Κατρακυλάν οι μετοχές, ο διάβολος τις πήρε

και κλαίνε οι επενδυτές θαρρείς και είναι χήραι.

Περάσανε οι εποχές που γλένταγαν αλάνικα

και δένανε χαρούμενοι σκυλιά με τα λουκάνικα.

Τώρα μια μαύρη συφορά σ’ Ανατολή και Δύση

– κανείς δεν αισιοδοξεί πως θα ορθοποδήσει.

Όλοι πουλάν μισοτιμής, να τις ξεφορτωθούνε

για άχρηστα παλιόχαρτα οι μετοχές περνούνε.

Βογγάνε τα ομόλογα κι ας είν’ και δομημένα

τα found μελαγχολικά στέκουνε τα καημένα.

Μονάχα οι καπιταλιστές οι κωλοπετσωμένοι

μαζεύουν απ΄ την αγορά ό,τι χαρτί απομένει.

Δε χάνουνε ποτέ αυτοί, θα το μοσχοπουλήσουν

όταν περάσει ο πανικός, τριπλά θα θησαυρίσουν.

Μια κτηματομεσίτρια βαριά το έχει πάρει,

τις μετοχές της σκότωσε, κοντεύει να κρεπάρει.

Πήγε στην ακροθαλασσιά να πάρει λίγο αέρα

και τη γραμμή αναζητά των οριζόντων πέρα.

Όλα τα βλέπει σκοτεινά, τα χείλη της σφιγμένα

τα βλέφαρα σκεπάζουνε δυο μάτια δακρυσμένα.

Θυμάται και αναπολεί και βαριαναστενάζει

κι αναρωτιέται από δω – και μπρος πως θα τη βγάζει.

Κι ένα μικρό γλαρόπουλο που κει ψηλά πετούσε

και ψύχραιμα τη θάλασσα και τη στεριά κοιτούσε

την πλησιάζει από μακριά κι από κοντά της λέει

«δεν ωφελεί ο πού ‘πεσε μονάχος του να κλαίει!

Μια παροιμία θα σου πω, που τηνε ξέρουν όλοι:

βρακιά που είν’ μεταξωτά, θεν κι επιδέξιοι κώλοι!»

Advertisements