Εξαρχής διευκρινίζω για τους αμύητους ότι δεν πρόκειται για τη γέννα του Θανάση μου (άλλωστε το γιό μου τον λένε Αριστείδη) αλλά για τη «Γέννα» του ευγενούς μπλόγκερ Θανάσημου [ονομ. Θανάσημος (ο) ] ο οποίος είχε την ευγενή καλωσύνη να την αφιερώσει στους καλυβίστες – και τον ευχαριστώ εγκαρδίως.

Ως γνωστόν η καλύβα προσφέρει αφιλοκερδώς (έναντι μιας λογικής αμοιβής) τη δυνατότητα της ευρείας δημοσιότητας μεταξύ των σαράντα- πενήντα νοματαίων που έχουν απομείνει στη μπλογκόσφαιρα και εξακολουθούν να διαβάζουν τους αναρτώμενους λήρους (η λέξη χρησιμοποιείται από τον Ροΐδη) ημών των ιστολόγων με συγγραφικές ανησυχίες.

Στην περίπτωση της Γέννας του Θανάσημου  το σκέφτηκα κι αλλιώς: η ανάρτησή της στην καλύβα ήταν μια μοναδική ευκαιρία να σχολιάσει το πόνημά του ο ίδιος ο δημιουργός, απαλλαγμένος από το άγχος του μπλόγκερ -συγγραφέα. Και επειδή ως σχολιαστής (ακόμα και του εαυτού του) ο Θανάσημος δεν παίζεται, είμαι σίγουρος ότι θα το ευχαριστηθείτε εις διπλούν. Καλή διασκέδαση!

Τετάρτη, Αύγουστος 06, 2008

Η Γέννα (1ο μέρος)

Σήμερα είναι το πρώτο μέρος ενός διηγήματος με τίτλο «Η Γέννα». Δεδομένου ότι δεν το έχω τελειώσει ακόμα, θα έχει πλάκα να δούμε τι θα γίνει στην πορεία.

Η ιστορία βασίζεται επάνω σε πραγματικά γεγονότα που έζησα τις τελευταίες ημέρες και ως εκ τούτου αφιερώνεται στους πρωταγωνιστές που την ενέπνευσαν.

Θα ήθελα όμως επίσης να την αφιερώσω στον Πάνο Ζέρβα ο οποίος δεν έχει κουραστεί να φωνάζει σε όλη τη μπλογκοσφαίρα ότι του αρέσουν πολύ αυτά που γράφω καθώς και σε όλους τους καλυβιώτες που με τίμησαν με την παρουσία τους.

Καλή ανάγνωση!

———————————————————

Πρέπει να ήταν γύρω στις εντεκάμιση το βράδυ, όταν χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι μου.

«Εμπρός» είπα
«Πεθαίνω!» άκουσα μια φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. Αναγνώρισα την φίλη μου την Χριστίνα από την Αθήνα.

«Θα μου αφήσεις το αυτοκίνητο;» ρώτησα ευγενικά
«Άι στο διάολο ρε!» μου απάντησε. «ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΟΥ ΛΕΩ!». Ακουγότανε γεμάτη ζωή.

«Μμμμ… βλέπεις έναν μακρύ φωτεινό διάδρομο;» ρώτησα
«Ρε σταμάτα να με δουλεύεις! Γεννάω!»

Ακολούθησε μια παύση. Στο τέλος είπα:

«Πεθαίνεις ή γεννάς;»
«Και τα δύο» μου είπε
«Με ποια σειρά;» ρώτησα με ενδιαφέρον
«Ρε άι γαμήσου!»

Ήταν προφανές ότι η συζήτηση δεν πήγαινε καλά. Αποφάσισα να δοκιμάσω μια άλλη προσέγγιση

«Πήγα χθες και είδα το Μπάτμαν!» είπα. «Πολύ καλό!»
«ΑΑΑΑΑΡΡΡΡΡΡΡΓΓΓΓΚΚΚΚΚΚΚΚΚ!!!» άκουσα μια κραυγή απ’ το τηλέφωνο
«Χριστίνα;» έκανα με αγωνία. «Γέννησες;»

Ακολούθησε μια ακόμα παύση. Νομίζω ότι στην άλλη άκρη άκουγα κάτι σαν κλάμα. Στο τέλος η Χριστίνα μου είπε πολύ – πολύ γλυκά:

«Μήπως είναι εκεί η Μαίρη;»
«ΕΕΕμμμ είναι στο μπάνιο…» είπα αμήχανα
«Α…»

Ακούστηκε πολύ απογοητευμένη και είπα να βοηθήσω την κατάσταση:
«Ρε Χριστίνα τι συμβαίνει;»

Φάνηκε να το σκέφτεται για λίγο. Στο τέλος το πήρε απόφαση και είπε:
«Λοιπόν άκου να δεις: Έχω φτάσει την τελευταία εβδομάδα, το μωρό έχει πάρει θέση αλλά δεν κατεβαίνει! Ο γιατρός μου είπε ότι θα μου κάνουν καισαρική. Και τότε θα πεθάνω!»
«Και αυτό ο γιατρός στο είπε;»
«Μη με δουλεύεις ρε! Θέλω να κάνω διαθήκη!»
«ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ;;;»
«Διαθήκη! Άμα πεθάνω να μην μου τα φάει όλα το κράτος!»
«Και ποιος να σου τα φάει;»
«Το μωρό!»
«Τα μωρά δεν τρώνε οικόπεδα!» είπα αποφασιστικά. «Άντε να φάνε λίγο ξύλο. Δώσε άμα είναι τα οικόπεδα σε ‘μένα και θα αναλάβω να δέρνω εγώ το μωρό» πρότεινα
«Τι λε ρε που θ’ αφήσω τα οικόπεδα σ’ εσένα!» εξερράγη η Χριστίνα που δεν φάνηκε να πρόσεξε ότι θα της έδερνα το μωρό.
«Γιατί;» απόρησα. «Εμένα με ξέρεις τόσα χρόνια. Το μωρό ούτε που το έχεις δει ποτέ στη ζωή σου!» εξήγησα την άποψη μου.
«Θα μου κάνουν υποσκληρίδιο!» άλλαξε θέμα απότομα η Χριστίνα.
«Τι είναι αυτό πάλι;» ρώτησα
«Τοπική αναισθησία» εξήγησε
«Τους έχεις εξηγήσει ότι εσύ είσαι αναίσθητη από τη φύση σου;» ρώτησα
«ΡΕ ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΜΕ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ! ΘΑ ΜΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑ ΣΟΥ ΛΕΩ!!!»
«Τι εννοείς;» την ρώτησα με γνήσια απορία. «Θα προτιμούσες να μην σου κάνουν;»
«Ρε, θα μου κάνουν υποσκληρίδιο και ΘΑ ΜΕΙΝΩ ΑΝΑΠΗΡΗ!!!» έβαλε τις φωνές και η Χριστίνα.
«Εννοείς διανοητικά;» ρώτησα. «Μην ανησυχείς! Κανείς δεν θα καταλάβει τη διαφορά!»
«ΑΑΑΑΑΑΑΑΡΡΡΡΡΡΡΡΡΚΚΚΚΚΚΚΚΓΓΓΓΓΓΓΓ!!!» ακούστηκε πάλι η γνώριμη κραυγή.

Ακολούθησε άλλη μια παύση. Αναρωτιόμουνα πόση ακόμα προσπάθεια θα χρειαζότανε να κάνω για να κατέβει το μωρό, όταν ακούστηκε και πάλι η φωνή της Χριστίνας. Ήταν πολύ κουρασμένη.

«Μήπως βγήκε η Μαίρη απ’ το μπάνιο;»
«Εεεε, βγήκε…»
«Θα μου τη δώσεις λίγο σε παρακαλώ;» η φωνή της έσταζε μέλι.
«ΟΚ…» είπα λίγο απογοητευμένος που δεν ολοκλήρωσα το έργο μου και έδωσα το τηλέφωνο στη γυναίκα μου.

Οι δυό τους μιλήσανε για τρεις ώρες. Στο τέλος η Μαίρη ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου στο κρεβάτι και αφού με ξύπνησε, μου είπε:

«Κοιμήσου καλά! Αύριο φεύγουμε για Αθήνα…»

(Κάντε κλικ εδώ για τη συνέχεια…)

Θανάσημος

Πέμπτη, Αύγουστος 07, 2008

Η Γέννα (2ο μέρος)

Προσοχή! Αυτό είναι το δεύτερο μέρος της ιστορίας! Εκτός εάν έχετε αυξημένες μαντικές ικανότητες, θα σας συμβούλευα να ξεκινήσετε από εδώ.

—————————————————-

Η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα της πατρίδας μου. Περιστοιχίζεται από μερικούς λόφους στη μέση των οποίων βρίσκεται αυτό που κάνει την πόλη γνωστή σε όλο τον κόσμο: το νέφος. Μέσα από το νέφος, στο κέντρο της πόλης αναδύεται ένας λόφος επάνω στον οποίο βρίσκεται ο Παρθενώνας. Σε αυτόν τον λόφο κάποτε περπατούσαν, συζητούσαν και θρησκεύονταν αρκετά αξιόλογοι Έλληνες αλλά από τότε έχουν περάσει δυόμιση χιλιάδες χρόνια, η Ελλάδα προόδευσε και τώρα στον Παρθενώνα βρίσκεις μόνο Γιαπωνέζους.

Ακριβώς κάτω από τον Παρθενώνα βρίσκεται ο Μπαϊρακτάρης. Πρόκειται για ένα νεότερο μνημείο, σαφώς λιγότερο επιβλητικό που όμως συμβολίζει επακριβώς την σύγχρονη κατάσταση στην χώρα. Εκεί, εκτός από Γιαπωνέζοι επισκέπτονται και άλλοι τουρίστες που οι ντόπιοι ονομάζουν ‘πολιτικούς’.

Σε αυτή την πόλη ζει περίπου ο μισός πληθυσμός της χώρας. Δεδομένου ότι όλος αυτός ο κόσμος μετακόμισε εκεί τα τελευταία πενήντα χρόνια, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για Αθηναϊκό «γένος». Μπορούμε όμως να μιλήσουμε για Αθηναϊκό «είδος».

Ίσως το εντονότερο χαρακτηριστικό του Αθηναϊκού είδους είναι η τάση που έχουν τα μέλη του να σε δείρουν. Είναι μια τάση που αναπτύσσουν από μικροί και όσο περνάει ο καιρός, τόσο χειροτερεύει. Στην Αθήνα κινδυνεύεις χωρίς λόγο. Έτσι. Πας να πάρεις τσιγάρα και ο περιπτεράς σε μισεί. Πας να περάσεις τον δρόμο και πέντε χιλιάδες αυτοκίνητα και μηχανάκια σου ορμάνε κορνάροντας. Πας να περπατήσεις στο πεζοδρόμιο και σου επιτίθενται κάδοι, σπασμένα πλακάκια, κλαδιά από δέντρα, κολώνες, κάγκελα, αυτοκίνητα, μηχανάκια, είδη εξοχής από το κατάστημα παραδίπλα, σκάλες εισόδου που βγαίνουν στη μέση του πεζοδρομίου, χώματα και λάσπες, διαφημιστικές πινακίδες που αποκλείουν κάθε δυνατότητα να συνεχίσεις τον δρόμο σου, στάσεις λεωφορείου, ένας τοίχος, ένα εργοτάξιο, ένα φορτηγό που κάνει μετακόμιση, ο καναπές που μετακομίζεται, ενώ σε κάποιες εξτρίμ στιγμές τα πεζοδρόμια απλώς εκεί που πας, σταματάνε. Οι Αθηναίοι όμως καταφέρνουν να τα αποφεύγουν όλα αυτά, ελισσόμενοι με απίστευτη ικανότητα και πραγματοποιώντας εντυπωσιακά σπασίματα της μέσης όπως εκείνα που έκανε ο Γκάλης με αντίπαλο τον Τσατσένκο. Όπως όλοι γνωρίζουμε βέβαια, στο τέλος την πλήρωσε ο Γιαννάκης.

Οι Αθηναίοι σε μισούν. Βαθιά και με όλη την δύναμη της ύπαρξης τους. Σε απεχθάνονται. Τους την σπας αφάνταστα, εσύ, προσωπικά και όλο σου το σόι. Μισούν που υπάρχεις και βρίσκεσαι εκεί, δίπλα τους, μπροστά τους, πίσω τους, να τους μιλάς, να τους χαμογελάς ή να αδιαφορείς για την πάρτη τους. Για την ακρίβεια, σε μισούν και χωρίς να βρίσκεσαι εκεί. Σε μισούν ούτως ή άλλως. Είναι ας πούμε το χόμπι τους.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Αθήνας είναι ότι σφύζει από αυτοκίνητα τα οποία οι κάτοικοι τα αγοράζουν και μετά τα παρκάρουν στους δρόμους. Η τεχνική αυτή ονομάζεται «μποτιλιάρισμα». Απορεί κανείς με ποια λογική αγοράζει κάποιος ένα όχημα με μοναδικό στόχο να το ακινητοποιήσει μερικά μέτρα παρακάτω, μέχρι που παρατηρείς την συμπεριφορά των Αθηναίων και αντιλαμβάνεσαι ότι το αυτοκίνητο δεν είναι ένα απλό μέσο μετακίνησης. Είναι ένα μέσο εκτόνωσης. Ο τυπικός Αθηναίος δεν μπαίνει στο αυτοκίνητο του για να πάει κάπου. Μπαίνει για να μπορέσει να βρίσει. Βαράει το τιμόνι, φωνάζει, κορνάρει, επιτίθεται στους πεζούς, κουνάει το κεφάλι με δύναμη πέρα – δώθε, καβαλάει πεζοδρόμια και γενικά κάνει ότι μπορεί για να ξεδώσει. Το αυτοκίνητο στην Αθήνα δεν είναι μέσο μεταφοράς. Είναι μέσο ψυχοθεραπείας. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε τι θα κάνουν οι Αθηναίοι τώρα, με την άνοδο της τιμής της βενζίνης. Ίσως να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι είναι ασύμφορο να ξοδεύουν τόσα χρήματα για ψυχοθεραπεία στο αυτοκίνητο μιας που όπου να ‘ναι οι ψυχολόγοι θα είναι φτηνότεροι. Έτσι, μπορεί να αναπτυχθεί και μια καινούργια αγορά: του ψυχοκίνητου.
Οι Αθηναίοι θα καβαλάνε τους ψυχολόγους, οι οποίοι θα τους παίρνουν στους ώμους και θα τους μεταφέρουν στον προορισμό τους τρέχοντας, ενώ ο αναβάτης θα βρίζει και θα τους βαράει στο κεφάλι.

Η Αθήνα είναι μια πόλη τρομακτική…

Στην επιστήμη της Φυσικής, υπάρχει ένας νόμος που οι επιστήμονες τον θεωρούν «θεμέλιο». Είναι η Ζίμενς του κλάδου τους ας πούμε. Ονομάζεται Δεύτερος Νόμος Της Θερμοδυναμικής. Πρόκειται φυσικά για την μοναδική επιστήμη στον κόσμο όπου ο πιο θεμελιώδης νόμος της είναι «Δεύτερος». Οι φυσικοί αρέσκονται να υπερασπίζονται με πάθος αυτή την ονομασία, γεγονός που από μόνο του εξηγεί μια σειρά χαρακτηριστικών του κλάδου τους, όπως για παράδειγμα την παροιμιώδη τους δυσκολία να πάρουν χρηματοδότηση ή να βγάλουν γκόμενα. Υπάρχουν βέβαια και μερικοί κακεντρεχείς που υποστηρίζουν ότι η δυσκολία τους στην εύρεση γκόμενας οφείλεται αποκλειστικά στη δυσκολία εύρεσης χρηματοδότησης.

Ο νόμος αυτός λοιπόν ανάμεσα στα άλλα εξηγεί ότι εάν σε ένα κλειστό δοχείο με αέρα, αρχίσεις να πιέζεις το καπάκι προς τα κάτω, όσο ο αέρας μέσα στο δοχείο συμπιέζεται, τόσο τα μόρια του αέρα αυξάνουν την ταχύτητα τους με αποτέλεσμα να αλληλοσυγκρούονται όλο και συχνότερα. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι τα μόρια να φτάνουν σε σημείο που χάνουν τελείως την μπάλα, κοπανάν με τεράστιες ταχύτητες επάνω στα τοιχώματα τους βάζου, το ένα επάνω στο άλλο, επάνω στο ταβάνι και στο πάτωμα με αποτέλεσμα να αυξάνει η θερμοκρασία μέσα στο βάζο. Το σημαντικό βέβαια είναι ότι τα μόρια ουδέποτε αντιλαμβάνονται πως το πραγματικό αίτιο για την όψιμη κωλοπιλάλα τους βρίσκεται στο χέρι που πιέζει το καπάκι προς τα κάτω. Εξ ου και αντί να κοπανάν όλα μαζί το καπάκι προς τα επάνω, επιτίθενται σε ό,τι βρουν μπροστά τους.

Εκείνο το βράδυ είχα εφιάλτες. Ονειρευόμουν ότι βρισκόμουνα μέσα σε ένα τεράστιο δοχείο, εγώ και πέντε εκατομμύρια Αθηναίοι, οι οποίοι κουτουλούσαν σαν τρελοί ο ένας επάνω στον άλλον καθώς ένα τεράστιο καπάκι μας πίεζε όλους προς τα κάτω. Ξύπνησα ιδρωμένος και είδα την Μαίρη να ετοιμάζεται.

«Καλημέρα μωρό μου» είπε χαμογελαστά. «Φεύγουμε για Αθήνα!»

Κάντε κλικ εδώ για την συνέχεια…

Θανάσημος

Παρασκευή, Αύγουστος 08, 2008

Η Γέννα (3ο Μέρος)

Αυτό είναι το τρίτο μέρος της ιστορίας! Εάν δεν έχετε διαβάσει τα άλλα δύο, θα σας συμβούλευα να ξεκινήσετε από εδώ. Εάν τα έχετε διαβάσει, τα συλλυπητήρια μου.

——————————————————-

Στην Αθήνα φτάσαμε μια ημέρα πριν την γέννα. Το σπίτι της Χριστίνας ήταν μέσα στα νεύρα.

«Μωρό μου ηρέμησε!» της έλεγε ο Βασίλης, ο άντρας της
«ΉΡΕΜΗ ΕΙΜΑΙ!!!» φώναζε η Χριστίνα και πάταγε με μανία τα πλήκτρα του υπολογιστή της.
«ΠΑΡΤΑ ΜΩΡΗ!!!» συμπλήρωσε απευθυνόμενη σε μια πράσινη αμαζόνα που ψυχορραγούσε στην οθόνη του υπολογιστή της, καρφωμένη από το μαγικό σπαθί Εξκάλιμπερ της Χριστίνας.

Η Χριστίνα και ο Βασίλης ανήκουν σε εκείνη την παράξενη φυλή ανθρώπων που «παίζουν κομπιούτερ». Πρόκειται για πολύ νέο είδος στην ιστορία της ανθρωπότητας και ως εκ τούτου μη χαρτογραφημένο ακόμα από τους ειδικούς. Τα μέλη του είναι υπεράνω ράτσας, γλώσσας, χρώματος ή οικονομικής κατάστασης και είναι διασκορπισμένα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Είναι πολύ δύσκολο να καταλάβεις εάν κάποιος ανήκει σε αυτή τη φυλή. Μπορεί για παράδειγμα να είναι πωλήτρια σε μαγαζί με εσώρουχα, οδηγός λεωφορείου, δημόσιος υπάλληλος, ταμίας σε τράπεζα, μάνατζερ σε πολυεθνική, δάσκαλος, εργάτης, παπλωματάς, μέλος Δημοτικού Συμβουλίου ή ο,τιδήποτε άλλο ενώ στην πραγματική του ζωή έχει κέρατα, μπέρτες και να πολεμάει καβάλα σε γιγάντια έντομα…

Στον πλανήτη μας, στην ανυποψίαστη Γη μας, οι άνθρωποι που «παίζουν κομπιούτερ» είναι παντού. Έχουν χωθεί ήσυχα και αθόρυβα μέσα σε όλες τις τάξεις της παγκόσμιας κοινωνίας, χωρίς κανείς να τους πάρει χαμπάρι. Ούτε καν ο Λιακόπουλος.

Οι άνθρωποι αυτοί συντονίζονται καθημερινά, αυτοοργανώνονται, συγκεντρώνονται σε κρυφά σημεία στα βάθη του διαδικτύου και κάνουν γιούργια σε πανάρχαιους εχθρούς, τους οποίους και καταστρέφουν με καταπέλτες, μαγικά σπαθιά και δηλητηριώδη βότανα με την βοήθεια από κατοικίδια μονοπόδαρα δαιμονάκια. Μάγοι καιροφυλακτούν πίσω από χαμόσπιτα, πετάγονται μπροστά σου, κουνάνε το ραβδί τους, σου παίρνουν την ψυχή και στην εξοβελίζουν στο πυρ το εξώτερο. Πρίγκηπες σε ποδοπατάνε με τα άλογα τους στα καλά του καθουμένου, εκεί που βάδιζες αμέριμνος και έψαχνες για μαγικά μανιτάρια που αυξάνουν τη δύναμη σου. Ληστές σου στήνουν ενέδρα και σου κλέβουν την συλλογή σου από κομμένα αυτιά. Νέοι παίκτες σου επιτίθενται χωρίς λόγο γιατί σε περάσανε για το υπέρτατο κακό κι εσύ αναγκάζεσαι να τους σκοτώσεις γιατί είναι επίμονοι και σου αφαιρούν στέλθ.

Οι άνθρωποι που «παίζουν κομπιούτερ» ζούνε μια ζωή γεμάτη κινδύνους.

«ΌΧΙ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ!!!» φώναξε η Χριστίνα. «ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕ Ο ΒΑΛ!»
«Τι είναι ο Βαλ;» έδειξα ενδιαφέρον.
«Κάτι σαν φάντασμα…» είπε ο Βασίλης
«Ε, ΟΧΙ ΑΚΡΙΒΩΣ» είπε η Χριστίνα
«Ε, εντάξει, έχει και κέρατα…» είπε συναινετικά ο Βασίλης
«ΚΑΙ ΠΛΟΚΑΜΙΑ!» είπε η Χριστίνα
«Πω πωωωω…» είπα ευγενικά. «Δηλαδή τώρα θα πρέπει να ξεκινήσεις από την αρχή;» ρώτησα με κατανόηση. Η Μαίρη μου είχε εξηγήσει καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού μας ότι στις έγκυες πρέπει να δείχνουμε κατανόηση.
«Ε ΟΧΙ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ!!!» φώναξε η Χριστίνα που εκείνη την ημέρα τα έλεγε όλα με κεφαλαία. «ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΩ ΝΑ ΑΝΑΣΤΗΘΩ!!!»
«Κατάλαβα…» είπα και κοίταξα τον Βασίλη για υποστήριξη.
«Θα πας πετώντας ή περπατώντας;» την ρώτησε ο Βασίλης. Έβαλα τα γέλια και γύρισαν και οι δύο και με κοίταξαν με απορία.
«ΠΕΤΩΝΤΑΣ» φώναξε στο τέλος η Χριστίνα και απογειώθηκε.

Άφησα την Χριστίνα να πάει να αναστηθεί και πήγα στην κουζίνα όπου η Μαίρη προσπαθούσε να πείσει τον Τόμπι, τον σκύλο της Χριστίνας, να σταματήσει να πηδάει το πόδι της.

«Κάτω! ΚΑΤΩ!» του έλεγε αλλά ο Τόμπι είχε γραπώσει το πόδι και το πήδαγε με μανία. Η Μαίρη με κοίταξε με απελπισία.

Εκείνη την ώρα μπήκε στην κουζίνα η Χριστίνα.

«Καλά εσύ δεν πήγαινες να αναστηθείς;» ρώτησα με απορία
«ΠΕΤΑΩ ΤΩΡΑ» είπε «ΘΑ ΦΤΑΣΩ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ ΔΕΚΑΛΕΠΤΟ». Κοίταξε με αδιάφορο ύφος τον Τόμπι που είχε πιάσει αστρονομικές ταχύτητες και μετά πρόσθεσε:

«ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ ΜΑΡΤΥΡΕΣ!»
«Της Αναστάσεως;» ρώτησα
«ΤΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ MOY!» είπε η Χριστίνα.
«Της Παλαιάς ή της Καινής;» ρώτησα.
«ΧΑ ΧΑ!!!» είπε η Χριστίνα ειρωνικά.
«Χριστίνα, το μωρό που θα κοιμάται;» ρώτησε η Μαίρη που εν τω μεταξύ βρήκε τον τρόπο να ξεφορτωθεί τον σκύλο, κοπανώντας τον επάνω στο πόδι απ’ το τραπέζι.
«ΑϊΑϊΑϊ…» είπε ο Τόμπι και βγήκε τρέχοντας από τη κουζίνα.
«ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΑΣ» είπε η Χριστίνα. Από μέσα ακούστηκε η φωνή του Βασίλη: «Κάτω Τόμπι! ΚΑΤΩ!!!»
«Στο πάτωμα;» ρώτησε η Μαίρη
«ΘΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΥΜΕ ΚΡΕΒΑΤΙ!» είπε η Χριστίνα
«Πότε;;;» είπε η Μαίρη «Αύριο γεννάς!!!»
«ΜΗΝ ΜΟΥ ΤΟ ΘΥΜΊΖΕΙΣ!!!» είπε η Χριστίνα. «ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΗΝ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ!!!» πρόσθεσε.
«ΜΑ ΚΑΛΑ ΕΙΣΑΙ ΣΟΒΑΡΗ;;;» έβαλα τις φωνές. «Αντί να πάρεις κρεβάτι για το μωρό ασχολείσαι με την διαθήκη σου;»
Η Χριστίνα με κοίταξε παραξενεμένη. Δεν φαινόταν να καταλαβαίνει γιατί ασχολούμαστε με το κρεβάτι του μωρού.
«ΝΑΙ!» είπε στο τέλος.
«Ε, δεν γίνεται!» είπα.
«ΓΙΑΤΙ;;;» ρώτησε η Χριστίνα
«Γιατί εγώ δεν υπογράφω ότι έχεις σώας τας φρένας!!!» είπα και βγήκα απ’ την κουζίνα.
«ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΙ ΔΥΟ ΜΑΡΤΥΡΕΣ!!!» φώναξε η Χριστίνα απ’ το βάθος
«Πάρε τον Τόμπι!» απάντησα και ο σκύλος, με το που άκουσε το όνομα του, έτρεξε με αγάπη προς το πόδι μου.

Το απόγευμα πέρασε με την Χριστίνα να σκοτώνει αγριογούρουνα τριγύρω απ’ την περιοχή που αναστήθηκε και τους υπόλοιπους να συζητάμε τι ρούχα πρέπει να της βάλουμε στην τσάντα που θα πάρει μαζί της, στο νοσοκομείο. Στο τέλος, εμφανίστηκε στην πόρτα του σαλονιού και είπε:

«ΦΟΒΑΜΑΙ»
Ο Βασίλης της χαμογέλασε γλυκά και είπε:
«Μη φοβάσαι μωρό μου…»
«ΦΟΒΑΜΑΙ ΟΤΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΘΑ ΒΓΕΙ ΒΛΑΜΜΕΝΟ!» επέμεινε η Χριστίνα.

Την κοιτάξαμε και οι τρεις με οίκτο. Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή. Κάποιος έπρεπε να πει κάτι. Άνοιξα το στόμα μου και είπα:

«Χριστίνα μην ανησυχείς! Δεν υπάρχει περίπτωση…»
«ΛΕΣ, Ε;» είπε η Χριστίνα με ελπίδα.
«Το δικό σου το παιδί θα βγει σίγουρα βλαμμένο…» εξήγησα.

Έσμιξα τα φρύδια μου και ετοιμάστηκα να υποστώ την οργή της Χριστίνας να ξεσπάει επάνω μου αλλά αντ’αυτού, εκείνη γούρλωσε τα μάτια της και είπε:
«ΑΜΑΝ!!!» και πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει, έπιασε την κοιλιά της και έτρεξε προς το βάθος του διαδρόμου.

«Ωχ!» σκέφτηκα. «Της έσπασα τα νερά!» και κοίταξα ένοχα την Μαίρη.

«Μπράβο μαλάκα!» μου είπε η Μαίρη και έτρεξε πίσω απ’ τον Βασίλη που είχε ήδη χαθεί στο βάθος του διαδρόμου. Σηκώθηκα κι έτρεξα ξοπίσω τους αναρωτιόμενος εάν θα χρειαστεί να την ξεγεννήσουμε στο διαμέρισμα. Λες να με βάλουν να της κρατάω τα πόδια; Χρειάζεται άραγε κάποιος να της κρατάει τα πόδια; Και αν της κρατάω τα πόδια, δεν θα κόβω την πρόσβαση σε αυτόν που θα την ξεγεννήσει; Μήπως να της κρατάω τα πόδια από την μεριά του κεφαλιού της; Κι αν χάσω την ισορροπία μου και πέσω επάνω στην κοιλιά της; Θα φύγει το μωρό ιπτάμενο; «ΓΙΑ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!» σκέφτηκα. Υπήρχε άραγε κανένα βιβλίο στο σπίτι που να εξηγεί τι να κάνουμε; Ένα με εικόνες;

Έφτασα μπροστά στην τουαλέτα όπου ο Βασίλης ήδη βαρούσε την πόρτα με μανία
«ΧΡΙΣΤΙΝΑ!» φώναζε και χτυπούσε με δύναμη. «ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ;;; ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ!!!»
«Την έχει κλειδώσει;» ρώτησα
«Όχι, χτυπάει από ευγένεια!» είπε την Μαίρη
«ΧΡΙΣΤΙΝΑ!!!» φώναξε ο Βασίλης με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του. «ΓΙΑΤΙ ΚΛΕΙΔΩΣΕΣ ΓΑΜΩ ΤΟ ΜΠΕΛΑ ΜΟΥ;;;»
«ΓΙΑΤΙ ΧΕΖΩ!!!» φώναξε η Χριστίνα εμφανώς τσαντισμένη από μέσα. «Πλιτς» ακούστηκε στο βάθος.
«Το μωρό;» σκέφτηκα
«Α!» είπε ο Βασίλης και γύρισε προς την μεριά μας. «Χέζει…» είπε απολογητικά. «Ξέχασα το χάπι…» εξήγησε και επέστρεψε αργά στο σαλόνι…

Το Χάπι;;;

Υπάρχουν πολλά χάπια σε αυτόν τον κόσμο. Υπάρχουν χάπια που σε κάνουν να νιώθεις ωραία, χάπια που σε κάνουν να νυστάζεις, χάπια που σου κάνουν δίαιτα, χάπια που σου φουσκώνουν τους μυς, χάπια που σε κάνουν πιο αργό, πιο γρήγορο, πιο έξυπνο, πιο χαζό. Μέσα στον γενικό χαμό, υπάρχουν και χάπια που σε κάνουν να χέζεις.

ΠΟΛΥ.

Ένα τέτοιο χάπι πρέπει να παίρνουν όλες οι γυναίκες την προηγούμενη της καισαρικής τους. Υπάρχει μάλιστα και μια πολύ καλή εξήγηση γι’ αυτό, την οποία και θα αφήσω στην διακριτική ευχέρεια του καθ’ ενός να διερευνήσει…

Όπως και να έχει, η Χριστίνα πέρασε όλο το υπόλοιπο βράδυ στην τουαλέτα. Έτσι έγινε και σώθηκαν και τα αγριογούρουνα από τον σίγουρο αφανισμό…

Κάντε κλικ εδώ για τη συνέχεια…

Θανάσημος

Δευτέρα, Αύγουστος 11, 2008

Η Γέννα (4ο Μέρος)

Αυτό είναι το τέταρτο μέρος της ιστορίας. Θα βοηθούσε ιδιαίτερα εάν είχατε διαβάσει τα άλλα τρία πριν το διαβάσετε…

————————————————-

Υπάρχει μια θεωρία που λεει ότι η ζωή έχει δημιουργηθεί κατά λάθος. Η θεωρία αυτή ονομάζεται «θεωρία της εξέλιξης» και ισχυρίζεται πως ό,τι υπάρχει, υπάρχει επειδή προέκυψε μέσα από εκατομμύρια πειράματα που πραγματοποίησε η φύση, ασυνείδητα, απλώς κάνοντας ένα μικρό λάθος την ώρα που ένα θηλυκό συλλάμβανε, καθώς έκανε σεξ με ένα αρσενικό. Όπως κάθε τι που περιλαμβάνει σεξ, έτσι κι αυτή η θεωρία είναι πολύ δημοφιλής.

Υπάρχει ακόμα και μια άλλη θεωρία που λεει ότι η ζωή σχεδιάστηκε από τον Θεό. Ότι δηλαδή, υπάρχει κάποιος κάπου, που μια ημέρα ανασήκωσε τα μανίκια του, πήρε λίγο λάσπη και είπε: «Λοιπόν! Και τώρα, οι ελέφαντες…». Προσωπικά, είμαι οπαδός αυτής της θεωρίας. Πιστεύω ότι ο Θεός υπάρχει και ξέρω και τι είναι: Είναι σαδιστής. Είμαι απόλυτα βέβαιος, γιατί ο ίδιος φρόντισε να αφήσει πίσω του την σφραγίδα του, με τρόπο απόλυτο και αδιάψευστο: τα κουνούπια.

Υπάρχουν ένα δισεκατομμύριο πράγματα που μπορώ να χωνέψω ότι προέκυψαν κατά τύχη. Μπορώ να χωνέψω τις καμηλοπάρδαλεις, ας πούμε. Μπορώ να χωνέψω εκείνα τα φυτά που περιμένουν να κάτσει επάνω τους η μέλισσα και μετά κλείνουν και την τρωνε. Μπορώ να χωνέψω ακόμα και τον Μητσοτάκη. Μπροστά στην ύπαρξη των κουνουπιών όμως, σηκώνω τα χέρια ψηλά…

Μου είναι αδύνατον να πιστέψω ότι έχει δημιουργηθεί κατά λάθος ένα πλάσμα που πίνει το αίμα μου, που ζει όταν κοιμάμαι κάνοντας έναν τρομερά εκνευριστικό θόρυβο και που ΞΕΡΕΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΥΤΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΜΠΕΙ ΜΕΣΑ, που με ένα τόσο δα τσιμπιματάκι μου δημιουργεί σπυριά που με φαγουρίζουν για ημέρες, που εμφανίζεται και εξαφανίζεται μέσα στις σκιές του δωματίου το βράδυ, ακόμα κι αν ανοίξω όλα τα φώτα και που, ακόμα και αν το δω και καταφέρω να το σκοτώσω, μου γεμίζει τον τοίχο με αίμα που λίγο νωρίτερα μου είχε ρουφήξει.

Είναι νομίζω προφανές ότι το κουνούπι είναι το υπέρτατο όργανο ήπιου βασανιστηρίου. Δεν είναι εκεί να σε σκοτώσει. Είναι εκεί για να σε εξουθενώσει. Να σε κάνει να σηκώσεις τα χέρια ψηλά. Να σε κάνει να νιώσεις ανήμπορος, έτσι όπως θα στέκεσαι με το σώβρακο και μια πετσέτα στο χέρι, στη μέση του δωματίου, γυρίζοντας γύρω – γύρω και κοιτάζοντας το κενό σαν χάχας, προσπαθώντας να εστιάσεις στο πουθενά και μαθαίνοντας απ’ έξω κάθε καρφί και σημάδι που υπάρχει στον τοίχο. Το κουνούπι υπάρχει για να σε κάνει να σπάσεις. Με τέτοια χαρακτηριστικά, το ων αυτό αποτελεί σαφέστατα αποτέλεσμα λεπτότατου σχεδιασμού και προσεχτικής στόχευσης. Ένα πλάσμα τόσο υψηλών στάνταρ, είναι απολύτως αδύνατον να έχει δημιουργηθεί κατά λάθος. Έχει δημιουργηθεί με ένα και μοναδικό σκοπό:

ΝΑ ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙ!

«Θα σταματήσεις να βαράς τους τοίχους με την μπλούζα μου;;;» φώναξε απ’ το κρεβάτι μας η Μαίρη με αυτή τη μοναδική ικανότητα που έχουν οι γυναίκες να φωνάζουν ψιθυρίζοντας. Ήτανε δύο η ώρα το βράδυ.
«Τι σε πειράζει; Που βαράω τον τοίχο, ή που τον βαράω με την μπλούζα σου;;;» είπα τσαντισμένος και πλησίασα σε μια γωνία που νόμιζα ότι είδα ένα κουνούπι.
«ΕΜΕΝΑ ΠΑΝΤΩΣ ΜΕ ΠΕΙΡΑΖΕΙ ΠΟΥ ΒΑΡΑΣ ΤΟΝ ΤΟΙΧΟ!!!» φώναξε η Χριστίνα από το διπλανό δωμάτιο.

Στράβωσα τα μούτρα μου και γύρισα το βλέμμα μου προς το ταβάνι. Τίποτα. Κοίταξα στον απέναντι τοίχο. Τίποτα. Κοίταξα τις πόρτες της ντουλάπας. Τϊποτα. Κοίταξα το γραφείο, την πόρτα, τις κουρτίνες, το πάτωμα. Τίποτα, τίποτα, τίποτα, τίποτα!

«Έλα μωρό μου» είπε η Μαίρη. «Άσ’ το! Δεν υπάρχει κουνούπι…»
«Πως δεν υπάρχει ρε Μαίρη! Αφού πριν το άκουσα!!!»
«Ε και που είναι;»
«Δεν ξέρω…» είπα απελπισμένος και ξανακοίταξα το ταβάνι
«Άσ’ το βρε πουλάκι μου…» ξαναδοκίμασε η Μαίρη. «Κλείσ’ το φως και έλα να κοιμηθείς! Σε πέντε ώρες ξυπνάμε!»

Έριξα μια ακόμα θυμωμένη ματιά στους τοίχους και αποφάσισα να ακολουθήσω τη συμβουλή της. Έκλεισα το φως, ξάπλωσα στο κρεβάτι και τράβηξα το σεντόνι επάνω μου.
«Καληνύχτα…» μου είπε η Μαίρη και μου έδωσε ένα φιλί.
«Καληνύχτα…» της είπα κι εγώ
«Βζζζζζζννννννν» είπε και το κουνούπι και μπήκε καρφί μέσα στο ρουθούνι μου
«ΓΑΜΩ ΤΟ ΜΠΕΛΑ ΜΟΥ!!!» είπα εγώ και τινάχτηκα απ’ το κρεβάτι
«Τι έπαθες;» είπε η Μαίρη
«Μπήκε μέσ’ τη μύτη μου!» είπα αγανακτισμένος
«Ε, ρούφα και μάσα» είπε η Μαίρη και γύρισε πλευρό.

Η επόμενη ημέρα ξεκίνησε με μια μικρή αλλαγή στο πλάνο. Το πρόγραμμα έλεγε ότι θα πάμε όλοι μαζί στο νοσοκομείο, τα παιδιά με το αυτοκίνητο τους κι εμείς από πίσω με το δικό μας. Μόλις φτάναμε, η Χριστίνα θα γεννούσε κι εμείς θα πίναμε καφέ. Κατά την άποψη μου, το πρόγραμμα αυτό ήταν λιτό, απλό και λειτουργικό. Η Χριστίνα όμως είχε άλλη γνώμη…

«Πρέπει να πας να πάρεις την θεία μου απ’ το σπίτι της!» μου είπε μόλις βγήκα απ’ το δωμάτιο μου. Ήταν εφτά το πρωί.
«Να κατουρήσω πρώτα;» είπα μισοκοιμισμένος
«Κατούρα…» μου είπε

Στο μπάνιο πέρασα πολύ ωραία. Κατάφερα μάλιστα και να ξεχάσω τελείως αυτό που μου είπε η Χριστίνα κι έτσι ολοκλήρωσα την τουαλέτα μου με μια ευχάριστη διάθεση για πρωινό καφέ. Όταν βγήκα, ο Βασίλης και η Χριστίνα ήταν ήδη στην εξώπορτα.

«Φεύγουμε!» είπε ο Βασίλης
«Που είναι η Μαίρη;» είπα εγώ
«Κοιμάται» είπε ο Βασίλης
«ΠΑΜΕ!» είπε η Χριστίνα
«Που πάτε ρε παιδιά; Κι εμείς;» είπα εγώ
«Εσείς να πάρετε πρώτα την θεία μου και την Αννέτ και μετά να έρθετε!» είπε η Χριστίνα και πρόσθεσε «Δυστυχώς ο Κώστας δεν μπορεί να τις φέρει».
«Που μένει η θεία σου; Ποια είναι η Αννέτ; Πως πάω εκεί; Δεν έχω ιδέα από Αθήνα! Ποιος είναι ο Κώστας;» είπα εγώ που ένοιωθα σιγά – σιγά την έντονη επιθυμία να ξαναπάω για ύπνο.
«Ο Κώστας είναι που τους πηγαίνει τα ψώνια. Η θεία θα έρθει μαζί με την φίλη της, την Αννέτ. Σου έχω αφήσει ένα σημείωμα στην κουζίνα με οδηγίες πως να πάτε στο σπίτι της. Πρέπει να φύγετε αμέσως γιατί θα σας περιμένουν κάτω στο δρόμο σε είκοσι λεπτά. Μην τις στήσετε! Είναι ογδόντα χρονών γυναίκες» είπε η Χριστίνα και έκανε να φύγει.
«Χριστίνα! Δεν έχω χάρτη της Αθήνας!» τραύλισα.
Η Χριστίνα κοντοστάθηκε σαν να σκεφτόταν και μετά γύρισε και μου είπε:
«Πρόσεχε με την θεία, ε; Θυμήσου: Έχει Αλτσχάϊμερ…» και με αυτά τα λόγια, έκλεισε την πόρτα και με άφησε μόνο στο διάδρομο, με το σώβρακο. Κοίταξα κάτω και είδα τον Τόμπι να πηδάει το πόδι μου. Πίσω μου, άνοιξε η πόρτα του δωματίου, ξεπρόβαλε η Μαίρη αγουροξυπνημένη και είπε:

«Καλημέρα!»

Κάντε κλικ εδώ για τη συνέχεια…

Θανάσημος

Τρίτη, Αύγουστος 12, 2008

Η Γέννα (5ο Μέρος)

Το παρόν διήγημα ξεκινάει από εδώ. Εάν όμως βαριέστε να διαβάσετε τα προηγούμενα επεισόδια, μην ανησυχείτε! Από σήμερα εισάγουμε έναν νεωτερισμό: τις περιλήψεις. Δεδομένου ότι το διήγημα έχει ξεφύγει απ’ τον αρχικό προϋπολογισμό, πήραμε την απόφαση (όλοι μαζί) να παρέχουμε περιλήψεις πριν από κάθε επεισόδιο. Έτσι, δεν θα είναι πια απαραίτητο να διαβάζετε τα κείμενα. Για την ακρίβεια, το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να περιμένετε πότε θα αναρτηθεί το τελευταίο επεισόδιο, να το διαβάσετε μαζί με την ‘περίληψη προηγουμένων’ που θα έχει και θα είστε 100% καλυμμένοι…

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Την ημέρα της γέννας, η Χριστίνα φεύγει πρωί – πρωί βιαστικά με τον άντρα της τον Βασίλη για το μαιευτήριο. Πριν κλείσει την πόρτα, μας αναθέτει να πάμε να πάρουμε την ογδοντάχρονη θεία της που μας περιμένει μαζί με την φίλη της να τις φέρουμε στο μαιευτήριο. Ούτε εγώ, ούτε η Μαίρη έχουμε ιδέα από Αθήνα και το μόνο μας εφόδιο είναι ένα χαρτάκι με οδηγίες που μας άφησε βιαστικά ο Βασίλης και ένας χάρτης της Ελλάδας. Η Χριστίνα γεννάει σε λίγη ώρα, εμείς παλεύουμε με την κίνηση στην Αθήνα και η θεία έχει αλτσχάϊμερ…

——————————————————-

Το να βιάζεσαι και να ξέρεις που πας, είναι μια κατάσταση δυσάρεστη αλλά τουλάχιστον έχεις την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να ελέγξεις το μέλλον.

Το να βιάζεσαι και να ΜΗΝ ξέρεις που πας, είναι μια κατάσταση απελπιστική, ακριβώς επειδή δεν έχεις την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να ελέγξεις το μέλλον. Αυτό είναι και το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου.

Το να βιάζεσαι και να ΜΗΝ ξέρεις που πας, την ώρα που όλοι γύρω σου βιάζονται και ξέρουν που πάνε, είναι μια κατάσταση απόλυτου πανικού. Η κατάρα που μάζεψα εκείνη την ημέρα στους δρόμους της Αθήνας δεν περιγράφεται…

«ΜΠΙΙΙΙΙΙΠΠΠΠ!!!»
«Προχώρα ρε μαλάκααααααααα»
«ΜΠΙΠ! ΜΠΙΠ!! ΜΠΙΙΙΙΠΠΠΠΠ!!!!!»
«Μα τι κάνει ο ηλίθιος!!!»
«Άντε πίσω στο χωριό σου ρεεεεε!!!»
«ΜΠΙΙΙΙΠ! ΜΠΙΙΙΙΙΙΙΙΙΠ!!!»
«Βάλε ένα ‘ΝΙ’ ρεεεεεεεε!!!!»

Οι ατάκες των Αθηναίων διαδέχονταν η μια την άλλη. Δεξιά μου, η Μαίρη κρατούσε έναν τεράστιο χάρτη της Ελλάδας τον οποίο και κοίταζε με προσοχή στο σημείο όπου ήταν αποτυπωμένη η Αττική.

«Νομίζω ότι εδώ πρέπει να πας αριστερά…» μου έλεγε
«Πως να πάω αριστερά μωρό μου; Δεν την προλαβαίνω τη στροφή! Αφού είμαι στη δεξιά λωρίδα!»
«Ε, καλά! Πήγαινε δεξιά τότε…» έλεγε η Μαίρη για την οποία το σημαντικό ήταν κάπου να στρίψουμε.

Κάποια στιγμή βγήκαμε μπροστά στην πύλη του Γενικού Επιτελείου Στρατού.
«Συγνώμη ρε φίλε!» είπα στον σκοπό. «Μήπως ξέρεις πως πάω Παγκράτι;»
«Που να ξέρω ρε φίλε!» μου είπε ο φαντάρος. «Εγώ είμαι απ’ την Πάτρα!»

Μισή ώρα και μερικές χιλιάδες γαμωσταυρίδια μετά, είχαμε φτάσει τελικά στον προορισμό μας. Η θεία και η φίλη της, η Αννέτ μας περίμεναν όρθιες στο πεζοδρόμιο. Με το που τις είδα, έχασα κάθε φόβο ότι θα μπορούσα να μην τις αναγνωρίσω: Η μια φορούσε ένα πράσινο ταγεράκι, κομπλέ με πράσινη φούστα, πράσινα παπούτσια, πράσινη τσάντα και φυσικά πράσινο καπέλο. Ήταν φτυστή η βασίλισσα της Αγγλίας. Την φαντάστηκα σε μια μεγάλη εξέδρα εγκαινίων να ρίχνει ένα μπουκάλι σαμπάνια επάνω στην πλώρη ενός υπερωκεάνιου. Η άλλη φορούσε ένα λευκό φόρεμα μέχρι τους αστραγάλους με χρυσή ζώνη, χρυσή τσάντα και ένα κόκκινο καπέλο διαμέτρου 60 εκατοστών με ένα φτερό στο πλάι, σαν αυτά που φορούσε η Σοφία Λόρεν τη δεκαετία του εξήντα.

«Για όνομα του Θεού!» είπε η Μαίρη καθώς σταματούσαμε δίπλα τους. «Ποια είναι αυτή που ΔΕΝ έχει Αλτσχάιμερ;» με ρώτησε.
«Να αυτή εκεί» της είπα και έδειξα μια άσχετη κοπέλα που περνούσε το δρόμο απέναντι.

Οι γιαγιάδες μας κοιτούσανε με αδιαφορία.

«Καλημέρα!» τους είπα
«Καλημέρα!» είπε η Σοφία Λόρεν
«Είστε οι συγγενείς της Χριστίνας;» είπα
«Ναι!» είπε η Σοφία Λόρεν
«Περάστε!» είπα και τους άνοιξα την πόρτα.

Μπήκανε μέσα στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε.
«Γεια σας!» τους είπε η Μαίρη. «Είμαστε φίλοι της Χριστίνας! Εγώ είμαι η Μαίρη!»
«Εγώ είμαι η Αννέτ» είπε η Σοφία Λόρεν. Η βασίλισσα δεν είπε τίποτα.
«Εσείς είστε η θεία της Χριστίνας;» της είπε ο Μαίρη προσπαθώντας να της πιάσει κουβέντα.
«Καλά, καλά, ευχαριστώ…» είπε η βασίλισσα χαμογελώντας ευγενικά.
«Αυτή είναι» είπα στη Μαίρη.

Η Μαίρη γύρισε μπροστά και μου έριξε ένα από τα γνωστά δολοφονικά της βλέμματα.
«Μήπως μπορείς να μου πεις που πάμε;» άλλαξα θέμα. Πήρε το χαρτί με τις οδηγίες του Βασίλη και διάβασε με δυσκολία τα ορνιθοσκαλίσματα:
«Μαι-ευ-τη-ριο Μη-τε-ρα»
«Και που είναι αυτό;» είπα
«Κη-φι-σι-ας» είπε η Μαίρη
«Και που είναι αυτό;» ξαναρώτησα
«Ξέρω ‘γω;» είπε η Μαίρη. «Εδώ λεει, ‘δίπλα στο νοσοκομείο Υγεία’. Πάμε και θα το βρούμε…»

Μερικές στροφές μετά, είδαμε μια πινακίδα που έγραφε προς «Κηφισιά».
«Είμαστε πολύ τυχεροί!» είπα στην Μαίρη και βάλθηκα να ακολουθώ τα βελάκια…

Ήταν εύκολο να καταλάβουμε πότε φτάσαμε στον προορισμό μας, γιατί υπήρχε ένας σταθμός του Μετρό που έλεγε «Κηφισιά» με μεγάλα γράμματα. Σταμάτησα μπροστά του, κατέβασα το παράθυρο και φώναξα σε έναν περαστικό:

«Γειά σας! Μήπως μπορείτε να με βοηθήσετε; Ψάχνω τη ‘Μητέρα’»
«Α!» ακούστηκε μια φωνή έκπληξης της θείας απ’ το πίσω κάθισμα. «Είσθε ορφανός;»

Ο τύπος κοίταξε μια εμένα και μια τη θεία.
«Εννοώ το μαιευτήριο!» ξαναπήρα την πρωτοβουλία. «Τη ‘Μητέρα’. Κάπου εδώ κοντά είναι!»
«Α!» είπε ο τύπος και γύρισε προς το μέρος μου. «Το ‘Μητέρα’».
Τον κοίταξα με απορία. «Το;» σκέφτηκα. «Φτου! Πέσαμε σε μετανάστη…»
«Είναι πολύ μακριά από εδώ!» είπε ο μετανάστης χωρίς ίχνος προφοράς
«Μακριά;» έκανα με απορία
«Στην Κηφισίας!» είπε
«Γιατί εδώ τι είναι;» ρώτησα
«Κοίτα φίλε, βιάζομαι!» είπε ο τύπος, έκανε μεταβολή και έφυγε. Έμεινα να κοιτάω την πλάτη του αποσβολωμένος.

«Ασ’ το, θα μάθω εγώ!» είπε η Μαίρη αποφασιστικά. Πήρε το χαρτί με τη διεύθυνση, βγήκε απ’ το αυτοκίνητο και πήγε προς την πιάτσα των ταξί παραδίπλα. Την είδα να πλησιάζει έναν ταρίφα, να του δείχνει το χαρτί και να του λεει κάτι. Είδα τον ταρίφα να την κοιτάει και να της λεει κάτι. Είδα την Μαίρη να του ξαναδείχνει το χαρτί και μετά την πινακίδα στον σταθμό. Μετά είδα τον ταρίφα να βάζει τα γέλια. Μαζεύτηκαν τριγύρω και κανα – δυό άλλοι. Ο πρώτος ταρίφας είχε πάρει το χαρτί απ’ την Μαίρη, το έδειχνε στους άλλους γελώντας, τους έδειχνε την πινακίδα τους μετρό και μετά γελάγανε όλοι μαζί. Η Μαίρη σε δεύτερο πλάνο είχε κοκκινίσει μέχρι τα αυτιά. Στο τέλος, είδα τον ταρίφα να δείχνει με το χέρι του προς τα κάτω και να κάνει μια χειρονομία μπρος – πίσω, μπρος – πίσω, σα να της λεει «όλο ευθεία, ίσα κάτω».

Η Μαίρη γύρισε με γρήγορο βήμα στο αυτοκίνητο, μπήκε μέσα και βρόντηξε την πόρτα. Ήταν εμφανώς συγχυσμένη.

«Πάμε!» είπε
«Που πάμε;» ρώτησα
«Από ‘κει που ‘ρθαμε!» είπε
«Α…» είπα και ξεκίνησα. Πέρασε ένα λεπτό χωρίς να πει κανείς τίποτα μέσα στο αυτοκίνητο. Στο τέλος η θεία μίλησε και είπε:
«Πατέρα έχετε;»

Κάντε κλικ εδώ για τη συνέχεια…

Θανάσημος

Τετάρτη, Αύγουστος 13, 2008

Η Γέννα (6ο Μέρος)

Τώρα κάνουμε και ντιλίβερι!

Για όλους τους ανυπόμονους που θέλουν να μάθουν από τώρα το τέλος της ιστορίας, ανοίξαμε έναν τραπεζικό λογαριασμό στα νησιά Μπαρμπέϊντος. Παρακαλούμε, επικοινωνήστε μαζί μας μέσω email για να σας γνωστοποιήσουμε τα στοιχεία του λογαριασμού και το ακριβές ποσό που πρέπει να καταθέσετε.

Για όσους δεν έχετε διαβάσει τα προηγούμενα επεισόδια, μπορείτε να ξεκινήσετε την ιστορία από εδώ. Εάν βαριέστε, υπάρχει πάντα και η…

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Την ημέρα της γέννας, η Χριστίνα φεύγει πρωί – πρωί βιαστικά με τον άντρα της τον Βασίλη για το μαιευτήριο. Πριν κλείσει την πόρτα, μας αναθέτει να πάμε να πάρουμε την ογδοντάχρονη θεία της που μας περιμένει μαζί με την φίλη της να τις φέρουμε στο μαιευτήριο. Η θεία έχει αλτσχάϊμερ. Έχοντας χαθεί μέσα στην Αθήνα, έχοντας λιώσει από τη ζέστη αλλά έχοντας καταφέρει να φέρουμε σε πέρας την αποστολή μας, φτάνουμε επιτέλους στο ‘Μητέρα’…

—————————————————————-

Τους πρώτους μήνες της ζωής μου ήμουνα μπλε. Όπως εύκολα μπορεί να υποθέσει κανείς, οι γονείς μου είχαν αναστατωθεί με αυτή μου την κατάσταση.

«ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΠΛΕΕΕΕΕΕΕΕΕ!» έλεγε η μάνα μου κλαίγοντας στις φίλες της.
«Βρε πουλάκι μου, μην κάνεις έτσι!» προσπαθούσαν να την παρηγορήσουν εκείνες. «Μήπως είχες κανέναν μπλε συγγενή; Για θυμήσου! Κανέναν παππού; Κανέναν θείο ίσως;»
«ΌΧΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ» έλεγε η μάνα μου και έκλαιγε.
«Μήπως να το πλύνουμε με τάϊντ;» πρότεινε ο πατέρας μου που ελλείψει μητρικού ενστίκτου, έκανε ό,τι μπορούσε.

Χρειάστηκαν τρεις μήνες για να βρεθεί μια ικανοποιητική εξήγηση στο φαινόμενο μου. Η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στο ότι οι γιατροί, πρώτα εξέτασαν και απέκλεισαν μια – μια τις περιπτώσεις να ήμουνα ο Μπαμπαστρούμφ, ο Σπιρτούλης, ο Χαχανούλης, ο Λιχούδης κλπ. κλπ. κλπ. Όταν πλέον, τρεις μήνες αργότερα βεβαιώθηκαν ότι δεν είμαι στρουμφάκι, τότε μόνο ελέγξανε μπας και ήμουν αλλεργικός. Εν τω μεταξύ, εγώ είχα πάρει ένα ωραίο μπλε μαρόν ενώ είμαι σίγουρος ότι στα κρυφά, ο πατέρας μου με έπλενε και με τάϊντ.

Υπάρχουν πολλά είδη αλλεργίας. Άλλοι άνθρωποι είναι αλλεργικοί στο μέλι. Άλλοι είναι αλλεργικοί στα φουντούκια. Άλλοι είναι αλλεργικοί στην σκόνη. Και άλλοι είναι αλλεργικοί στην ηλιθιότητα. Είναι προφανές ότι οι αλλεργικοί στην ηλιθιότητα ή τη σκόνη την έχουν πιο άσχημα απ’ όλους τους άλλους, μιας που αυτά τα δύο υπάρχουν σε τόση αφθονία που είναι απολύτως αδύνατον να μην έρχεσαι σε καθημερινή επαφή μαζί τους.

Εγώ ευτυχώς ήμουν αλλεργικός μόνο στην σκόνη. Διότι εάν ήμουν αλλεργικός και στην ηλιθιότητα, θα ήμουν αλλεργικός στον εαυτό μου, που σημαίνει ότι αν ποτέ έφτανα στην αυτογνωσία, θα πάθαινα αλλεργικό σοκ και θα πέθαινα ακαριαία.

Το να είσαι αλλεργικός στην σκόνη εκείνα τα χρόνια, σήμαινε ότι έπρεπε να τρέχεις κάθε μήνα στα νοσοκομεία. Εκεί, ένας καραφλός με άσπρη ρόμπα με έβαζε σε κάτι τεράστια μηχανήματα και μου ζητούσε να φυσάω, να ρουφάω ή να μην κάνω τίποτα αλλά να τον περιμένω ημίγυμνος μέσα στο παγωμένο δωμάτιο, όσο αυτός έκανε καμάκι στη νοσοκόμα. Δεκαέξι χρόνια μέσα στα νοσοκομεία, έμαθα πολύ καλά να τα αντιπαθώ. Τα νοσοκομεία μυρίζουν. Έχουν άσχημο φωτισμό. Είναι χαμηλοτάβανα. Έχουν μακριούς, καφκικούς διαδρόμους. Και είναι γεμάτα αρρώστους, συγγενείς, γιατρούς και νοσοκόμες που όλοι τους θα προτιμούσαν να είναι κάπου αλλού. Δεν ήταν λίγες οι φορές που, ενώ πήγαινα ή έφευγα απ’ το νοσοκομείο, συναντούσα ανθρώπους να κλαίνε, υποβασταζόμενοι από έναν – δυό άλλους. «ΑΝΤΩΝΗ ΜΟΥΥΥΥ!!!» λέγανε και ρουφούσαν τη μύτη τους.

Τα νοσοκομεία είναι σκατά.

Μετά από ένα τέτοιο μεγαλοπρεπές καλωσόρισμα στην ζωή, είναι νομίζω φυσικό να έχω μια μικρή αντιπάθεια όταν πρέπει να μπω σε ένα νοσοκομείο. Έτσι λοιπόν, εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς το σοκ που ένοιωσα όταν μπήκα μέσα στο ‘Μητέρα’: Όλοι γελούσαν!

Οι γιατροί γελούσαν. Οι νοσοκόμες γελούσαν. Οι συγγενείς γελούσαν. Οι καθαρίστριες γελούσαν. Οι ρεσεψιονίστ γελούσαν. Οι οδηγοί ασθενοφόρων γελούσαν. Οι μητέρες γελούσαν. Οι πατέρες γελούσαν. Οι επισκέπτες γελούσαν. ΟΛΟΙ ΓΕΛΟΥΣΑΝ!!!

Οι μόνοι που κλαίγανε ήταν τα μωρά.

«ΟΥ-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!» άκουγες ένα μαζικό κλάμα μόλις άνοιγε η πόρτα του θαλάμου που τα φυλάγανε το ένα δίπλα απ’ το άλλο, στην σειρά. Ευτυχώς ο ήχος χανότανε μόλις έκλεινε η πόρτα και έτσι έμενες εσύ να τα κοιτάς πίσω απ’ το τζάμι, χωρίς ήχο και η Μαίρη δίπλα σου να λέει «Αχ, κοίτα τι γλυκά που είναι όταν κλαίνε! Έλα να κάνουμε ένα!»

Ο Βασίλης μας περίμενε στην αίθουσα αναμονής των συγγενών.

«Αργήσατε!» μας είπε
«Είχαμε πάει στην Κηφισιά!» του είπα
«Στην Κηφισιά;;;» γούρλωσε τα μάτια του. «Γιατί;»
«Ε…» εξήγησα
«Α…» έδειξε κατανόηση
«Γέννησε;» ρώτησε η Μαίρη που ως γυναίκα είναι πιο πρακτικός άνθρωπος
«Όχι ακόμα…» είπε ο Βασίλης και κοίταξε πάνω απ’ τον ώμο μου την θεία και την φίλη της. «Γειά σας!» τους είπε.
«Σήμερα δεν γεννάει η Χριστίνα;» είπε η θεία με ανησυχητική διαύγεια.
«Ναι, σήμερα!» είπε ο Βασίλης
«Α, ωραία!» είπε η θεία. «Εσείς ποιος είσθε;» συμπλήρωσε επανερχόμενη σε κανονικότερους ρυθμούς.
«Ο πατέρας!» είπε ο Βασίλης
«Α!» άφησε ένα επιφώνημα η θεία. «Σας ψάχνει ο κύριος» είπε και με έδειξε με το κεφάλι.

«Ο κύριος Παπαδόπουλος, Ο κύριος Παπαδόπουλος παρακαλώ!» ακούστηκε μια φωνή από τα μεγάφωνα. Από το βάθος του δωματίου ξεκίνησε την κούρσα του κάνοντας μια άψογη εκκίνηση ένας τύπος γύρω στα 35 με μικρή καράφλα και κοιλίτσα. Η εκρηκτική του εκτίναξη από την καρέκλα όμως ανακόπηκε από μια γιαγιά που στεκότανε στην κολόνα και κοίταζε τον Αυτιά στην τηλεόραση. Ο τύπος προσπάθησε άτσαλα να την αποφύγει, έκανε δύο βήματα δεξιά, έσπρωξε μια έγκυο, έκανε πίβοτ, πέρασε ανάμεσα μας με φόρα και έσκασε επάνω στην ρεσεψιόν. «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ!» φώναξε.

«Σιγά ρε φίλε!» μουρμούρισε ο Βασίλης ενώ οι υπόλοιποι κουνάγαμε τα κεφάλια μας επιτιμητικά.

«Ο κύριος Παλασανίδης, Ο κύριος Παλασανίδης παρακαλώ!» ακούστηκε η ίδια φωνή απ’ τα μεγάφωνα. Πριν προλάβει να χαθεί ο απόηχος ο Βασίλης είχε πραγματοποιήσει μια αριστοτεχνική αριστερή ριβέρς, είχε αποφύγει με μια άψογη προσποίηση τη θεία αλλά αμέσως μετά δέχτηκε το τάκλιν από μια τσάντα με ρούχα, απ’ αυτές που ήταν τοποθετημένες από τους συγγενείς σε στρατηγικά σημεία του πατώματος. Ο Βασίλης έχασε την ισορροπία του, έκανε δυο μεγάλα βήματα με τα χέρια του σχεδόν να ακουμπάνε στο πάτωμα και πήγε και έσκασε με το κεφάλι επάνω στον Παπαδόπουλο.

«Σιγά ρε φίλε!» είπε ο Παπαδόπουλος.
«Είμαι ο Παλασανίδης!» είπε ο Βασίλης.
«Α!» είπε αδιάφορα η γραμματέας. «Περάστε να βοηθήσετε τη γυναίκα σας να ετοιμαστεί. Σε λίγο γεννάει…»

Κάντε κλικ εδώ για τη συνέχεια…

Θανάσημος

Πέμπτη, Αύγουστος 14, 2008

Η Γέννα (7ο Μέρος)

Η ιστορία αυτή ξεκινάει από εδώ και δεν τελειώνει ΠΟΤΕ. Το λεω αυτό για να μην έχετε ψευδαισθήσεις…

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνουμε τελικά να φτάσουμε στο μαιευτήριο όπου η Χριστίνα σε λίγο γεννάει. Μαζί μας η θεία της που έχει αλτσχάϊμερ, μια φίλη της θείας και ο Βασίλης, ο πατέρας του παιδιού, ο οποίος μόλις μπήκε μέσα στον προθάλαμο του χειρουργίου για να ετοιμάσει τη Χριστίνα για τη γέννα…

—————————————————————-

Δεν είμαι απόλυτα σίγουρη πότε ακριβώς ξεκίνησαν όλα, αλλά το πρώτο πράγμα που θυμάμαι καθαρά είναι εκείνος ο καυγάς.

«Μα είναι δυνατόν ρε Βασίλη να σου τελείωσαν τα βέλη;;;» φώναζε μια γυναίκα

«Ε τι να κάνω ρε Χριστίνα!» απολογούνταν ένας άντρας. «Ήταν πάρα πολλοί αυτοί οι νάνοι…»

Στην αρχή μου άρεσε πολύ μέσα στην κοιλιά. Ήταν ζεστά και απαλά. Είχε τζάμπα φαΐ, τζάμπα στέγη και όταν μαλώνανε αυτοί οι δύο, είχε και τζάμπα διασκέδαση. Δεν ήταν βέβαια όλα ρόδινα. Υπήρχαν και οι στιγμές που εκείνος έπεφτε επάνω στην κοιλιά και κουνιόταν πάνω – κάτω με δύναμη και τρίζανε τα τοιχώματα κι εκείνη φώναζε με μανία, μέχρι που στο τέλος ακουγόταν μια απόκοσμη κραυγή και μετά με πιτσιλούσε εκείνη η κρέμα που κολλάει παντού. Μπλιάχ!

Ένα πράγμα που χαίρομαι άμα βγω από ‘δω μέσα είναι ότι θα γλιτώσω μια για πάντα απ’ αυτή τη κρέμα.

Τις τελευταίες εβδομάδες πάντως, κάτι είχε αλλάξει. Κατ’ αρχήν είχε μικρύνει σημαντικά ο χώρος. Αυτό μου είχε κάνει πολύ εντύπωση γιατί το ίδιο διάστημα, κάθε φορά που έβλεπε κάποιος τη Χριστίνα της έλεγε «πάχυνες!». Που απ’ όσο έχω καταλάβει σημαίνει «αυξήθηκες». Έτσι λοιπόν κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η Χριστίνα αυξανότανε εις βάρος μου και μου έκλεβε χώρο.

Επιπλέον, για κάποιον ακατανόητο λόγο, γύρισα ανάποδα. Στην αρχή είχε πλάκα, γιατί απ’ αυτή την θέση είχα καλύτερη θέα και μπορούσα να δω καινούργια πράγματα. Ιδιαίτερη εντύπωση μου είχε κάνει θυμάμαι εκείνη η τρύπα με το νερό και τα λευκά τοιχώματα γύρω – γύρω. Αργότερα έμαθα ένα κόλπο και κάθε μια – δυό ώρες πίεζα επάνω σε ένα μαλακό σημείο και τότε η Χριστίνα έλεγε «Όχι ρε γαμώτο! Πάλι κατουριέμαι!» και τρέχαμε ξανά στην λιμνούλα για να της ρίξουμε κι άλλο νερό. Μου άρεσε να βλέπω το νερό και τα λευκά τοιχώματα. Είχε μια γαλήνη που με ηρεμούσε.

Επίσης, από αυτή τη νέα μου θέση κατάφερα να δω και τον Βασίλη μια φορά που είχε βαλθεί να καθαρίσει την έξοδο.

Μετά τον πρώτο ενθουσιασμό όμως, η κατάσταση αυτή σταμάτησε να μου αρέσει. Πλάκα έχει να γυρίσεις ανάποδα αλλά μετά από λίγο σου μαζεύεται όλο το αίμα στο κεφάλι και σε πιάνει πονοκέφαλος. Και σαν να μην μου έφτανε αυτό, είχα και αυτούς τους δύο να τσακώνονται όλο και περισσότερο γιατί οι μάχες είχαν σκληρύνει και οι αντίπαλοι τους ήταν αμείλικτοι.

Η αλήθεια είναι ότι αυτή η κατάσταση με ανησυχούσε λίγο. Θέλω να πω, αυτοί εκεί έξω δεν φαίνεται να περνάνε και πολύ καλά. Όλο πολεμάνε, σκοτώνονται και μαλώνουνε. Άσε που πρέπει να ψάχνουν μόνοι τους να βρουν το φαΐ τους. Αυτό πολλές φορές με προβλημάτισε. Δηλαδή εκεί έξω δεν έχουν σωλήνα;

Εμένα βέβαια το θέμα του φαγητού δεν με απασχολούσε και πολύ, διότι έχω τον σωλήνα μου κι έτσι θα είμαι μια ζωή εξασφαλισμένη. Με απασχολούσε όμως το θέμα των πολέμων. Δεν ήθελα να βγω σε εμπόλεμη ζώνη κι έτσι, παρ’ ότι πολλές φορές ένοιωσα την επιθυμία να σκουντήξω με τα πόδια μου, να ενώσω τα χέρια μου επάνω απ’ το κεφάλι μου και να βουτήξω μέσα στην λιμνούλα με το νερό και τα κατάλευκα τοιχώματα, τελικά συγκρατήθηκα μέχρι να καταλάβω ότι τελείωσαν οι μάχες.

Κάποια στιγμή, αγχώθηκα πολύ γιατί την Χριστίνα την σκότωσε ο Βάλ! Ήταν χθες νομίζω κι εγώ διασκέδαζα πολύ γιατί είχε έρθει ένας νέος επισκέπτης που έλεγε όλο βλακείες και περνούσαμε πολύ ωραία. Παρακαλούσα η Χριστίνα να καθίσει επάνω του για να τον δω πως είναι αλλά εκείνη δεν το έκανε κι έτσι έμεινα με την απορία. Και τότε είναι που συνέβη το μοιραίο: Η Χριστίνα πέθανε!

Ένοιωσα μεγάλο άγχος και ο πονοκέφαλος μου χειροτέρεψε με τη μια. Πήρα κι έλεγξα τον σωλήνα αλλά εκείνος φαινόταν να λειτουργεί κανονικά, γεγονός που μου έσβησε και τις τελευταίες μου αμφιβολίες: ο σωλήνας ήταν ανεξάρτητος της Χριστίνας.

Τότε όμως η Χριστίνα είπε ότι θα πάει να αναστηθεί και σε δέκα λεπτά θα είναι πάλι Ο.Κ. Έτσι, ησύχασα κι εγώ γιατί είχα ακούσει ότι θα με βγάζανε αύριο με το ζόρι κι εγώ δεν ήθελα να βγω σε έναν κόσμο που θα κινδύνευα να πεθάνω. Αλλά μετά θυμήθηκα πριν από μερικούς μήνες, που είχαμε πάει κάπου που βαράγανε καμπάνες και όλοι ακούγονταν χαρούμενοι και λέγανε μεταξύ τους «Χριστός Ανέστη!» «Χριστός Ανέστη!». Έτσι τα συνδύασα και κατάλαβα ότι οι αναστάσεις είναι κάτι το νορμάλ και το συνηθισμένο στον έξω κόσμο, όπως οι λιμνούλες με τα λευκά τοιχώματα ας πούμε, και ότι όπου να’ ναι θα ακούσουμε καμπάνες και κόσμο πολύ να χαίρεται και να λεει «Χριστίνα Ανέστη!», «Χριστίνα Ανέστη!».

Κάντε κλικ εδώ για τη συνέχεια!

Θανάσημος

 

Παρασκευή, Αύγουστος 15, 2008

Η Γέννα (8ο Μέρος)

Η ιστορία αυτή ξεκινάει από εδώ. Επίσης, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι σήμερα είναι μια ιστορική ημέρα: Γεννήθηκε η μητέρα τους Σωτήρα. Χρόνια πολλά λοιπόν σε όλες τις Παναγίες!

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνουμε τελικά να φτάσουμε στο μαιευτήριο όπου η Χριστίνα σε λίγο γεννάει. Μαζί μας η θεία της που έχει αλτσχάϊμερ, μια φίλη της θείας και ο Βασίλης, ο πατέρας του παιδιού, ο οποίος μόλις μπήκε μέσα στον προθάλαμο του χειρουργίου για να ετοιμάσει τη Χριστίνα για τη γέννα της μικρής η οποία μας δίνει τη δικιά της εκδοχή για τα γεγονότα…

—————————————————————–

Την ημέρα που θα με βγάζανε ήμουν πολύ θυμωμένη: Η Χριστίνα με είχε πει «βλαμμένη». Και όχι μόνο αυτό αλλά επέμενε κι ‘όλας! «Θα βγει βλαμμένο το παιδί Βασίλη, θα δεις!» έλεγε λίγες ώρες πριν τη μεγάλη έξοδο στον Βασίλη που ως γνωστόν όταν συμφωνεί μαζί της, κάνει εκείνον τον θόρυβο που νομίζω πως τον λένε «ροχαλητό».

Δεν μου άρεσε καθόλου που θα με βγάζανε με το ζόρι. Πιστεύω ότι είμαι αρκετά έξυπνη για να αποφασίσω από μόνη μου εάν θέλω να βγω. Και το έχω αποφασίσει: Δεν θέλω. Κατά την άποψη μου, πρόκειται για πολύ σωστή απόφαση. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι που ζούνε στον έξω κόσμο δεν με σέβονται καθόλου. Ούτε καν τη γνώμη μου δεν ρωτάνε να μάθουνε. Έτσι λοιπόν κι εγώ κατέληξα ότι μόλις με βγάλουνε, θα πάρω τον σωλήνα μου και θα φύγω! Θα πάω να γίνω Πάλαντιν.

Την ημέρα που θα γινότανε η μεγάλη έξοδος, η Χριστίνα ήταν μεσ’ τα νεύρα.

«Δεν θέλω να γεννήσω!» έλεγε και ξαναέλεγε.
«Ούτε ‘γω!» έλεγα κι εγώ από μέσα.
«Μην ανησυχείτε κυρία μου! Όλα θα πάνε καλά!» έλεγε μια φωνή που δεν είχα ξανακούσει
«Άκου την νοσοκόμα!» Έλεγε ο Βασίλης. «Ξέρει καλύτερα!»

«ΞΕΡΑΔΙΑ ΞΕΡΕΙ!!!» έλεγε η Χριστίνα. Α, η Χριστίνα ήταν φοβερή! Ήμουνα πολύ περήφανη γι’ αυτήν. Τέτοιος χαρακτήρας! Τέτοια αποφασιστικότητα! Τέτοιο σθένος! Η Χριστίνα τα έβαζε με όλους. Ήταν ατρόμητη.

Παρ’ όλα αυτά η μάχη ήταν χαμένη πριν καν ξεκινήσει. Αυτός ο προδότης ο Βασίλης την κρατούσε με τα ίδια του τα χέρια για να μπορέσουν να της κάνουν την «ένεση». Δεν ξέρω τι είναι η ένεση αλλά σίγουρα είναι το χειρότερο πράγμα του κόσμου γιατί δεν έχω ξανακούσει ποτέ κανέναν να φωνάζει τόσο πολύ.

Τελικά, μας βάλανε μέσα στο χειρουργείο. Άκουγα διάφορους θορύβους από ‘δω κι από ‘κει και διάφορες συγκεχυμένες συνομιλίες, ενώ κατά καιρούς άκουγα και την Χριστίνα να φωνάζει για βοήθεια. Τη λυπόμουνα αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα από εκεί που ήμουνα κι έτσι αποφάσισα να παραμείνω ήρεμη και να προσπαθήσω να ζήσω τη στιγμή.

Και τότε, συνέβη κάτι το μαγικό: Άνοιξε ο ουρανός στα δύο!

Α-ΠΙ-ΣΤΕ-ΥΤΟ!!!

Το θέαμα ήταν μοναδικό! Μεγαλοπρεπές! Ασύγκριτο!

Ένα υπέροχο γαλαζόλευκο φως με έλουσε και αμέσως κατάλαβα γιατί η Χριστίνα έλεγε ότι η Ελλάδα είναι η χώρα του γαλάζιου και του λευκού! Έμεινα να κοιτάζω μαγεμένη το υπέροχο θέαμα σκεφτόμενη ταυτόχρονα πόσο καλύτερο θα ήτανε εάν βάζανε και μια χορωδία αγγέλων να ψέλνουνε, όταν ξαφνικά μπήκαν μέσα στην κοιλιά μου δύο ΤΕΡΑΣΤΙΑ πράγματα σαν χέρια και με γραπώσανε.

Εάν έπρεπε να συνοψίσω σε μια φράση τι μου συνέβη κατά τη διάρκεια της μεγάλης εξόδου, τότε σίγουρα θα έλεγα ότι την ώρα που γεννιόμουνα είδα όλη μου τη ζωή να περνάει από μπροστά μου.

«Ψυχραιμία!» είπα στον εαυτό μου και αφέθηκα στη μοίρα μου. «Ούτως ή άλλως, άμα πεθάνεις, θα σε αναστήσουνε» μου υπενθύμισα.

Και τότε, επάνω που όλα ήταν μαγικά, επάνω που αναδυόμουν απαλά στον έξω κόσμο και αντίκριζα για πρώτη φορά τους μεγαλοπρεπείς κυκλικούς ήλιους που βγάζουν αυτό το υπέροχο εκτυφλωτικό φως, ακριβώς τη στιγμή που ήταν ΟΛΑ ΤΕΛΕΙΑ, τότε διάλεξε την ώρα αυτός που με έβγαζε έξω και με ένα ματσούκι που κρατούσε ΜΟΥ ΕΚΟΨΕ ΤΟΝ ΣΩΛΗΝΑ!

ΜΟΥ ΕΚΟΨΕ ΤΟΝ ΣΩΛΗΝΑ!!!

ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ!!!

Α-ΠΙ-ΣΤΕ-ΥΤΟ!!!

«ΦΕΡΕ ΠΙΣΩ ΤΟ ΣΩΛΗΝΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!» έβαλα τις φωνές αλλά εκείνος, αντί να μου τον δώσει πίσω, μου έδωσε μια σφαλιάρα στην πλάτη και μετά με πάσαρε σε μια άλλη από πίσω και της είπε να με «πλύνει».

Η κατάσταση ήταν ξαφνικά εκτός ελέγχου αλλά η κοπέλα που με «έπλενε» δεν φάνηκε να συγκινείται απ’ τις φωνές μου και το μόνο που έλεγε ήταν «σώπα – σώπα!» και «μην ανησυχείς!»

Άκου! «Μην ανησυχείς!» Μα καλά, μοιάζω για τελείως ηλίθια;;; Αυτοί οι τύποι το δίχως άλλο κάνανε παράνομο εμπόριο οργάνων!

«ΡΕ ΜΟΥ ΠΗΡΑΝ ΤΟΝ ΣΩΛΗΝΑ ΛΕΜΕ!!!» φώναζα με όλη μου τη δύναμη και προσπαθούσα να δω που τον βάλανε για να τον πάρω πίσω μόλις μπορέσω αλλά η νοσοκόμα μου έκρυβε τη θέα με το σώμα της και αφού με τύλιξε σε ένα λευκό πράγμα, με σήκωσε και ξεκίνησε να προχωράει. Στην αρχή δεν είδα που πηγαίναμε γιατί από την τσαντίλα μου με είχαν πάρει τα δάκρυα. Αλλά σιγά – σιγά άρχισα να διακρίνω ένα θέαμα τρομακτικό: Η νοσοκόμα με πήγαινε προς ένα απαίσιο τέρας! Ήταν ξαπλωμένο επάνω σε ένα τραπέζι, με ανοιχτή την κοιλιά και αίματα να τρέχουν από παντού και που άπλωνε τα χέρια του να με γραπώσει.

«ΑΜΑΝ! Ο ΒΑΛ!!!» σκέφτηκα πανικόβλητη.

Πάλεψα με όλες μου τις δυνάμεις, φώναξα, ούρλιαξα, έκλαψα αλλά ο αγώνας ήταν άνισος, η νοσοκόμα ήταν πιο δυνατή και χωρίς καν να ιδρώσει, με έδωσε με άνεση στον Βαλ. Αυτός με πήρε, με κοίταξε, έκανε μια γκριμάτσα και τελικά είπε: «αυτό είναι όλο;».

Πάγωσα από την έκπληξη. Αυτή ήταν η φωνή της Χριστίνας! Απίστευτο!

Αδύνατον!

Η Χριστίνα ήταν ο Βάλ!!!

Ε, αυτό πια δεν το άντεξα και άρχισα να τσιρίζω υστερικά μέχρι που εξαντλήθηκα και με πήρε ο ύπνος.

Κάντε κλικ εδώ για τη συνέχεια…

Θανάσημος

 

Δευτέρα, Αύγουστος 18, 2008

Η Γέννα (9ο Μέρος)

Η ιστορία αυτή αρχίζει από εδώ και (υποπτεύομαι ότι) όπου να ‘ναι τελειώνει! Για τους ανυπόμονους υπάρχουν πάντα και τα νησιά Μπαρμπέϊντος. Και για όσους βαριούνται να διαβάσουν τα προηγούμενα…

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνουμε τελικά να φτάσουμε στο μαιευτήριο όπου η Χριστίνα σε λίγο γεννάει. Μαζί μας η θεία της που έχει αλτσχάϊμερ, μια φίλη της θείας και ο Βασίλης, ο πατέρας του παιδιού. Όλα πηγαίνουν καλά και εμείς περιμένουμε στην αίθουσα αναμονής για να δούμε τη Χριστίνα και τη μπέμπα…

——————————————————————–

Όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο διαπιστώνω ότι υπάρχουν πολλές δουλειές που μπορούν να σε κάνουν εκατομμυριούχο. Όλες μάλιστα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: δεν χρειάζονται πτυχίο πανεπιστημίου.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη δουλειά του μπαλονά. Αυτός είναι ένας τύπος που κάθεται σε μια καρέκλα μπροστά στο ανθοπωλείο ενός μαιευτηρίου και φουσκώνει μπαλόνια. Τα μπαλόνια μπορεί να είναι μπλε και να γράφουν «It’s a boy!» ή μπορεί να είναι ροζ και να γράφουν «It’s a girl!». Ο δικός σου ο ρόλος είναι να αγοράσεις ένα τέτοιο μπαλόνι και να το χαρίσεις στην γυναίκα που μόλις γέννησε για να το κρεμάσει επάνω απ’ το κρεβάτι της. Έτσι, την γλιτώνεις από τον κόπο να πρέπει να ενημερώσει έναν – έναν τους Άγγλους συγγενείς της για το φύλο του παιδιού.

Υπάρχουν δύο μεγέθη μπαλονιών: το μικρό, που είναι όσο ένα κανονικό μπαλόνι και το μεγάλο που έχει διάμετρο ογδόντα εκατοστών.

Είναι εύκολο να βρεις τον μπαλονά: ακολουθείς την ουρά αναμονής.

«Πόσο κάνει το μεγάλο;» ρώτησα τον τύπο που φούσκωνε τα μπαλόνια.
«Ογδόντα ευρώ» μου είπε.
«Εεεε, δεν εννοώ το κοντέινερ» είπα αμήχανα. «Εννοώ το μπαλόνι. Το ένα!» πρόσθεσα για να μην υπάρξει ξανά παρεξήγηση.
«Ογδόντα ευρώ είπαμε!» είπε ο τύπος που φάνηκε να τσαντίζεται.

Έκανα μεταβολή και έφυγα αποσβολωμένος. Μιλάμε ότι ο τύπος έχει την πιο ακριβή εκπνοή του κόσμου!

Η εμπειρία μου με τα μπαλόνια με ενέπνευσε κι έτσι, ενώ περίμενα καθιστός δίπλα στη θεία να μεταφέρουν την Χριστίνα στο δωμάτιο της, διατύπωσα την θεωρία των Άχρηστων Δώρων: Για κάποιον ακατανόητο λόγο, όταν γεννάει μια γυναίκα, όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι πιστεύουν ότι της χρειάζεται ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα αντικείμενα:

1) Ένα κουτί με γλυκά
2) Μια γλάστρα με εξωτικά φυτά
3) Ένα μπαλόνι

Στην πραγματικότητα βέβαια, η γυναίκα χρειάζεται

1) σουπίτσα με λεμόνι
2) διακοπές σε ένα μέρος με εξωτικά φυτά
3) απομπαλονοποίηση

Όλα αυτά μου φαινόντουσαν πολύ λογικά, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι η πρακτική εφαρμογή αυτής της θεωρίας προφανώς απαιτούσε να μπω στο δωμάτιο της Χριστίνας και να της πω:
«Γεια σου φιλενάδα! Σου έφερα λίγο σουπίτσα!»
«Κι εγώ ένα λεμόνι!» θα έλεγε η Μαίρη από δίπλα.

Σε αυτό το σημείο φαντάστηκα ολόκληρο τον θάλαμο, κομπλέ, με τους συγγενείς των υπολοίπων κρεβατιών, τις μητέρες, τους πατέρες, ακόμα και τα νεογέννητα, να γυρίζουν όλοι μαζί και να μας κοιτάνε καλά – καλά, μια εμάς, μια τη σουπίτσα, μια το λεμόνι και μια τη Χριστίνα με ένα βλέμμα ανάμικτης απορίας και οίκτου.

Ήταν εκείνη τη μαγική στιγμή που ξαφνικά όλα ξεκαθάρισαν στο μυαλό μου και συνέλαβα μονομιάς τα θεμέλια του καπιταλισμού.
«Νομίζω ότι πρέπει να της πάρουμε γλυκά…» είπα τελικά.
«Συμφωνώ» είπε η θεία.

Υπάρχουν πολλοί νόμοι σε αυτή τη ζωή. Ένας απ’ αυτούς είναι ο νόμος της σχέσης Εισοδήματος – Κρεβατιών. Ο νόμος αυτός λεει ότι «Ο αριθμός των κρεβατιών στο θάλαμο σου είναι αντιστρόφως ανάλογος του μισθού σου». Αυτό προφανώς δεν σημαίνει ότι εάν μείνεις σε θάλαμο με λίγα κρεβάτια θα σου δώσουν ένα μεγάλο μισθό.

Ο θάλαμος της Χριστίνας είχε τέσσερα κρεβάτια, πράγμα που δεν θα ήταν ιδιαίτερα κακό, εάν το κάθε κρεβάτι δεν ερχόταν πακέτο με το δικό του μπαλόνι, τις δικές του γλάστρες με εξωτικά φυτά και το δικό του λεωφορείο συγγενών. Το να βρεις τη Χριστίνα μέσα στο πλήθος ήταν από μόνο του μια δοκιμασία.

«Αχ, καλέ κοίτα τι γλυκό που είναι!» άκουγες μια άγνωστη φωνή από αριστερά
«Γούτσι, γούτσι, γούτσι!» άκουγες μια άλλη από δεξιά
«Χα, χα, χαααα. Καλέ με κατούρησε!» έλεγε κάποιος άλλος στο βάθος
«Λοιπόν αυτό μοιάζει εκατό τις εκατό του μπαμπά!» έλεγε μια πεθερά παραδίπλα
«Καλέ τι λες! Είναι ίδιο η μαμά!» έλεγε η συμπεθέρα
«Ααααααααααααααααα!!!» τσίριζε το μωρό επιβεβαιώνοντας ότι κατά πάσα πιθανότητα έμοιαζε στις πεθερές.

Στο βάθος του θαλάμου ήταν η Χριστίνα. Την πλησιάσαμε αργά – αργά με τη Μαίρη. Φαινόταν μια χαρά!

«Πως είσαι;» της είπα
«Ε λοιπόν παιδιά, δεν ήταν τίποτα!» είπε. «Πανεύκολο!»
«Σου φέραμε λίγα γλυκά!» της είπα
«Τι να τα κάνω;» μου είπε.
«Βαλ’ τα εδώ στο κομοδίνο, να σε εμποδίζουν» της είπα και τα ακούμπησα.
«Αχ καλέ τι γλυκιά που είναι!» είπε η Μαίρη κοιτάζοντας το μωρό
«Νομίζεις;» είπε η Χριστίνα. «Εμένα μου φαίνεται λίγο άσχημη»
«Ε, τι περίμενες; Κόρη σου είναι!» είπα εγώ για να εισπράξω μια ακόμα αγκωνιά απ’ τη Μαίρη στην πλούσια συλλογή μου.

«Συγνώμη, δικιά σας είναι η κυρία;» ακούσαμε ξαφνικά μια άσχετη φωνή από πίσω μας. Γυρίσαμε και είδαμε τη διπλανή μητέρα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, να μας κοιτάει ερωτηματικά. Διπλά της, στο καροτσάκι του ήταν το μωρό της και σκυμμένη από επάνω του, σαν τον χάρο, ήταν η θεία που του χάϊδευε το κεφαλάκι.

«Αχ ναι! Συγνώμη!» είπα και έπιασα απαλά τη θεία απ’ το χέρι. «Από εδώ, θεία! Αυτό είναι καλύτερο!» της είπα και της έδειξα το μωρό της Χριστίνας. Η θεία γύρισε αργά, κοίταξε το μωρό που της έδειχνα με απορία, μετά γούρλωσε τα μάτια της και αναφώνησε χαρούμενη: «Αχ καλέ, δίδυμα!»

Κάντε κλικ εδώ για τη συνέχεια!

Θανάσημος

 

Τρίτη, Αύγουστος 19, 2008

Η Γέννα (10ο Μέρος)

Άλλη μια συνέχεια στο έπος της Γέννας! Για όσους δεν ξέρετε για τι πράγμα μιλάω, μπορείτε να ξεκινήσετε από εδώ. Εάν βαριέστε να διαβάσετε την ιστορία από την αρχή (εσείς χάνετε!), σας έχω ετοιμάσει μια…

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνουμε τελικά να φτάσουμε στο μαιευτήριο όπου η Χριστίνα σε λίγο γεννάει. Μαζί μας η θεία της που έχει αλτσχάϊμερ, μια φίλη της θείας και ο Βασίλης, ο πατέρας του παιδιού. Η Χριστίνα γεννάει μια μπέμπα που όλοι την βρίσκουν πολύ γλυκιά εκτός από την μάνα της. Εν τω μεταξύ, το νοσοκομείο κρύβει κι άλλες εκπλήξεις…

———————————————————————-

Κάθε φορά που μια γυναίκα μένει έγκυος, υπάρχουν τρεις μεγάλες αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν: Πρώτον, η γυναίκα πρέπει να αποφασίσει εάν θα κρατήσει το μωρό ή όχι. Μετά ο άντρας πρέπει να αποφασίσει εάν θα αγοράσει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για Βραζιλία ή όχι. Και τέλος, οι δύο γονείς θα πρέπει να αποφασίσουν για το όνομα του παιδιού.

Στην περίπτωση του Βασίλη και της Χριστίνας, και οι τρεις αυτές αποφάσεις λήφθηκαν άμεσα και χωρίς καθυστερήσεις: Όχι, Όχι, Παναγιώτα.

«Παναγιώτα;;;» είπα στην Χριστίνα όταν μου το ανακοίνωσε στο τηλέφωνο. «Και γιατί όχι Παναήτα;»
«Άι στο διάολο ρε βλάκα» μου εξήγησε η Χριστίνα και το θέμα έμεινε εκεί.

Μετά από ένα τέτοιο εντυπωσιακό σερί γρήγορων αποφάσεων, ένας παρατηρητής που δεν ξέρει καλά την Χριστίνα, θα πίστευε ότι και οι υπόλοιπες κρίσιμες αποφάσεις θα ληφθούν εξίσου γρήγορα και ανέμελα. Για όλους εμάς τους υπόλοιπους όμως, που ξέρουμε τη Χριστίνα εδώ και χρόνια, γνωρίζουμε ότι η επόμενη σούπερ εμπλοκή μπορεί να προκύψει ανά πάσα στιγμή, έτσι, ξαφνικά κι ανέμελα. Χωρίς πρόγραμμα που έλεγε και η Ρεζάν. Αυτός είναι νομίζω κι ένας από τους κύριους λόγους που την αγαπώ τόσο πολύ: η Χριστίνα δεν ζει απλώς τον σουρεαλισμό. Τον παράγει.

Εκείνη την ημέρα, είχαμε πάει όλοι μαζί στο ληξιαρχείο που βρίσκονταν μέσα στο μαιευτήριο, για να δηλώσουν η Χριστίνα και ο Βασίλης την γέννηση της μικρής. Το ‘ληξιαρχείο’ δεν ήταν τίποτε άλλο από έναν πάγκο, προέκταση της γραμματείας του νοσοκομείου. Πίσω από τον γκισέ καθόταν μια μεσήλικη υπάλληλος η οποία και έδωσε στο ζευγάρι μια φόρμα για να συμπληρώσουν. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που εντελώς ξαφνικά και χωρίς καμία προειδοποίηση, όπως ακριβώς μας έχει συνηθίσει δηλαδή, η Χριστίνα εκδηλώθηκε:

«Λοιπόν, πως θα την πούμε τη μπέμπα;» είπε και γύρισε προς τον Βασίλη
«Το ‘παμε αυτό!» είπε έκπληκτος ο Βασίλης. «Παναγιώτα!»
«Παναγιώτα;;;» έκανα μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας. «Και γιατί όχι Παναήτα;» επανέλαβα το αστείο μου γιατί άπαξ και πω μια φορά κάτι που μου αρέσει, μετά το επαναλαμβάνω επ’ άπειρον, μέχρι να σταματήσουν όλοι να μου κάνουν παρέα.
«Σιγά μην την πούνε και Ήτα – Βήτα» μου αντιγύρισε η Μαίρη.
«Ήτα – Βήτα;;;» ακούστηκε η θεία από πίσω μας. «Κάτι μου θυμίζει αυτό…»
«Εννοώ το επώνυμο!» είπε η Χριστίνα που έβλεπε τη συζήτηση να ξεφεύγει. «Τι επώνυμο θα πάρει η μικρή;»
«Εεεε… νομίζω ότι είπαμε να πάρει το δικό μου…» είπε δειλά ο Βασίλης. «Εκτός εάν άλλαξες γνώμη, οπότε…» βιάστηκε να προσθέσει.
«Όχι, όχι! Το δικό σου να πάρει!» τον έκοψε η Χριστίνα. «Αλλά, πως θα την γράψουμε στα χαρτιά; Παλασανίδου ή Παλασανίδη;»
«Αααα, ξέρω!» είπε η θεία από πίσω. Γυρίσαμε όλοι και την κοιτάξαμε έκπληκτοι.
«Τι ξέρεις;» είπε η Χριστίνα.
«Αυτός δεν ήταν που έτρωγε τους γλόμπους;» είπε χαρούμενη η θεία.
«Ποιος;» είπε η Χριστίνα
«Ο Ήτα – Βήτα!» είπε η θεία.
«Θεία, για τη μικρή μιλάμε τώρα!» την μάλωσε η Χριστίνα.
«Α!» είπε η θεία.
«Να την πούμε Παλασανίδου;» είπε ο Βασίλης, προσπαθώντας να συνεχίσει τη συζήτηση από εκεί που είχε μείνει.
«Και γιατί να την πούμε Παλασανίδου;» είπε η Χριστίνα.
«Ε τότε να την πούμε Παλασανίδη» είπε συμβιβαστικά ο Βασίλης
«Βρε παιδί μου, το Παλασανίδη είναι πιο πόντιο…» είπε η Χριστίνα
«Μα, τρωει γλόμπους η μικρή;» παρενέβη η θεία.
«Για όνομα του Θεού!» είπε η Χριστίνα
«Πάντως ένα πόντιο γονίδιο το έχει…» είπα εγώ
«Μήπως μπορείτε να αποφασίσετε λίγο σύντομα;» είπε η υπάλληλος του ληξιαρχείου.
«Προσπαθούμε κυρία μου!» την έκοψε η Χριστίνα. «Είναι πολύ σημαντική απόφαση!»
«Κοιτάξτε! Δεν πάει άλλο αυτή η ιστορία!» είπε η υπάλληλος. «Θα γράψω Παλασανίδου!»
«ΌΧΙ!!!» είπε η Χριστίνα.
«ΟΚ λοιπόν!» είπε η υπάλληλος. «Παλασανίδη!»
«ΌΧΙ!!!» είπε η Χριστίνα.
«ΤΙ ΟΧΙ;;;» έβαλε τις φωνές η υπάλληλος. «Δεν υπάρχει άλλη επιλογή!!!»
«Υπάρχει!» είπα εγώ. «Μπορείτε να την πείτε σκέτο ‘Παλάς’! Όπως το Μακεδονία Παλλάς» εξήγησα. «Αυτή θα είναι η Παναγιώτα Παλάς!»
«Συγνώμη, εσείς ποιος είστε;» μου είπε η υπάλληλος εμφανώς εκνευρισμένη.
«Ο Νίμιτς!» της είπα και έκανα δύο βήματα προς τα πίσω για να αφήσω απόσταση ασφαλείας.
«Γεια σας παιδιά!» ακούστηκε μια φωνή από το βάθος του διαδρόμου. Γυρίσαμε όλοι μας και είδαμε την Δήμητρα να πλησιάζει με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, παρέα με έναν ψηλό ξανθό, γαλανομάτη.
«Α, η νονά!» είπε ο Βασίλης. «Επάνω στην ώρα ήρθες!»
Η Δήμητρα κοίταξε τη Χριστίνα και της είπε: «Σου έφερα μια γλάστρα!»
«Γιατί;» είπε η Χριστίνα
«Ε, πως;» εξήγησε η Δήμητρα και της έδωσε τη γλάστρα.
«Χάι!» είπε ο Βασίλης στον ξανθό. «Ιτς Χανς, γιές;»
«Γιές!» είπε ο Χάνς.
«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησα με τρόπο.
«Ο γκόμενος της Δήμητρας!» μου ψιθύρισε η Μαίρη. «Δανός!»
«Χανς, γουάτ ντου γιου θίνκ;» του είπα. «Παλασανίδου ορ Παλασανίδη;»
«Σόρυ;» είπε ο Χανς
«Ντοντ πέι ατένσιον του χιμ» είπε η Χριστίνα. «Χι ιζ ε λοστ κέις»
«Αχ καλέ δεν καταλαβαίνω τίποτα!» είπε η θεία
«Ο κύριος είναι Δανός!» εξήγησε η Χριστίνα
«Α, Δαναός!» είπε η θεία και χαμογέλασε. «Κατάλαβα»
«Τι κάνουμε εδώ;» ρώτησε η Δήμητρα
«Αποφασίζουμε για το επώνυμο της Παναγιώτας» είπα. «Τι άλλο;»
«ΕΔΩ;;;» γούρλωσε τα μάτια της η Δήμητρα. «Στη μέση του διαδρόμου;»
«Γιατί στην άκρη είναι καλύτερα;» είπα εγώ
«Συγνώμη!» είπε η υπάλληλος. «Τι θα γίνει μ’ εμένα;»
«Εσείς ποια είσθε;» ρώτησε η θεία.
«Η Μερόπη» είπε η υπάλληλος ειρωνικά.
«Μερόπη, Μερόπη…» έσμιξε τα φρύδια της η θεία.
«Μας συγχωρείτε για την καθυστέρηση…» είπε στην υπάλληλο ο Βασίλης. «Είμαστε λίγο αναποφάσιστοι…» κατέληξε απολογητικά.
«Τρίτο κόμμα στην Ελλάδα…» εξήγησα εγώ. «Η κυρία είναι η πρόεδρος» είπα κι έδειξα τη Χριστίνα
«Συγνώμη!» είπε στη Χριστίνα η υπάλληλος που φαινότανε αποφασισμένη να τελειώνει με αυτή την κατάσταση. «Εσείς, ποιο όνομα χρησιμοποιείτε; Παλασανίδου ή Παλασανίδη;»
«Εγώ;» είπε με απορία η Χριστίνα.
«Δεν είμαστε παντρεμένοι…» εξήγησε ο Βασίλης
«Δεν είστε παντρεμένοι;;;» είπε έκπληκτη η υπάλληλος.
«Όχι…» είπε ο Βασίλης
«Ε, τότε δεν γίνεται!» είπε θριαμβευτικά η υπάλληλος.
«Τι δεν γίνεται;» είπε η Χριστίνα και γούρλωσε τα μάτια της
«Πρέπει πρώτα να αναγνωρίσει το παιδί ο πατέρας!» είπε η υπάλληλος και έγειρε αναπαυτικά πίσω στην πολυθρόνα της.
«Ε, γι’ αυτό είμαστε εδώ!» είπε ο Βασίλης
«Μα δεν γίνεται εδώ αυτό το πράγμα κύριε μου!» είπε η υπάλληλος. «Εδώ είναι το ληξιαρχείο!»
«Λογικό» είπα εγώ.
«Και που γίνεται;» ρώτησε η Χριστίνα που είχε αρχίσει να τσαντίζεται. «Στη ΔΕΗ;»
«Σε συμβολαιογραφείο!» είπε η υπάλληλος.
«Και που θα βρούμε συμβολαιογραφείο εδώ;» είπε ο Βασίλης
«Δεν θα βρείτε!» αναφώνησε χαρούμενα η υπάλληλος που είχε αρχίσει να νιώθει πολύ καλύτερα. «Πρέπει να πάτε έξω από το νοσοκομείο και μετά να ξαναέρθετε εδώ με το χαρτί!» κατέληξε και σταύρωσε τα χέρια της γεμάτη ικανοποίηση.

Ακολούθησε μια σιωπή μερικών δευτερολέπτων όπου όλοι μας προσπαθούσαμε να χωνέψουμε το μέγεθος της νέας πληροφορίας, εκτός από τον Χανς που δεν είχε καταλάβει τίποτα και κοιτούσε την υπάλληλο χαμογελώντας της ευγενικά. Και τότε ήταν που ακούστηκε μια χαρούμενη φωνή από πίσω μας:

«Αχ θυμήθηκα! Η Μερόπη! Καλέ εσύ δεν πέθανες πέρσι;»

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΥΡΙΟ!

Θανάσημος

 

Τετάρτη, Αύγουστος 20, 2008

Η Γέννα (11ο Μέρος)

Κουράγιο γενναίοι μου! Η νίκη είναι κοντά! Για όσους δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάω, παρακαλώ ξεκινήστε την ανάγωνση από εδώ. Υπενθυμίζω επίσης και τα νησιά Μπαρμπέϊντος, για να μην ξεχνιόμαστε…

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνουμε τελικά να φτάσουμε στο μαιευτήριο όπου η Χριστίνα σε λίγο γεννάει. Μαζί μας η θεία της που έχει αλτσχάϊμερ, μια φίλη της θείας και ο Βασίλης, ο πατέρας του παιδιού. Η Χριστίνα γεννάει μια μπέμπα που όλοι την βρίσκουν πολύ γλυκιά εκτός από την μάνα της. Εν τω μεταξύ, σκάει μύτη και η νονά με τον Χανς, τον γκόμενο από τη Δανία…

Να σας πω ότι σήμερα έχω ταξίδι οπότε δεν έμενε πολύ χρόνος για γράψιμο! Το επόμενο επεισόδιο (ΙΣΩΣ το τελευταίο…) θα αναρτηθεί ΜΕΘΑΥΡΙΟ. Μέχρι τότε, κύριες και κύριοι, παρακαλώ υποδεχθείτε… Δε Γκόντμαδερ…

———————————————————————

Η Δήμητρα και ο Χανς ανήκουν κι αυτοί στη φυλή των ανθρώπων που «παίζουν κομπιούτερ». Εκεί γνωρίστηκαν. Στα λιβάδια. Ήταν μια βροχερή ημέρα, όταν η Δήμητρα ξεκοίλιασε τον Χανς.

«Μπατ γουάϊ;» την ρώτησε έκπληκτος ο Χανς καθώς αιμορραγούσε.
«Μπικόουζ γιου αρ γουιθ δι άδερς!» του απάντησε η Δήμητρα σκουπίζοντας το σπαθί της απ’ το αίμα.
«Όου, νόου!» είπε ο Χανς. «Αϊ αμ γουιθ γιου!»
«ΡΙΛΙ;;;» είπε η Δήμητρα
«Ρίλι…» είπε ο Χανς και μετά πέθανε.

Την Δήμητρα την πιάσανε οι τύψεις. «Όου, αϊ εμ σο σόρι! Σόου σόρι!!!» έλεγε πάνω απ’ το νεκρό πτώμα του Χανς.
«Μι του!» έλεγε ο Χανς. «Μι του…»

Υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια σε αυτή τη ζωή: Ο παρηγορών, γαμεί.

Η αρχή αυτή διέπει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Ακόμα και τις ψηφιακές. Η Δήμητρα, έχοντας νιώσει μέχρι τα βάθη της ψυχής της τις τύψεις του φόνου που διέπραξε, είχε άμεση ανάγκη από παρηγοριά. Ο Χανς, νεκρός όπως ήτανε, είχε τουλάχιστον κανένα τέταρτο μέχρι να αναστηθεί. Κι έτσι, με φόντο ένα μεσαιωνικό κάστρο και σε πρώτο πλάνο τον νεκρό Χριστιανό πολεμιστή να παρηγορεί την νεαρή αμαζόνα δολοφόνο του, ξεκίνησε η μεγάλη πορεία της Δήμητρας προς την εξιλέωση και του Χανς προς την Ελλάδα…

Ο Χάνς στην πραγματική του ζωή ήταν ιππότης. Τις υπόλοιπες ώρες εργαζότανε παρτ-τάιμ ως ελεγκτής εισιτηρίων σε υπεραστικά λεωφορεία στη Δανία. Από αυτή του την εργασία, έβγαζε δύο χιλιάδες ευρώ καθαρά τον μήνα.

Αμερικανοί επιστήμονες έχουν αποδείξει ότι ο εγκέφαλος συνηθίζει να προσπερνάει πληροφορίες που του είναι τελείως ξένες. Έτσι, χρειάζεται επανάληψη και τονισμός των καινοτόμων στοιχείων εκ μέρους του πομπού, προκειμένου ο δέκτης να τα συνειδητοποιήσει πλήρως και να τα χωνέψει ως δεδομένα. Αλλιώς περνάνε στο ντούκου. Ως εκ τούτου, επαναλαμβάνω τα βασικά σημεία της παραπάνω παραγράφου:

ΠΑΡΤ ΤΑΪΜ. Ελεγκτής εισιτηρίων. Λεωφορεία. Δύο χιλιάδες. Ευρώ. Καθαρά. Το μήνα.

Ήρθε λοιπόν το παλικάρι στην Ελλάδα, υποθέτοντας ότι αφού η χώρα είναι στην Ευρώπη, δεν μπορεί, κάτι ανάλογο θα συμβαίνει κι εδώ. Η Δήμητρα, στην οποία εν τω μεταξύ είχε στείλει κάτι φωτογραφίες του, τον διαβεβαίωνε ότι έτσι είναι.

«Γκρις ιζ ΒΕΡΥ ντιβέλοπντ!» του έλεγε με κάθε ευκαιρία. «Πάρανταϊζ!»
Δεδομένου ότι η Δήμητρα το πρώτο πράγμα που έκανε όταν τον γνώρισε ήταν να τον σκοτώσει, ο Χανς πολύ λογικά έκρινε ότι αυτή η γυναίκα είναι άξια εμπιστοσύνης. Έτσι λοιπόν, παραιτήθηκε απ’ τη δουλειά του και ήρθε να ζήσει στην Ελλάδα…

«Άϊ γουόντ του φάϊντ ε τζόμπ» μου έλεγε στο μαιευτήριο
«Δις ιζ νοτ βερι ντιφικαλτ» του έλεγα εγώ. «Ντου γιού όλσο γουόντ το γκετ πέϊντ;»
«Οφ κόρς!» μου έλεγε
«Δις ιζ ε μπιτ μορ ντίφικαλτ» προσπαθούσα μαλακά να τον εισάγω στην Ελληνική πραγματικότητα…

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕΘΑΥΡΙΟ!

Θανάσημος

 

 

Παρασκευή, Αύγουστος 22, 2008

Η Γέννα (12ο Μέρος)

Ε λοιπόν, η ιστορία δεν τελειώνει σήμερα! Τι να πω;;; Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι πραγματικά κάνω ότι μπορώ!!! Θα ξαναπροσπαθήσω τη Δευτέρα!!!

Για όσους δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάω, παρακαλώ ξεκινήστε την ανάγνωση από εδώ. Εάν βαριέστε, διαβάστε την…

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνουμε τελικά να φτάσουμε στο μαιευτήριο. Μαζί μας η θεία της που έχει αλτσχάϊμερ, μια φίλη της θείας και ο Βασίλης, ο πατέρας του παιδιού. Η Χριστίνα γεννάει μια μπέμπα που όλοι την βρίσκουν πολύ γλυκιά εκτός από την μάνα της. Εν τω μεταξύ, σκάει μύτη και η νονά με τον Χανς, τον γκόμενο από τη Δανία και όλοι μαζί, φεύγουμε απ’ το νοσοκομείο και επιστρέφουμε στο σπίτι για την πρώτη βραδιά…

——————————————————————

Τα παλιά τα χρόνια, οι μανάδες βάζανε τα μωρά στην κούνια τους και μετά πηγαίνανε να κάνουνε τις δουλειές τους. Που και που, πετάγονταν στο δωμάτιο και κοιτάγανε και το μωρό. Εάν έκλαιγε, του αλλάζανε πάνα. Εάν δεν έκλαιγε, δεν του αλλάζανε πάνα.

Ουδέποτε πέρασε από το μυαλό των μανάδων εκείνης της εποχής ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα σε αυτή τη διαδικασία. Μέχρι που ήρθε η πρόοδος και το έλυσε. Τώρα πια, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας! Υπάρχει το γουόκι τόκι.

Το γουόκι τόκι είναι ένα σύστημα ασύρματης επικοινωνίας. Βάζεις ένα τόκι στο δωμάτιο του μωρού, και ένα γουόκι στο δωμάτιο που βρίσκεσαι εσύ. Μετά κάθεσαι και αφού εξηγείς σε όλους τι καλή εφεύρεση είναι αυτή που σου επιτρέπει να είσαι με τους φίλους σου και να κάνεις ό,τι θες χωρίς να ανησυχείς εάν ενοχλείς το μωρό αφού δεν μπορεί να σε ακούσει, μετά ζητάς από όλους να μην μιλάνε για να ακούς από το γουόκι εάν το μωρό κάνει κάποιο θόρυβο. Εάν ακούσεις κάτι, σηκώνεσαι πανικόβλητος, σκουντουφλάς επάνω στους διπλανούς σου και φεύγεις τρέχοντας για το δωμάτιο. Η διαδικασία ολοκληρώνεται όταν γυρίζεις πίσω μετά από ένα λεπτό και λες: «Α, μπα. Δεν ήταν τίποτα… Έβηξε…»

Καθόμασταν λοιπόν όλοι μαζί στο μπαλκόνι της Χριστίνας και δεν βγάζαμε κιχ. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ακουγόταν κι ένας μικρός θόρυβος από το γουόκι και η Χριστίνα με τον Βασίλη κάνανε τα σπριντ τους. Η όλη διαδικασία είχε συγκινήσει πάρα πολύ και τον Τόμπι ο οποίος έτρεχε μαζί τους, από το μπαλκόνι στο δωμάτιο και πίσω στο μπαλκόνι. Όταν η Χριστίνα με τον Βασίλη επιστρέφανε για να κάτσουν μαζί μας, τότε ο Τόμπι καθόταν στο πάτωμα και κοιτούσε μαγεμένος το γουόκι που με τα κόκκινα φωτάκια του που αναβοσβήνανε και τους περίεργους ήχους που έβγαζε τον είχε συγκινήσει πολύ περισσότερο από το μωρό που δεν είχε ούτε ένα λαμπάκι. Μάλιστα, μετά από μερικές βόλτες επάνω – κάτω, ο Τόμπι έπαψε πια να έχει το παραμικρό ενδιαφέρον για το μωρό και το μόνο που έκανε κάθε φορά που το γουόκι έκανε θόρυβο και αναβόσβηνε τα λαμπάκια του, αυτός κουνούσε την ουρά του. Προφανώς, είχε βγάλει το συμπέρασμα του για τη σχέση γουόκι – μωρού: Το γουόκι έκανε τους θορύβους και το μωρό τους αναμετέδιδε.

Και τότε συνέβη το μοιραίο: ΤΟ ΜΩΡΟ ΕΒΑΛΕ ΤΑ ΚΛΑΜΑΤΑ!!!

Παναγία μου!

Η φωνή του μωρού, πέρασε από κλειστές πόρτες, ντουβάρια, κουρτίνες και παντζούρια και υπερκάλυψε το γουόκι και ακούστηκε πεντακάθαρα σε όλη τη γειτονιά.

«ΟΥ-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ»

Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, ο Βασίλης, η Χριστίνα, η Μαίρη, η Δήμητρα και ο Τόμπι είχαν πεταχτεί όρθιοι και έτρεχαν προς το δωμάτιο. Η αγωνία είχε εκτιναχθεί κατακόρυφα. Άραγε θα προλαβαίνανε; Απομείναμε στο μπαλκόνι ο Χανς, η θεία, εγώ και φυσικά το γουόκι που μας έκανε και την αναμετάδοση.

«ΟΥ-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ» έκλαιγε το μωρό
«ΒΑΣΙΛΗ, ΤΟ ΜΩΡΟ ΚΛΑΙΕΙ!!!» άκουσα τη φωνή της Χριστίνας.
«Εντάξει μωρό μου, μην κάνεις έτσι!» είπε ο Βασίλης
«Πρέπει να το αλλάξουμε!» είπε η Μαίρη
«Κάτω Τόμπι! Άσ’ το πόδι μου! ΚΑΤΩ!» είπε η Δήμητρα

«ΟΥ-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ» έκανε το μωρό
«ΠΡΟΣΕΧΕ ΠΩΣ ΤΟ ΠΙΑΝΕΙΣ!!!» είπε η Χριστίνα
«Ξέρω, ξέρω!» είπε ο Βασίλης

Και μετά το κλάμα μαλάκωσε, οι φωνές απομακρυνθήκανε, το γουόκι ηρέμισε, μέχρι που οι θόρυβοι σβήσανε εντελώς. Απέμεινε μόνο ο ήχος από τα τριζόνια και η βραδινή δροσιά να μας χαϊδεύει τα μαλλιά.

Ακολούθησαν έτσι μερικά δευτερόλεπτα ηρεμίας, μέχρι που η θεία αποφάσισε να κοινωνικοποιηθεί:
«Λοιπόν… Ο κύριος είναι ξένος, ε;»
«Μμμμ, ναι…» είπα εγώ αφηρημένα
«Μπράβο, μπράβο!» είπε η θεία και του χαμογέλασε.

Ο Χάνς χαμογέλασε κι αυτός στη θεία.
«Και πόσο χρονών είναι;» είπε η θεία
«Εεε, δεν ξέρω…» είπα την αλήθεια
«Μα, ρωτήστε τον!» είπε η θεία χαρούμενα. Την κοίταξα για λίγο και μετά γύρισα στον Χανς και του είπα:
«Χάου ολντ αρ γιού;»
«Τουέντι φάιβ» μου είπε ο Χανς
«Εικοσιπέντε» είπα εγώ στη θεία. Η θεία με κοίταξε για λίγο απορημένη.
«Τι εικοσιπέντε;» είπε τελικά.
«Εεεε… εικοσιπέντε χρονών!» είπα
«Τι εικοσιπέντε χρονών;» είπε η θεία
«Ο Χάνς!» είπα εγώ
«Το χάν’ς;» είπε η θεία. «Τι χάν’ς;» και έκανε να σηκωθεί για να ψάξει.
«Όχι , ΟΧΙ!!!» είπα εγώ μαγεμένος από την ικανότητα της θείας να πιάνει μηδέν εκατό σε κλάσματα του δευτερολέπτου. «Ο Χάνς είναι ο κύριος» εξήγησα.
«Α!» είπε η θεία. «Χάν’ς τον κύριο. Κατάλαβα» κατέληξε και ξανακάθισε ήρεμη στην καρέκλα της
«Σι ιζ δε άντ οφ Κριστίνα, γιές;» ρώτησε ο Χάνς
«Γιές» είπα εγώ
«Φρομ δε σάϊντ οφ δε μάδερ ορ δε φάδερ;» είπε ο Χανς
«Ουάν μίνιτ» είπα εγώ και γύρισα στη θεία. «Ο Χάνς ρωτάει εάν είστε αδερφή της μητέρας της Χριστίνας ή του πατέρα της».
«Ναι, ναι…» είπε η θεία και χαμογέλασε.
«Γουάτ σι σέϊντ;» είπε ο Χάνς
«Σι σέϊντ γιές» είπα εγώ
«Γιές γουάτ;» είπε ο Χάνς
«Ουάν μίνιτ» είπα εγώ και γύρισα προς τη θεία.
«Είστε αδερφή της μητέρας της Χριστίνας;» τη ρώτησα. Η θεία έσμιξε τα φρύδια της.
«Αδερφή…. της μητέρας… της Χριστίνας…» επανέλαβε αργά στον εαυτό της
«Γουάτ;» είπε ο Χανς
«Γουέϊτ» είπα εγώ. «Σι ιζ λόαντινγκ»
Γύρισα στην θεία και της είπα: «Λοιπόν;»
«Λοιπόν τι;» είπε η θεία.

Την κοίταξα για λίγο και μετά γύρισα στον Χανς και είπα:
«Φρομ δε σάϊντ οφ δε μάδερ…»
«Α, ρίλι!» είπε ο Χανς. «Σο, γιού αρ φρομ Πελοπόννησος!»
«Πελοπόννησος!» είπε η θεία χαρούμενη
«Αϊ γουόντ το γκόου δέαρ! Ντου γιου νόου α πλέις κόλντ ‘Πέτρα’;» είπε ο Χανς
«Πέτρα!» είπε η θεία ακόμα πιο χαρούμενη. «Ναι, έχω!» πρόσθεσε και του έδειξε το νεφρό της. «Παίρνω κάτι χάπια για να φύγει…»
«Γουάτ;» με ρώτησε ο Χανς. Τον κοίταξα για λίγο.
«Σι νόους ιτ» του είπα στο τέλος
«Ρίλι;» είπε ο Χανς χαρούμενος.
«Τι είπε;» είπε η θεία
«Έχει κι αυτός πέτρα» της είπα
«Τόσο νέος;» είπε η θεία. «Πόσο χρονών είναι;» ρώτησε
«Χάου λογνκ ιζ ιτ μπάϊ καρ;» ρώτησε ο Χανς
«Τι είπε;» ρώτησε η θεία
«Εικοσιπέντε» της είπα
«Τι εικοσιπέντε;» μου είπε
«Γουάτ σι σέϊντ;» είπε ο Χανς
«Τού χάντρεντ» είπα στον Χάνς
«Τι εικοσιπέντε;» είπε η θεία
«Πέτρες» είπα στη θεία
«Ρίλι;» είπε ο Χανς. «Όνλι του χάντρεντ;». Γύρισα και τον κοίταξα.
«Νο, νο» του είπα. «Θρί χάντρεντ»
«Α…» είπε ο Χανς και ηρέμισε κάπως
«Κρίμα και είναι τόσο νέος…» είπε η θεία. «Πόσο χρονών είναι;»
«Εμένα με συγχωρείτε!» είπα και σηκώθηκα απότομα. «Εξκιούζ μι! Πρέπει να πάω τουαλέτα. Τόϊλετ!» είπα και έκανα να φύγω.
«Έτσι είναι άμα έχεις πέτρα…» είπε η θεία και μου χαμογέλασε ευγενικά.

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ!

Θανάσημος

 

Δευτέρα, Αύγουστος 25, 2008

Η Γέννα (13ο Μέρος – και τυχερό!!!)

ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑ!!! ΤΟ ΤΕΛΕΙΩΣΑ!!! ΧΑ, ΧΑ, ΧΑΑΑΑΑΑ… Α-ΠΙ-ΣΤΕ-ΥΤΟ!!!

Ειλικρινά, είχα χάσει κάθε ελπίδα! Έλεγα, πάει. Αυτό θα γράφω για την υπόλοιπη ζωή μου! Κι όμως, βρήκα το σθένος και την ψυχική δύναμη και είπα «ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!». «ΩΣ ΕΔΩ!»

Τα συγχαρητήρια μου σε όσους δεν έχουν ιδέα για τι πράγμα μιλάω: Γλιτώσατε πολλά. Με την απουσία σας, θα καταφέρετε να γλυτώσετε ακόμα περισσότερα 🙂 Εάν πάντως επιμένετε, μπορείτε να ξεκινήσετε την ανάγνωση από εδώ.

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνουμε τελικά να γεννήσει μια μπέμπα που όλοι την βρίσκουν πολύ γλυκιά εκτός από την μάνα της. Μαζί μας η θεία της Χριστίνας που έχει αλτσχάϊμερ, ο Βασίλης, ο πατέρας του παιδιού, η Δήμητρα, η νονά με τον Χανς, τον γκόμενο από τη Δανία, έχουμε πλέον επιστρέψει από το νοσοκομείο και περνάμε την πρώτη ημέρα στο σπίτι…

——————————————————————————

Έφυγα βιαστικά απ’ το μπαλκόνι αφήνοντας πίσω μου τη θεία και τον Χανς και πήγα προς την τουαλέτα. Εκεί βρήκα την Μαίρη, την Δήμητρα, τον Τόμπι που πηδούσε το πόδι της Δήμητρας, τον Βασίλη και την Χριστίνα. Είχαν ακουμπήσει το μωρό επάνω σε μια πετσέτα στο μάρμαρο και ο Βασίλης προσπαθούσε να του βγάλει την πάνα. Η μπέμπα από την άλλη μεριά, είχε σφίξει τα χεράκια της, κλώτσαγε με μανία τον αέρα, είχε κοκκινίσει ολόκληρη και φώναζε με όλη της τη δύναμη:
«ΟΥ-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ»

«Μαίρη;» ψιθύρισα στη γυναίκα μου
«Έλα;» ψιθύρισε η Μαίρη
«Πρέπει να φεύγουμε, ε; Έπεσε ο ήλιος! Έχουμε ταξίδι να κάνουμε…»
«Ναι, ναι!» ψιθύρισε η Μαίρη. «Περίμενε λίγο! Τώρα αλλάζουμε το μωρό» εξήγησε και γύρισε και ξανακοίταξε την μπέμπα που είχε πλαντάξει στο κλάμα.

Εκείνη την ώρα ο Βασίλης κατάφερε να βγάλει την πάνα. Μια μπόχα ξεπήδησε απ’ το πανί και μας χτύπησε μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου.
«Αέρα!» είπε η Χριστίνα
«Καλέ τι κάνετε εδώ;» ακούστηκε μια φωνή πίσω μου. Γύρισα και είδα τη θεία.
«ΑΕΡΑ!» ξαναείπε η Χριστίνα
«Αέρα;» είπε η θεία απορημένα.
«Ψυχραιμία!» είπε ο Βασίλης.
«Αέρα ή ψυχραιμία;» είπε η θεία.
Γύρισα και κοίταξα τον Βασίλη. Κρατούσε την πάνα με τον δείκτη και τον αντίχειρα, με το χέρι του τεντωμένο όσο πιο μακριά γινόταν από το σώμα του. «Παρ’ το!» είπε στη Χριστίνα.
«Γιατί εγώ;;;» διαμαρτυρήθηκε η Χριστίνα.
«ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ» είπε η μπέμπα
«Κάτω Τόμπι! Κάτω!» είπε η Δήμητρα
«ΠΡΟΣΟΧΗ!» φώναξε η Μαίρη. «Η μικρή κατουράει!»

Αλλά ήταν πολύ αργά. Η μπέμπα είχε κατουρήσει ακριβώς επάνω στον Βασίλη ο οποίος τώρα εκτός από την χεσμένη πάνα είχε να αντιμετωπίσει και ένα κατουρημένο μπλουζάκι καθώς επίσης και μια μικρή λιμνούλα στα πόδια του.
«Ευτυχώς που κατούρησε πριν της βάλουμε την άλλη πάνα!» είπε η Χριστίνα
«Ευτυχώς!» είπε και ο Βασίλης εμφανώς εκνευρισμένος
«Δόξα τω Θεώ!» ακούστηκε από πίσω και η θεία.

«ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ» είπε η μπέμπα.
«Ρε παιδιά, ας κάνει κάποιος κάτι!» είπε η Μαίρη. «Το μωρό έχει λυσσάξει απ’ το κλάμα!»
«Αμέσως!» είπε η θεία και έφυγε γρήγορα.
«Δώσε σ’ εμένα την πάνα και πήγαινε εσύ ν’ αλλάξεις» είπε η Χριστίνα στον Βασίλη και ανέλαβε αμέσως δράση. Σκούπισε το μωρό, του έβαλε οινόπνευμα στον αφαλό, του έβαλε αλοιφή ανάμεσα στα πόδια και μετά του φόρεσε την πάνα και το φάσκιωσε. Είχαμε όλοι μας εντυπωσιαστεί από την αναπάντεχη αποτελεσματικότητα της, όταν ξαφνικά ακούσαμε μια φωνή από πίσω μας: «Ανοίξτε, Ανοίξτε!». Ένοιωσα τη θεία να μας σπρώχνει για να περάσει. Γυρίσαμε όλοι και της κάναμε χώρο καθώς εκείνη πέρασε την πόρτα με φόρα και ακούμπησε έναν γλόμπο δίπλα στο μωρό. «Εξήντα βάτ!» είπε. «Κάνει;»

Πήρα τη Μαίρη παραμάσχαλα και την τράβηξα προς τα έξω.
«Πάμε μωρό μου!» της είπα. «Πάμε! Δεν βλέπεις; Σε λίγο θα πέσει και το ταβάνι εδώ μέσα!»
«ΟΚ! ΟΚ!» μου είπε και πήγε να ετοιμάσει τα πράγματα της. Βγήκα έξω στο μπαλκόνι για να χαιρετήσω τον Χανς. Ήταν πολύ σκοτεινά.

«Γουάτ χάπεντ χίαρ;» του είπα
«Αϊ ντοντ νόου!» μου είπε. «Δι άντ τουκ δε λαμπ!»
«ΟΚ, ΟΚ!» του είπα. «Γουί αρ γκόουινγ νάου! Νάϊς του μιτ γιου»
«Μι του!» είπε ο Χανς και μπήκα πάλι μέσα στο σπίτι.

Η Μαίρη είχε ήδη βγάλει την βαλίτσα μας στον διάδρομο. Πήγα στο δωμάτιο για να αποχαιρετήσω την Χριστίνα. Ήταν εκεί, καθισμένη στο κρεβάτι, ιδρωμένη, αναμαλλιασμένη, με το μωρό αγκαλιά και το βύζαινε. Κάτω, στο πάτωμα, ο Τόμπι πήδαγε το πόδι της.
«Χριστίνα φεύγουμε!» της είπα. «Με γεια το μωρό!». Σήκωσε το κεφάλι της και μου έριξε ένα απελπισμένο βλέμμα.
«Στο καλό!» μου είπε. «Ευχαριστώ πολύ!»
Πλησίασα, της έδωσα ένα φιλί και βγήκα πάλι στο διάδρομο, όπου πέτυχα τον Βασίλη και την Δήμητρα.

«Γεια σας παιδιά!» είπα. «Βασίλη, τα λέμε σε καμιά εικοσαριά χρόνια που θα ξελασκάρεις…»
«Γειά!» μου είπαν και οι δύο και με φίλησαν. Βούτηξα τις βαλίτσες, πήγα προς την εξώπορτα, την άνοιξα και… έπεσα επάνω σε έναν παππού με μπορντό ρόμπα και αναμαλλιασμένο κεφάλι. Φορούσε κίτρινες παντούφλες με λευκές κάλτσες ενώ μέσα από την ρόμπα διακρίνονταν μια πορτοκαλί ριγέ πιτζάμα. Το χέρι του ήταν ακόμα μετέωρο, έτοιμο να χτυπήσει το κουδούνι της πόρτας. Τον κοίταξα με απορία
«Τα μωρά σας κάνουν φασαρία!» ξεκίνησε την επίθεση του ο παππούς που μιας που βρέθηκε με το δάχτυλο του ήδη τεντωμένο, άρχισε να μου το κουνάει μπροστά στη μύτη μου.
«Ποια μωρά;» είπα. «Ένα είναι!»
«Δύο είναι!» είπε ο παππούς αγανακτισμένος. «Ένα στο δωμάτιο και ένα στο μπαλκόνι!»
«Α!» είπα εγώ. «Εννοείτε το Γουόκι Τόκι…»
«Τι όνομα είναι αυτό!!!» είπε ο παππούς και γούρλωσε τα μάτια του.
«Αμερικάνικο» είπα την αλήθεια
«Αμερικάνικο!!!» είπε ο παππούς με μια έκφραση περιφρόνησης. «Αποκλείεται να σας επιτρέψουν να το ονομάσετε έτσι!» κατέληξε
«Δεν το ονομάσαμε εμείς!» του είπα. «Έτσι το αγοράσαμε»
«ΟΡΙΣΤΕ;;;» είπε ο παππούς
«Μισό λεπτό!» είπα εγώ και μπήκα πάλι μέσα στο σπίτι

«Ποιος είναι αυτός;» είπε η Μαίρη
«Προξενιό» της είπα εγώ και πήγα προς το σαλόνι.
«ΘΕΙΑ!» φώναξα την θεία που καθόταν εκεί. «Για ελάτε λίγο!»
Η θεία εμφανίστηκε στον διάδρομο.
«Να σας συστήσω τον κύριο!» της είπα και έδειξα τον παππού. «Είναι γείτονας» και γύρισα προς την μεριά του παππού.
«Από εδώ η θεία της Χριστίνας!» του είπα. «Παρακαλώ, εξηγήστε της το πρόβλημα σας…»
Και με αυτά τα λόγια, σήκωσα τις βαλίτσες, έκανα νόημα στην Μαίρη, περάσαμε από δίπλα τους και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τις σκάλες.

«Ήρθα να κάνω παρατήρηση για το μωρό!» άκουσα τον παππού να λεει πίσω μου.
«Μωρό;» είπε η θεία. «Ποιο μωρό;;;»

ΤΕΤΕΛΕΣΘΑΙ!!!

Θανάσημος

ΕΠΙΛΟΓΟΣ:

Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσους επέμειναν να διαβάζουν παρ’ ότι βλέπανε ότι… πάει μακριά η βαλίτσα. Εύχομαι η πορεία να αντάμειψε την επιμονή σας!

Ένα μεγάλο ευχαριστώ και σε όλους όσους ανακάλυψαν την ιστορία στην μέση και αντί να το βάλουν στα πόδια, μπήκαν στον κόπο να την διαβάσουν απ’ την αρχή.

Τέλος, ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσους βαθμολογήσανε τις αναρτήσεις με τα αστεράκια, θετικά ή αρνητικά. Παρακαλώ, συνεχίστε να βαθμολογείτε όπως νιώθετε, χωρίς ντροπή! Γι’ αυτό τα έβαλα!

Θα με ενδιέφερε ιδιαίτερα να ακούσω εδώ τα σχόλια σας για ό,τι καλό, κακό ή ουδέτερο έχετε να πείτε γι’ αυτή την ιστορία, τώρα που τελείωσε. Κάντε κριτική κατά βούληση!

Χαιρετώ!

Θανάσημος