεται ακολουθών -χωρίς να το γνωρίζη ίσως- τον γάλλον Μερσιέ, συγγραφέα λεξικού νεολογισμών κατά τας αρχάς του παρόντος αιώνος, αρνούμενον πάσαν αυθεντίαν, προκειμένου περί γλώσσης, και σοβαρώς αποφαινόμενον ότι l’ home pensant ne connait d’ autre autorite que son propre genie.

Ο Κάλβος, ως αληθής ποιητής, δίδει πολλήν σημασίαν εις το επίθετον, το χρωματίζον τον λόγον και εμψυχούν τα πράγματα’ ουδέν σχεδόν επίθετον απαντάται εν αυτώ χυδαίον, τουτέστιν ώχρουν και τετριμμένον’ ο αρχαϊσμός του Κάλβου εκδηλούται προ παντός εν τη εκλογή του επιθέτου, όπερ ως επί το πλείστον δανείζεται εκ της αρχαίας (ακάμαντα, αβροσίοδμα, λύσιον, πρόνοος, υψηλοκάρηνος κτλ ) Αγνοεί ή καταφρονεί το ακένωτον θησαυροφυλάκιον των επιθέτων της δημώδους. Και παρ’ αυτά μεταχειρίζεται ονόματα ουσιαστικά και ρήματα και μόρια  εκ του λεξικού του λαού (ποτάμι, λαγκάδι, αέρας, γελάει, κουφοβροντάει, άρματα, αμμή, άμμετε, άμποτε). (… ) προτάσσει εκάστοτε του επιθέτου το ουσιαστικόν (… ) τρέφει ιδιάζουσαν σημασίαν προς τα ασυναίρετα (… ) λέξεων τινών αφ’ ενός βιάζει την εύχρηστον σημασίαν, εγκαθιστών την απωτέραν, και λέξεων τινών αφ’ ετέρου επιδιώκει τον σχηματισμόν όλως ιδιοτρόπως (… ) Σπανιώτερον διαπράττει και βαρύτερα έτι’ διπλασιάζει τους μετοχικούς παρακειμένους, παρενθέτει λέξεις εκπληττούσας, υπερπηδά την γραμματικήν και λησμονεί το συντακτικόν. (… ) έχων δ’ υπ’ όψιν την γλωσσικήν αναρχίαν, ήτις απ΄αιώνων κρατεί παρ’ ημίν, δεν κρίνω άξιον θανάτου τον ποιητήν δια την γλώσσαν του, ήτις, όσον αν εκτρέπεται εις υπερβασίας, ουδέποτε καταπίπτει εις χυδαιότητα και είναι ως κόσμος τις πλαττόμενος και ημιχαώδης. Σημειώ δε, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, ότι την γλώσσαν δεν αποκαλώ χυδαίαν κατά λόγον του δημώδους ή του καθαρεύοντος αυτής, αλλά κατά λόγον του ποιητικού ή αντιποιητικού αυτής’ διάκρισις ουσιωδώς διαφέρουσα της εν χρήσει.

Αλλά και τα περί τα μέτρα τολμήματα και τα περί την γλώσσαν ολισθήματα εξαγνίζει το ύφος’ ύφος αγνού λυρικού ποιητού, στερρώς συγκρατουμένου εκ των υγιών παραδόσεων. Εν τοις στίχοις του Κάλβου διαλάμπει,  ως άπεφθος χρυσός, ο Λυρισμός, περιβεμλημένος εν τη συνθέσει καθαρώτατον το αρχέτυπον ένδυμα. Υπό φαντασίας υψηλής επροικίσθη’ μετάρσιος ψαύει τα άστρα, αλλά δεν χάνεται εις τα νέφη, και ποτέ δεν χάνει από των οφθαλμών του την γην. (… ) ουδέποτε υπό το πρόσχημα δήθεν της εμπνεύσεως καταλείπει ακανόνιστον την φαντασίαν του (… ) Πτερωτός είναι ο Πήγασος, αλλά κοσμείται συγχρόνως και υπό χρυσού χαλινού (… ) Δια τούτο αι ωδαί του Κάλβου δεν έχουσιν ουδέν το τερατώδες και συμφυρματικόν. Ο ποιητής αγαπά την αλήθειαν και την ζωήν (… ) Εκ του εξωτερικού κόσμου παραλαμβάνει ευκρινή σχήματα, ως αι γραμμαί των ελληνικών ορέων, λαμπρά χρώματα, ως ο χρυσός και η πορφύρα νεφελώδους δύσεως (… ) Και τολμών ισχυρίζομαι ότι την ελληνοπρέπειαν της ποιήσεώς του συνιστά  μάλλον η μέθοδος  δι ης εκτυλίσσει το θέμα, ή αυτό το θέμα. (… ) Ο ποιητής συμπυκνοί και τας ρευστοτέρας εννοίας. Αντλεί επί της παλάμης του ύδωρ και το ύδωρ μεταμορφούται εις κρυσταλλίνην σφαίραν. Της εργασίας ταύτης ουδέποτε ημέλησεν ο Κάλβος. Τα νοήματα αυτού εκφράζει εικονικώς και συγκεκριμένως, και αυτούς τους κοινούς τόπους ανακαινίζει δια της δυνάμεως και του ευρύθμου της εκφράσεως. Τα ποιήματα αυτού δεν ομοιάζουσι προς στιχουργημένα πατριωτικά άρθρα και εμμέτρους προκηρύξεις οπλαρχηγών.  

Και μια τελευταία παρατήρηση από τον Κωστή Παλαμά, με αφορμή την παράθεση στίχων από την ωδή Εις το Σούλι:

Η ωδή αύτη μοσχοβολέι χριστιανικόν λίβανον, ως δεικνύουσιν οι σταυροφόροι και ρομφαιφόροι άγγελοι και αι υπερνέφελαι ψυχαί των δικαίων, αίτινες επιφαίνονται εν αυτή. (σημ: μάλλον πρόκειται για παρεξήγηση: ο Κάλβος ποτέ μα ποτέ δεν αναφέρει τις λέξεις Χριστός, Αγία Τριάς, Άγιον Πνεύμα κλπ, ούτε εισάγει στην ποίησή του το παραμικρό στοιχείο από την Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση. Είναι γεγονός ότι αναφέρεται ελάχιστες φορές ο σταυρός, με προφανή μια αμιγώς πολιτική αφετηρία. Είναι επίσης γεγονός ότι στην ποίησή του ανιχνεύονται, σε λίγα σημεία, επιρροές από την Εβραϊκή Παλαιά Διαθήκη ) Αλλά προ του θεού των χριστιανών ο Κάλβος δεν κατανύσσεται τόσον όσον προ των μακάρων της ελληνικής πολυθεΐας’ τα κάλλη του παραδείσου δεν θαμβούσιν αυτόν όσο τα ύψη του Ολύμπου. Η ποίησις του  Κάλβου εξυμνεί την επανάστασιν, εκπροσωπούσα την ελληνικήν παράδοσιν. Ιδεώδες αυτής είναι αι Αθήναι, όχι το Βυζάντιον. Τουναντίον εν τω Σολωμώ εκφαίνεται  ζωηροτέρα η επίδρασις της βυζαντινής παραδόσεως.

Ίσως ήταν κι αυτός ένας άδηλος λόγος, για τον οποίο ο Κάλβος έμεινε τόσο πολύ καιρό αγνοημένος: η Ορθόδοξη Εκκλησία, ο μονιμότερος και ίσως ο  σημαντικότερος θεσμός εξουσίας στην Ελλάδα – και πριν και μετά την Επανάσταση του ’21 – αναγνώριζε σ’ αυτόν έναν εξ όσων δεν είχαν την παραμικρή πρόθεση να ενταχθούν στο ποίμνιον – και να μπουν στο μαντρί…

Η ποίησις της νέας Ελλάδος δεν εγεννήθη, όχι, εις τον Βόσπορον (… ) ουδεμία πόλις (… ) δύναται να προτάξει εαυτήν ως πατρίδα της νεοεεληνικής ποιήσεως. Πολύ πριν αντιχήσωσιν εν ταις αιθούσαις της Κωνσταντινουπόλεως οι στίχοι του Χριστοπούλου, η εθνική ποίησις ελάνθανε δρέπουσα εις τας αρκαδικάς κοιλάδας τα ευοσμότερα των ανθέων, ρυθμίζουσα επί των βουνών της Ηπείρου τα βήματα του κλέφτου, και ως θείον πνεύμα εφέρετο άνωθεν της αβύσσου της δουλείας. (σημ: διαπιστώνουμε ότι ο Παλαμάς, με το καθαρό κριτικό του βλέμμα, προσδιορίζει ως πολιτισμική πρωτεύουσα του νέου ελληνισμού όχι την Πόλη και το Φανάρι, αλλά τις ελληνικές επαρχίες: εκεί ακριβώς όπου χτυπούσε η καρδιά της νέας ελληνικότητας – εκεί ήταν πολύ φυσικό να λάμψει και η νεοελληνική ποίηση! ) Αλλ’ εις τον ερωτώντα που εγεννήθη, όχι η ποίησις, αλλά που ανεφάνησαν το πρώτον οι ποιηταί (… ) οι οδηγοί (… ) αδιστάκτως θα ονόμαζον την πατρίδα του Σολωμού και του Κάλβου, το άνθος της Ανατολής, εκ των καλύκων του οποίου εξεχύθη το άρωμα της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως. Είναι η Ζάκυνθος (… )

*

Η ευχή του ποιητού δεν εξεπληρώθη’ ο Κάλβος υπέστη πικρόν τον θάνατον εν τη ξένη. Και να παρετείνετο η ζωή υπό το μνήμα, ο ψάλτης του Ωκεανού, θα συνησθάνετο μυριοπλάσιον την πικρίαν, βλέπων το όνομά του καταπινόμενον εν των ωκεανώ της λήθης. Αλλά μη προδικάζωμεν.

Η νεωτέρα Ελλάς ηυτύχησεν εις ποιητάς αξίους του ονόματος’ αλλά δια λόγους ους δεν είναι του παρόντος να αναπτύξωμεν (σημ: ο κατάλληλος χώρος και χρόνος για την ανάπτυξη αυτού του θέματος, ήταν από τότε δύσκολη υπόθεση… ), δεν έλαβεν ακόμα καιρόν να διακρίνει αυτούς από των αναξίων, οίτινες πολλάκις δρέπουσι τους δι’ άλλους προωρισμένους καρπούς (… ) Ό,τι συνέβη ήτο αναπόδραστον. Η ποίησις του Κάλβου δημοτικωτάτη καθ’ ύλην, εγένετο κατ’  εξοχήν αριστοκρατρική δια της αρχαιοπρεπείας του είδους αυτής. Το καινοφανές του ρυθμού επέτεινεν την αντιδημοτικότητά αυτής και το αλλοπρόσαλλον της γλώσσης συνετέλεσεν εις την προγραφήν της. (… ) Και πώς να μην πληρώση ακριβά την τόλμη του ο Κάλβος, θρασύς, καινοτόμος, απαρνητής των πατρώων θεών και των λαϊκών παραδόσεων; Και πώς να μη λησμονηθή ο πτωχός, αλλ’ υπερήφανος ποιητής, ο ζήσας, σιγήσας προώρως και αποθανών μακράν της Ελλάδος, απρόσιτος και εν τη ξενητεία, ως εν τοις στίχοις αυτού; (… )

Ο Κάλβος ανήκει εις το γένος εκείνων οίτινες έρχονται και παρέρχονται ίνα δικαιωθώσι μετά θάνατον. (… ) Διότι εξ αναποδράστων λόγων παρεγνωρίσθη εν τη κοινή συνειδήσει, δυσκολεύομαι να πιστεύσω ότι είναι ανάξιος της αθανασίας.

* 

Ζωγράφε λαμπερόχρωμε

νησιών, ηρώων, θαυμάτων,

και τεχνίτη αρχαιότροπε

των στίχων των γεμάτων!

 

Απ’ τα σύγνεφα ελεύθερος

σήμερα πέρα ως πέρα

χρυσαπλώνετ’  ο Ήλιος σου

στον αττικόν αιθέρα.

 

Και κελαηδεί στα χείλη μου

η ωδή σου πάντα νέα:

«Φαίνετ’ εις τον ορίζοντα

ωσάν χαράς ιδέα!

                                  (Κωστής Παλαμάς, Ίαμβοι και ανάπαιστοι )