Η ανακοίνωση του Σεφέρη έγινε στην Πρετόρια (Τράνσβιλ) της  Νότιας Αφρικής,  το Δεκέμβρη του 1941. Από το κείμενο που δημοσιεύτηκε αργότερα, επέλεξα ορισμένεα χαρακτηριστικά σημεία:

Η δυσκολία του Κάλβου είναι μια άλλη αντίφαση’ ενώ είναι ποιητής, δηλαδή άνθρωπος που πρέπει να τον φανερώνει ο λόγος, μας κάνει πολλές φορές την εντύπωση πως εξαφανίζεται πίσω από τη γλωσσική του  έκφραση, όπως πίσω από μιαν αυλαία.

*

Ο Κάλβος είναι (…) ένας Χάμλετ. Ένα πρόσωπο που αγωνίζεται ανάμεσα στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία. Τέτοια θαρρείς πως είναι η ευαισθησία αυτού του νέου του περιστοιχισμένου από τις αχτίνες των σπαθιών.

*

(…) δεν έχουμε ούτε ένα ποίημα του Κάλβου χωρίς διαλείψεις

*

Είναι παράξενο να συλλογίζεται κανείς ότι από τους τέσσερις ποιητές πρώτου μεγέθους που ακμάσανε ή που άρχισαν να γράφουν τον περασμένο αιώνα: τον Κάλβο, τον Σολωμό, τον Παλαμά, τον Καβάφη, ό ένας μονάχα είναι ο πραγματικός άρχοντας της γλώσσας, ο Παλαμάς. Οι άλλοι τρεις είναι ποιητές δίγλωσσοι. (…) Έχουν δυο μητρικές γλώσσες’ μια ξένη κι έπειτα την ελληνική.

*

Ο Σεφέρης θεωρεί ότι ο Κοραής έδωσε στον Κάλβο το εργαλείο (τη θεωρία) για τη γλώσσα του. Όμως, δεν είναι έτσι: από τις διαλέξεις του Λονδίνου προκύπτει πως ο Κάλβος είχε αποκλειστικά δική του άποψη – και μάλιστα ιδιαίτερα ισχυρή – την οποία και υλοποίησε στην ποίησή του.

*

Είναι αρκετά συγκινητικό ν’ ακούει κανείς την ίδια έκφραση, στην ίδια εποχή, από δύο ποιητές που ακολούθησαν τόσο διαφορετικούς δρόμους. Κινήματα της φαντασίας θέλει να ζωγραφίσει ο Σολωμός, κινήματα της ψυχής θέλει να μιμηθεί ο Κάλβος. Οι φράσεις αυτές, για την εποχή εκείνη, είναι το πρώτο αεράκι μιας άνοιξης. Και πραγματικά οι δυο αυτοί Ζακυνθινοί είναι σαν τα χελιδόνια της καινούριας ελληνικής πνευματικής ζωής (…) Αλλά έπεσαν και οι δυο σ’ αυτόν τον αγώνα. Δεν περνά κανείς τόσο εύκολα, ύστερα από αιώνες σιωπής, στο ρήμα.

*

Δεν ξέρει, ούτε θέλει να ξέρει, κανέναν (…) Όσο και να μιλά για τους Έλληνες, δεν έχει λαό μαζί του. Ο ελληνισμός του τις περισσότερες φορές είναι συμβατικός (…) Θαρρείς πως είναι χαλκογραφία της εποχής. Είναι συμβατική και η μυθολογία του. 

*

Δεν τον καταλαβαίνω το Σεφέρη. Είναι ο κορυφαίος ανάμεσα σε όσους αναλύουν τον Κάλβο ξινισμένοι, ανάμεσα σε αυτούς που ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με το άχαρο έργο να εντοπίσουν και να αναδείξουν αδυναμίες, κακοτεχνίες, σφάλματα… Αλλά ο Σεφέρης το παρακάνει: Τάχα ο Κάλβος εξαφανίζεται πίσω απ’ την ποίησή του. Τάχα είναι μαθητής του Κοραή.  Τάχα είναι Άμλετ. Τάχα αγνοεί το ρήμα. Τάχα είναι το άκρον άωτον του συμβατικού. Τάχα δεν υπάρχει ποίημά του, που να μην έχει διαλλείψεις Πραγματικά, καθένας βλέπει αυτό που είναι προετοιμασμένος να δει, αυτό που μπορεί να δει, αυτό που η δική του κατάσταση του επιτρέπει να δει. Αλλά, προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι,  αφού για πολλούς ο Κάλβος άτεχνος, συμβατικός κλπ – τι στην ευχή θέλουν και ασχολούνται με τέτοια επιμονή μ’ αυτόν και την ποίησή του;

Στην περίπτωση του Σεφέρη αυτό γίνεται ακόμα πιο κραυγαλέο, στο ακόλουθο απόσπασμα που έγραψε, σε άλλη ευκαιρία, για τη ζωή του Κάλβου στο Λάουθ:

(…) η αγγλοσαξωνική συζυγία, η τάξη, ενός διδασκαλείου πουριτανών δεσποινίδων, ρεύματα στα δωμάτια, κι εκείνη η χαρακτηριστική μυρωδιά από μπέικον και αυγά στο τηγάνι μέσα στην υγρασία της ομίχλης… Όσο ήταν ποιητής, η φωνή του βοηθούσε τη φαντασία μας, αλλά πώς να φανταστεί κανείς το σύζυγο της Σαρλόττας – Αυγούστας. Δεκαοχτώ χρόνια χωρίς μια λέξη ελληνικά’ και τα όνειρά του ακόμα, ξενόγλωσσα.

Κι όμως, η αγγλοσαξωνική συζυγία ήταν το ευτύχημα για τα τελευταία είκοσι χρόνια του Κάλβου.  Μια αδιόρατη λεπτομέρεια, που την αναφέρει ο ίδιος ο Σεφέρης, και που σκιαγραφεί τη φροντίδα και τη στοργή (και τον έρωτα, γιατί όχι; ) της Σαρλότ – Αυγούστας γι’  αυτόν: όλες οι μαθήτριες του οικοτροφείου είχαν λάβει σαφείς εντολές να μην τον ενοχλούν, για να μπορεί απερίσπαστος να εργάζεται στο σπουδαστήριό του – την τελευταία και μοναδική αναντικατάστατη πατρίδα του μέτοικου… Όσο για την τάξη ή τον πουριτανισμό – αυτά δα κι αν δεν ενοχλούσαν καθόλου τον ηλικιωμένο ποιητή. Τώρα για τη μυρουδιά του μπέηκον μ’ αυγά, τι να πει κανείς… Πάντως, η τάχα αξιοθρήνητη βρετανική περίοδος, τον διατήρησε σε άριστη κατάσταση ως το τέλος, τόσο ώστε να βγει και να πάει να ψηφίσει στις τοπικές εκλογές, τρεις μόλις ημέρες πριν πεθάνει – παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες της ανήσυχης Σαρλότ, μην της κρυώσει… Το κυριότερο: είχε ως το τέλος την πνευματική και ψυχική ευρωστία και υγεία να ενδιαφέρεται για τις εκλογές, κάτι που μάλλον υποδεικνύει ήρεμα και ισορροπημένα, μπορεί και ευτυχισμένα γηρατειά…

Και η απώλεια της γλώσσας – και της πατρίδας; Διαισθάνομαι πως ο Κάλβος είχε ξεπεράσει πια πολλά πράγματα… Μπορεί και όχι…

*

Ε, λέει κι ο Σεφέρης μια καλή κουβέντα για την ποίηση του Κάλβου – αλλά μόνο και μόνο για να επανέλθει παρ’ ευθύς στη γνώριμη πια ξινίλα:

σίγουρα πνοή’ σίγουρα ένας αξιοπρόσεχτα υψηλός τόνος’ κι αυτά σε στεναχωρούν όταν συναντάς τα χάσματά του, όπως σ’ ενοχλεί περισσότερο όταν βλέπεις να παραπατά ένας αυστηρός κι επίσημος άντρας

* 

Και, για τη μετρική:

Ο ρυθμός φέρνει στο νου μέτρα απ’ τον Κάτουλλο […] Υποψιάζομαι πως η λατινική μετρική βάρυνε περισσότερο από την ελληνική για τον Κάλβο.

Το σημειώνουμε αυτό – για να το θυμηθούμε όταν μιλήσει για το μέτρο του Κάλβου ο Ελύτης, λίγους μήνες αργότερα…

*

Την εικονογράφηση επιμελήθηκε, από μακριά, ο δ-κ. Χίλια ευχαριστώ! Για όσους δεν έτυχε να το ξαναδούν, το σκίτσο που απεικονίζει τον Κάλβο, είναι του Σεφέρη.

Advertisements