Μια φάση που συνέβη τον Ιούνιο του

2011. Μήπως ο χρόνος, κι εμείς μέσα στο χρόνο, δεν είναι και δεν είμαστε μια απολύτως μυστήρια υπόθεση; Αφιερώνεται σε όσους πιτσιρικάδες και πιτσιρίκες περνούν από την καλύβα.

*

Μάζευα ήλιο με την παρέα, στα γρασίδια του ΤΕΙ, στη Σίνδο. Οι μεγάλες καταλήψεις και οι πορείες και το γενικό χάος είχαν σταματήσει για την ώρα, όταν ο πρωθυπουργός Παπανδρέου, ο θλιβερός ΓΑΠ, προκήρυξε πρόωρες εκλογές, μιας και δε μπορούσε να συμμαζέψει την κατάσταση, ούτε με τις παρόλες, ούτε με τη βία. Αλλά μη ζητάτε να σας πω περισσότερα γι’ αυτό, η πολιτική δεν είναι το γούστο μου.

Γουστάριζα τις καταλήψεις και το τζέρτζελο – τρεις ολόκληρους μήνες! Άλλοι άνθρωποι γίναμε – και με το ίντερνετ, οι συναυλίες, τα θεατρικά μας, οι εκθέσεις, τα γκράφιτι, τα βιντεο-άρτ, τα κόλπα όλα ταξίδεψαν σ’ όλη τη χώρα και σ’ όλο τον κόσμο, συναγωνιζόμαστε στα ίσια Αθήνα και Ρώμη και Μαδρίτη, που είχαν παρόμοιες φάσεις, τον ίδιο καιρό! Φίρμες γίναμε, σχεδόν – άλλο που δεν άλλαξε ακόμα τίποτα στη ζωή μας. Ή μήπως άλλαξε;

Αυτή την κουβέντα είχαμε με τα παιδιά, όταν κελάηδησε το φορητό. Ήταν ο Οδυσσέας, από τους σπεύδε βραδέως – και άνοιξα.

«Γειά σου, συντροφάκι…»

«Γειά, ρε Δυσσέα. Τι τρέχει;»

«Είσαι αδερφός, ρε;»

«Είμαι!»

«Τότε μπες στο παπί κι έλα από το μέγαρο!»

«Τώρα;»

«Τώρα! Καίγομαι…»

«Καλά, ρε. Σβήσε κι έρχομαι!»

Το Δυσσέα τον παραδέχομαι – εκτός που είναι πρώτος τυπάς, έχει ένα από τα καλύτερα συγκροτήματα και γράφει παπάδες. Στη Σαλονίκη είναι κιόλας πρώτη μούρη, δε τους βλέπω για πολύ στα πέριξ…

* * *

Φτάνω στο μέγαρο – ένα από τα δεκάδες κτίρια του κέντρου της πόλης που έχουν καταληφθεί ολόκληρα ή κομμάτι, από νεολαία και άστεγους, κάτι που προξενεί ανίατο τραλαλά στους νεοφιλελεύθερους και στον ΓΑΠ – Ιασονίδου και Αγίου Δημητρίου γωνία. Το λένε μέγαρο κοροϊδευτικά, γιατί είναι ετοιμόρροπο. Μπαίνω, αλλά γυρίζω και κάνω το σήμα με το δάχτυλο κάθετο, στην κάμερα απέναντι. Βάλανε παντού, είναι τόσες πολλές που αχρηστεύονται από μόνες τους… Είμαστε τόσοι πολλοί κι εμείς – να κι αν γράφουν, να κι αν δε γράφουν! Στ’ αυτιά μου φτάνουν ήχοι – εντάξει, κάνουν πρόβα στο υπόγειο. Κατεβαίνω, σπρώχνω τη σιδερένια πόρτα. Μόλις έχουν αρχίσει ένα κομμάτι, που το ακούω για πρώτη φορά:

Τόσα άστρα και γω
να λιμοκτονώ…

1.jpg

Χρωματίζω πουλιά
χάρτινα πουλιά
και περιμένω
να κελαηδήσουν
γιατί χειμώνιασε…

Είναι ροκιά – και δεν είναι… Ο Δυσσέας έχει δικό του ήχο, αλλά αυτό το πράγμα ξεφεύγει. Πολλά έγχορδα ξεχύνονται από τον υπολογιστή – και τα κρουστά δυνατά. Τραγουδάει και παίζει ηλεκτρική, ταυτόχρονα.

Τόσα άστρα κι εγώ
να λιμοκτονώ…

Κάνε λοιπόν, Κύριε,
να ‘χει κανείς ένα φίλο…
Δος του ένα σκυλί
ή ένα φανάρι του δρόμου
γιατί χειμώνιασε…

Η ηλεκτρική σολάρει με γκάζια, αλλά ξανάρχεται το χρωματίζω πουλιά… και το κομμάτι σβήνει απαλά. Με χαιρετάνε όλοι – οι πέντε του συγκροτήματος με δυνατά high five – και δυο κοπελιές που τις έχουν για τα φωνητικά ανασηκώνοντας ελαφρά το αριστερό τους φρύδι.

*

«Είναι κάτι φρέσκο, συνδυάζει τραγούδι και ποιητικό λόγο… δηλαδή χρειαζόμαστε κι έναν, ας πούμε, αφηγητή. Ο μαλάκας που είχα, πλακώθηκε και είναι οφ, στα σπιτάλια… Θα τα πεις εσύ!»

«Με δουλεύεις, ρε;»

«Τσου. Αύριο βράδυ, λέμε, έχουμε συναυλία στο μεγάλο αμφιθέατρο της Νομικής!»

«Τι έκανε, λέει;»

«Μη γίνεσαι ΓΑΠ, κούλαρε! Σε σκέφτηκα, γιατί σε είχα δει σε κείνη την παράσταση και η φωνή σου μου κάνει. Ποιόν θέλεις να φωνάξω, το Χριστόφορο Παπακαλιάτη;»

Όλοι γελάνε, οι κοπελιές δυνατότερα, εγώ δε γελάω – γιατί ακόμα δεν το έχω πιάσει καλά το θέμα. Μάλλον, επειδή όσο το πιάνω, τόσο με ζώνουν τα φίδια…

«Πάμε το πρώτο κομμάτι που ακούγεσαι. Δες στην οθόνη, τα δικά σου είναι με τα italics, όταν σου κάνω νόημα, μπαίνεις!»

Δεν προλαβαίνω να διαβάσω τα λόγια μου καλά καλά, ο Δυσσέας αρχίζει αμέσως, με μια ήσυχη μελωδία από την ακουστική κιθάρα:

Και να που φτάσαμε εδώ
χωρίς αποσκευές
μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι…

Με το που τελειώνει, μπαίνει μια δυνατή φράση από τα έγχορδα και ο Δυσσέας μου κάνει νόημα.

Το λέω, χάλια:

Κι εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο… Φτωχή ανθρωπότητα, δε μπόρεσες ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα… σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος…

Ο Δυσσέας ξαναμπαίνει, με μια απίστευτα όμορφη μουσική φράση:

Αλλά τα βράδια – τι όμορφα που μυρίζει η γη, τι όμορφα, τι όμορφα που μυρίζει η γη…

Αυτή τη φορά νομίζω πως είμαι καλύτερος – τουλάχιστο δεν τραυλίζω:

Βέβαια αγάπησα τα ιδανικά της ανθρωπότητας, αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα… Σκληρός, άκαρδος κόσμος, που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα πάνω απ’ το δένδρο που βρέχεται…

Ξανά, το μαγευτικό θέμα – κι ο Δυσσέας το δίνει λιωμένο, η φωνή του βγαίνει από τα σπλάχνα, ποτέ δεν τον έχω ακούσει τόσο καλό:

Αλλά τα βράδια – τι όμορφα που μυρίζει η γη, τι όμορφα, τι όμορφα που μυρίζει η γη…

Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστία για να μένουν νεκροί για πάντα. Αλλά καθώς βραδιάζει, ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί για ολόκληρη την ανθρωπότητα…

Αλλά τα βράδια – τι όμορφα που μυρίζει η γη, τι όμορφα, τι όμορφα που μυρίζει η γη…

Καθώς μένω στο δωμάτιό μου, μου ‘ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες. Φοράω το σακάκι του πατέρα κι έτσι είμαστε δυο… κι αν κάποτε άκουσαν να γαυγίζω, ήταν για να δώσω έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο…

Αλλά τα βράδια – τι όμορφα που μυρίζει η γη, τι όμορφα, τι όμορφα που μυρίζει η γη…

Κάποτε θ’ αποδίδουμε δικαιοσύνη μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί – σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει, παίρνει το μέρος των φτωχών…

Αλλά τα βράδια – τι όμορφα που μυρίζει η γη, τι όμορφα, τι όμορφα που μυρίζει η γη… δος μου το χέρι σου…

Το κομμάτι τελειώνει – κι εγώ έχω φύγει από το υπόγειο και πλανάρω… Προσγειώνομαι, κοιτάζω το Δυσσέα και ρωτάω με τα μάτια «πως πήγα;» Αυτός γελάει και φέρνει το δείκτη στον κρόταφο – αυτοκτονία! «Θα το στρώσουμε…», λέει, σίγουρος και αισιόδοξος.

*

Στο επόμενο δεν ακούγομαι – το ακούω όμως, ξεκινάει σα μια παλιομοδίτικη μπαλάντα και μετά το αρπάζουν τα πνευστά:

Λοιπόν, τι κάνουμ’ εδώ;
και πότε θ’ αλλάξει ο κόσμος;

Όμως απόψε βιάζομαι,
απόψε
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν’ ακουμπήσω
μια μικρή ανεμώνη…

Α, ωραίο να ‘σαι μονάχος…
να ‘σαστε δυο…
να ‘μαστε όλοι…

*

Διαβάζω στην οθόνη τα λόγια – και δεν πιστεύω στα μάτια μου. Ακούω το συγκρότημα να παίζει μια τρυφερή μελωδία και χαζεύω το Δυσσέα να τραγουδάει με απίστευτη εσωτερική ένταση τους παλιομοδίτικους στίχους του:

Ναι, αγαπημένη μου, ναι,
πολύ πριν να σε συναντήσω σε περίμενα…

Μες στην αγάπη μας
είν’ ένα δροσερό κλωνάρι
ένα σπουργίτι, μια φυσαρμόνικα…

3.jpg

Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά, θυμάσαι;
Μου άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά,
σα να με γνώριζες από χρόνια…

Μες στην αγάπη μας
είν’ ένα δροσερό κλωνάρι
ένα σπουργίτι, μια φυσαρμόνικα…

Ναι, είχες ζήσει πολύ, μέσα στα όνειρά μου, αγαπημένη μου…

*

Ωχ, πάλι στα δύσκολα… Κι αυτό το κομμάτι, μου φαίνεται βουνό… Αρχίζει με πανηγυρτζίδικα πνευστά και αμέσως ο Δυσσέας μου κάνει σήμα να μπω, με το καλημέρα:

Το έθνος μας απειλείται!

Υπέρ βωμών και εστιών!

Μα πρέπει να συντομεύουμε, Εξοχώτατε,
Εξοχώτατε, Εξοχώτατε
Εξοχώτατε, μας περιμένουν για το τσάι…

Ένθα ουκ έστι πόνος, ού λύπη…

Ένας ζητιάνος ξύνει τ’ αχαμνά του
ο άγνωστος στρατιώτης κρυώνει στο χιονόνερο
ο Υπουργός, χειρονομεί
μια γριά σταυροκοπιέται:

«Κύριε των Δυνάμεων…»

Των Δυτικών βέβαια δυνάμεων!

Σκασμός, σκασμός, σκασμός λοιπόν!
Μιλάει ο Υπουργός!

(«μια άγρια, μια γλυκά ο σκασμός!», γράφει η οθόνη… Προσπαθώ…)

Τα γάντια χειροκροτούν
οι φαντάροι παρουσιάζουν όπλα
οι τράπεζες χωνεύουν τη λεία τους
δυο αστυνόμοι τρέχουν
ποιος είναι;
τίποτα, τίποτα
ποιος είναι;
ένας άνεργος
λιποθύμησε
μπορεί και να πέθανε
τίποτα.

Σκασμός, σκασμός λοιπόν, μιλάει ο Υπουργός!

Πρέπει να εξοπλισθώμεν, να διαφυλάξωμεν την ασφάλειαν του έθνους!
Μακάριοι οι πεινώντες και οι διψώντες… ω, σόρρυ, με συγχωρείτε… η ελευθερία της πατρίδος ήθελα να πω…

Τώρα μπαίνουν δυναμικά οι φωνές με ένα επαναλαμβανόμενο SOS… και το κομμάτι ξεφεύγει, σε μια δυναμική, απελπισμένη ροκιά:

Φυσάει, φυσάει απόψε, φυσάει…
τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι, φυσάει
κάτω από τις γέφυρες, φυσάει
μες τις κιθάρες φυσάει…

Ντράμς, ηλεκτρικές, πλήκτρα…

2.jpg

Δος μου το χέρι σου, φυσάει, δος μου το χέρι σου…

«Πως σου φάνηκε, συντροφάκι;»

«Γαμάτο…»

«Είσαι μέσα;»

«Με χίλια!»

«Τζάμι. Πάμε!»

*

Τώρα το ξεκινάνε το πιάνο και οι γυναικείες φωνές. Ο Δυσσέας, δίνει ρέστα:

Έβρεχε ‘κείνο το βράδυ
έβρεχε
ανέβηκα τα σκαλιά
κανείς στην κάμαρα
έβρεχε
έτρεμε στ’ ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα
έβρεχε.
«Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις… αγαπώ άλλον», έγραφε.

Αγαπώ άλλον, αγαπώ άλλον…

Κοντραμπάσσο, ντράμς, πλήκτρα…

Που είσαι;
που να πάω;
φυσάει, κρυώνω…

Οι κοπέλες με τις φωνές τους φτιάχνουν το χαλί, μαζί με το πιάνο… Μου κάνει σήμα και μπαίνω. Στα ενδιάμεσα των φράσεων, ακούγεται κι αυτός.

Δρόμοι λασπωμένοι, κίτρινα φώτα. Ζευγάρια αγκαλιασμένα κάτω απ’ τις ομπρέλες τους.

Σε λίγο θ’ ανάβουνε το φως, θα κοιτάζονται στα μάτια και θα πετάνε από πάνω τους όλη τη μοναξιά τους. Οι φωτεινές ρεκλάμες ανοιγοκλείνουνε τα μάτια τους. Όλα στην εποχή μας διαφημίζονται. Γιατί όχι κι αυτό; ΑΓΑΠΩ, ΑΛΛΟΝ. Με κόκκινα πελώρια γράμματα, θα ‘ταν υπέροχη διαφήμιση. Γιατί όχι κι αυτό; ΑΓΑΠΩ ΑΛΛΟΝ!

4.jpg

Αγαπώ άλλον…

5.jpg

Που είσαι;
που να πάω;
φυσάει, κρυώνω…
που είσαι;

Οι τελευταίοι στίχοι επαναλαμβάνονται, όλο και πιο σπαραχτικά – μέχρι το κρεσέντο, όπου ο Δυσσέας τα δίνει όλα… Αυτό το τραγούδι το αγάπησα με τη μία!

*

Το κομμάτι αρχίζει στ’ αυτιά μου σαν απόηχος ηπειρώτικης πολυφωνίας, αλλά στη συνέχεια ανεβαίνει σε μια δυναμική ροκιά…

Τραγουδάω το τραγούδι μου… τραγουδάω όπως τραγουδάει το ποτάμι…
τραγουδάω όπως γεννιέται κανείς, όπως κρυώνει κανείς…

Τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα, τραγουδάω εσάς
τραγουδάω το αίμα που παντού στη γη είναι κόκκινο, τραγουδάω εσάς…

Οι στίχοι μου φαίνονται κάπως τάχα, αλλά η δύναμη της μουσικής με σηκώνει ψηλά… Τα όργανα (ηλεκτρική κιθάρα, βιολί, κρουστά) σολάρουν το ένα μετά το άλλο, με σύντομες, αλλά δυνατές φράσεις. Αρχηγός!

*

Ο Δυσσέας με κοιτάζει στα μάτια – το ίδιο κάνουν όλοι οι υπόλοιποι, ακόμα κι οι κοπελιές που ως τώρα το ‘παιζαν πολύ υπεράνω.

«Μάγκα, τώρα κοίτα, συγκεντρώσου! Εδώ, πρωταγωνιστεί ο λόγος… ανάμεσα θα μπαίνω εγώ, με φράσεις από τα τραγούδια που άκουσες ήδη – ή μικρές μουσικές γέφυρες. Ή το απογειώνεις ή το σκοτώνεις…»

«Μη μου λες τέτοια…»

«Μη μασάς… Φύγαμε!»

Φύγαμε… Ξεκινάω:

Ήταν ένας νέος ωχρός. Καθόταν στο πεζοδρόμιο. Χειμώνας. Κρύωνε. Τι περιμένεις; του λέω. Τον άλλο αιώνα, μου λέει.

που να πάω;

Όσο για μένα έμεινα πάντα ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων. Αλλά, ποιος σήμερα ν’ αγοράσει ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς;

χρωματίζω πουλιά
και περιμένω
να κελαηδήσουν…

Κάποια μέρα δεν άντεξα. Εμένα με γνωρίζετε, τους λέω. Όχι, μου λένε. ‘Ετσι πήρα την εκδίκησή μου. Και δε στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους…

τραγουδάω όπως τραγουδάει το ποτάμι…

Κι ύστερα στο νοσοκομείο που με πήγαν βιαστικά – τι έχετε μου λένε – εγώ; εγώ τίποτα, τους λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μας μεταχειρίστηκαν μ’ αυτό τον τρόπο…

Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι: τους συγχωρώ έναν έναν όλους. Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα… Αλλά εκείνη, αρνείται…

6.jpg

όμως απόψε βιάζομαι,
απόψε
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν’ ακουμπήσω
μια μικρή ανεμώνη…

Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου… ονειρεύτηκα πολύ… έτσι ξέχασα να ζήσω…

Μόνο καμιά φορά μ’ ένα μυστικό που το ‘χα μάθει από παιδί ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε. Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν το όνειρο στα παιδιά και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ’ τους αγγέλους. Ζήσαμε πάντοτε αλλού… Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε – για λίγο. Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί…

SOS, SOS, SOS…

Φυσάει, φυσάει απόψε, φυσάει…
τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι, φυσάει
κάτω από τις γέφυρες, φυσάει
μες τις κιθάρες φυσάει…

Δος μου το χέρι σου, φυσάει, δος μου το χέρι σου…

Και τέρμα!

* * *

Ο δίσκος ΦΥΣΑΕΙ κυκλοφόρησε το 1993 και συγκαταλέγεται ανάμεσα στους εκατό καλύτερους από καταβολής της ελληνικής δισκογραφίας – αν την επιλογή την κάνω εγώ. Τη μουσική έγραψε ο Γιώργος Τσαγκάρης, πάνω σε παμπάλαιους στίχους του Τάσου Λειβαδίτη. Τραγουδάει μοναδικά, στην πιο ευτυχισμένη στιγμή της καριέρας του, ένας συγκλονιστικός Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Πραγματικό ρεσιτάλ δίνει ο ηθοποιός Γιώργος Μιχαλακόπουλος. Ο στίχος ήταν ένας νέος ωχρός… ακούγεται στο δίσκο από τον ίδιο τον ποιητή.

Οι στίχοι ενσωματώθηκαν στο παρόν κείμενο με τρόπο που να αποδίδει καλύτερα το άκουσμά τους στο δίσκο, αλλά και τη μυθοποίηση: υπάρχουν κάποιες μικρές διαφορές σε λέξεις ή φράσεις (προέκυψαν από την ηχογράφηση) και η παράθεση τους γίνεται εντελώς ελεύθερα (με δική μου ευθύνη). Ο τίτλος του συγκροτήματος του Δυσσέα σπεύδε βραδέως, είναι ένα κλείσιμο του ματιού στο δικό μας καλά να πάμε κι ας αργήσουμε, που δε φτούρηξε, στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα. Αλλά, γιατί είμαι βέβαιος ότι θα υπάρξουν πολλά τέτοια συγκροτήματα – στα 2011 ή λίγο πιο μετά και θα δώσουν ακόμα καλύτερα τραγούδια; (Εντάξει, παρέλειψα σκόπιμα ένα θέλω να, μπροστά από το είμαι…)

*

Τα σκίτσα είναι του Enki Bilal