Του cirut

H Φεβρωνία Ασημοπούλου έζησε μια μακρόχρονη και θυελλώδη ερωτική ζωή, που κατέληξε στο γάμο της. Όταν την άφησε ο άντρας της για την καλύτερη της φίλη, δεν έκλαψε λεπτό μήτε μαύρισε το συκώτι των υπολοίπων φιλενάδων της, μόνο έκανε μια σημαντική ανακάλυψη. Ανακάλυψε πόσο ήθελε όλα αυτά τα χρόνια να είναι ήσυχη και μόνη, σε μεγάλα μαγαζιά με πολλά ηλεκτρονικά μηχανήματα, όπου θα μπορούσε να παίζει απερίσπαστη ως το άλλο πρωί. Κι ακόμα πόσο καλή ήταν σ’ αυτό. Διασκέδασε, κέρδισε στοιχήματα μέχρι που έκανε ένα «κεφάλαιο κίνησης», όπως έλεγε, έγινε επίκεντρο προσοχής σε τέτιους χώρους. Ήταν σίγουρα ένα ασυνήθιστο φαινόμενο. Και κρατήθηκε μόνο στον κόσμο του καφέ, χωρίς αλκοόλ. Έμεινε ανέραστη, παρά τα φλερτάκια, τα υπονοούμενα και τις ευθείες προτάσεις από κάποιους στο χώρο.

Θάχε χτυπήσει 7000 χιλιάδες πόντους, όταν ο αντίπαλος της στο στοίχημα της έδωσε το χέρι. «Εντάξει, έχασα. Είστε πράγματι καλή. Έχετε αντίληψη, ευφυΐα και κυρίως πάθος νίκης. Πάμε άλλο ένα γύρο; Όλα ή τίποτα. Ελάτε το ποσό μας δεν είναι και καμιά περιουσία». Στεκόταν διστακτική. Την κοίταξε διαπεραστικά στα μάτια. «Την πλάκα μας κάνουμε οι δυο μας. Τρεφόμαστε, νομίζω, με την υποκουλτούρα των εύκολων συγκινήσεων».

Πώς να του εξηγήσει; Η ίδια δεν έκανε πλάκα. Εκείνη την εποχή το είναι της ήταν μόνο αυτό. Το παιγνίδι. «Πάει, διπλό το ποσό», απάντησε.

Ο άλλος άρχισε να παίζει με άνεση και επιτυχία. Είχε σίγουρα περάσει πολλές ώρες μπροστά στο μηχάνημα. Δεν έδειχνε χαιρεκακία ανταγωνιστή. Ήταν απλά δεινός παίκτης. «Αυτή τη φορά δεν θα σας αφήσω να με φτάσετε», της είπε μόνο, θέλοντας να ρίξει λίγο αλάτι αντιπαλότητας στην παρτίδα. «Αλλά για γυναίκα είστε πράγματι καλή».

Η Φεβρωνία τσιγκλίστηκε. Θίχτηκαν και τα φεμινιστικά της…. «Μην καμαρώνετε», προειδοποίησε. «Δεν έπαιξα ακόμα». Ήρθε η σειρά της, έβαλε τα δυνατά της. Παθιάστηκε και ίδρωσε. Επιστράτευσε το κρυμένο μια ζωή μέσα της ταλέντο, το πάθος, τη δίψα για τη διάκριση αλλά μάταια. Ο άλλος ήταν απόρθητο κάστρο. Έχασε. Πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό στη νέα ζωή.

«Έχασα», παραδέχτηκε, με τη δέουσα ευγένεια, δίνοντας το χέρι. Μέσα της όμως ένιωθε διευρυμένη ήττα. «C’ est la vie!» ψέλισε και αποχώρησε με τη μέγιστη δυνατή αξιοπρέπεια.

Δεν είχε σπίτι. Το πούλησε. Έμενε σε ξενοδοχεία, ταξιδεύοντας άσκοπα από πόλη σε πόλη. Είχε κάτι νοίκια για εισόδημα. Όχι σπουδαία, μα έφταναν όλα μαζί για να ζει μια περιορισμένη περιπλανόμενη ζωή, χωρίς να δουλεύει. Λίγο είναι; Προσπάθησε να κοιμηθεί, μα ο ύπνος δεν ερχόταν. Άρχισε να κάνει μαύρες σκέψεις, να σκέφτεται τις αρρώστειες της μεσηλικίας, που της έδωσαν τα διαπιστευτήρια τους. «Πρώιμα αγγελτήρια θανάτου», κάγχασε. «Άι στο διάολο». Τα πάθη της έχτισαν ένα μαντρότοιχο άμυνας προς τη μοναξιά, που απόψε εμφάνιζε κάποιες ρωγμές. «Δε θα το βάλεις κάτω, Φεβρωνία», δήλωσε στο κοινό του εαυτού της. «Την αγαπάς τη ζωή. Ούτε χτεσινή είσαι. Δεν πιστεύεις στην εξ ουρανού αισιοδοξία αλλά στο τσαγανό σου να φτιάχνεις το αύριο». Δύσκολες ώρες. Τελικά την πήρε ο ύπνος.

Ξύπνησε απότομα από κρότους δίπλα στ’ αυτί της. Κάποιοι ερωτεύονταν έντονα, από την άλλη μεριά του τοίχου. Ένιωσε αμήχανα και μπερδεμένη. Κάποιοι, τόσο κοντά της, είκοσι μόλις πόντους, ζούσαν μια άλλη ζωή αγαπησιάρικη και συντροφική, ζευγαρωτή κι ερωτευμένη. Ο ύπνος της πάει. Κοιτούσε με ορθάνοιχτα μάτια στο σκοτάδι, αδιάκριτη ωτακούστρια θέλοντας και μη. Ύστερα το αποφάσισε. Ως συχνή κάτοικος ξενοδοχείων και οπαδός των γκάτζετς, κόλλησε τα ηλεκτρονικά ακουστικά με ενισχυτή στον τοίχο και εισέβαλε αφανώς στη ζωή των άλλων.

«Δεν είναι ζευγάρι», διαπίστωσε με έκπληξη. «Της μιας νύχτας μπάλα, μάλλον. Αλλά από αντοχή καλά τα παν». Τους ακολούθησε στον οίστρο τους για λίγο και μετά αποκοιμήθηκε.

Ξύπνησε πάλι, ποιος ξέρει πόση ώρα μετά, αφού η παράσταση δίπλα συνεχιζόταν. Ξερόβηξε δυνατά για να δηλώσει την παρουσία της, χωρίς αποτέλεσμα. Χτύπησε τον τοίχο εκνευρισμένη. Η κατάσταση δεν άλλαξε. Ξαναχτύπησε. «Τι θέλεις ρε ηλίθιε ματάκια;», ακούστηκε μια μαγκιόρα γυναικεία φωνή απ΄ την άλλη μεριά. «Πιο σιγά, ρε παιδιά» φώναξε. «Για να κοιμηθούμε ήρθαμε εδώ, όχι να ακούμε τα τραγούδια σας». Η γυναικεία φωνή απάντησε με απανωτές βρισιές. «Ηρεμήστε επιτέλους και οι δύο», ακούστηκε μια αντρική φωνή, «συγνώμη κοπέλα μου. Θα χαμηλώσουμε την ένταση του ραδιοφώνου μας. Ήρεμα»….

Κατάφερε να κοιμηθεί, έναν ταραγμένο και δύσκολο ύπνο…

Μεσημέριασε σχεδόν. Σηκώθηκε αργά, με δυσκολία. Βγαίνοντας άκουσε τη διπλανή πόρτα να ανοίγει. Κοιτάχτηκαν με έκπληξη. «Οοοοοο…», τραύλισε και κατακοκκίνησε. Το ίδιο κι ο άλλος. «Οοοοοο… Γιορτάσατε επαρκώς τα επινίκια, μάλλον. Φταίω εγώ που δεν σας τσάκισα χτες, όμως. Θα κοιμόμουνα καλύτερα. Συνεχίστε με κάποια μαθήματα ευγένειας στην παρτεναίρ σας..».

«Α ναι, η παρτεναίρ μου. Έφυγε κιόλας. Περαστική ήταν. Θα… θα.. θέλατε να πάρουμε πρωινό…μαζί;».. Ένιωθε απολύτως μπερδεμένη και μηδενισμένη. Και ανέτοιμη για οποιαδήποτε πρόσκληση. «Όχι, να μου λείπει», δήλωσε με οργή…

Η μέρα της ξεκίνησε χωρίς ηρεμία. Μέσα της αναδεύονταν πολλά πράγματα. «Δεν θέλω ούτε να τον ξαναδώ, αυτόν τον ηλίθιο.», μουρμούριζε. «Τον εξυπνάκια. Και κορτάκιας από πάνω».

Μα δεν τον απέφυγε. Κάθε λίγο τον έπιανε το μάτι της. Στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου, στο καφέ, στα μηχανάκια, στο χωλ, στον κήπο, στο εστιατόριο. Και δεν μπορούσε να εξηγήσει, πώς γινόταν αμέσως αντιληπτή κι απ’ τον ίδιο. Πρώτη φορά στη μοναχική της περίοδο, ένιωθε ότι τη «βλέπουν», έπαψε να είναι άυλη, απόκτησε ανεπιθύμητα σώμα και διαστάσεις, θέση και σκιά. «Τι θέλει αυτός ο εξυπνάκιας;», αναριωτιόταν. «Κυρίαρχο αρσενικό. Όλα δικά του. Πλεονέκτες άντρες, κόψατε και ράψατε τη γη στα μέτρα σας. Δε θέλω κανένα σας».

Αποφάσισε να τα μάσει και να φύγει. Πήγε στο δωμάτιο και άρχισε την περισυλλογή. Ολοκλήρωσε το πακετάρισμα. Μα δεν έφυγε. Φορτιζόταν κάθε δευτερόλεπτο και περισσότερο. «Σου χρειάζεται ένα μάθημα, κύριος. Και θα τόχεις σύντομα». Από την άλλη ερχόταν ο καλός άγγελος και της ψιθύριζε στ΄αυτί. «Δεν σούκανε ουσιαστικά τίποτα. Δεν σε προσέβαλε σκόπιμα, ούτε σε έβρισε. Μόνο μια πρόταση σε γεύμα ήταν. Ίσως του αρέσεις». Μα την κέρδισε ο διάβολος.

«Tora, tora, vengeance, revenge, vendetta, εκδίκηση, νέμεση», ψιθύριζε έξαλλη. Φόρεσε τα καλύτερα ρούχα της. Τον εντόπισε στο σαλόνι, να πίνει ποτό με δυο τρεις άλλους. Περπάτησε πλησίστια κατ’ απάνω του. Δεν την ένοιαζαν οι τύποι. Σταμάτησε μόλις μισό μέτρο μπροστά του. Τον κοίταξε αφ’ υψηλού και έσκουξε.

«Ξέχνα το Τζίνα! Φεβρωνία με λένε και σε προσκαλώ σε μια παρτίδα μπιλιάρδο. Παίκτης είσαι. Ξέρεις. Αν με κερδίσεις θα δειπνήσουμε μαζί».

«Κι αν υποτεθεί ότι χάσω;», ρώτησε ο άλλος χαμογελώντας σαρδόνια

«Δική μου δουλειά αυτό», απάντησε σε έξαψη η Φεβρωνία

«Στην υγειά των τζογαδόρων μας», έκανε πρόποση κάποιος απ’ την παρέα της στιγμής. «Ζήτω, ζήτω». Μαζεύτηκαν όλοι γύρω απ’ το μπιλιάρδο. Στοιχήματα, κεράσματα, θέαμα, βλέμματα για όλους. Η στιγμή χρωματίστηκε με ένταση. Η μεγάλη μάχη άρχισε.

Κράτησε γύρω στις τρεις ώρες, με αμφίρροπες εξελίξεις. Η Φεβρωνία κατάλαβε απ’ την αρχή την υπεροχή της, μα δεν το άφησε να φανεί. Έπαιζε κοντά στις δυνάμεις του άλλου. Χιλιάδες φορές παρακαλούσε να χάσει αυτή… Έπρεπε να χάσει. Τότε αφαιρούνταν και ο άλλος έπαιρνε τ’ απάνω του και στο αποτέλεσμα. «Χάσε, χάσε, πρέπει να χάσεις. Χάσε τώρα», διέταζε τον εαυτό της βουρκώνοντας. «Αν χάσεις…». Κι ύστερα την άρπαζε το πάθος της νίκης θεριωμένο, σα λαβωμένο ζώο κι έβγαινε μπροστά στο σκορ. Κι ύστερα ξανά, «χάσε ανόητη, χάσε». Ο άλλος  κατάλαβε ότι το παιγνίδι ξέφευγε απ’ το τσόχινο τραπέζι. Μα δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Κάτι σαν άμμος του ξέφευγε απ’ τα δάκτυλα του. Συνέχισε βάζοντας τα δυνατά του να κερδίσει, σαν καλός παίκτης.

Νύχτωσε όταν τελείωσαν. Θριαμβευτική η νίκη της Φεβρωνίας. Κέρασε όλη την παρέα και το πάρτυ αρχίνησε. Ο αντίπαλος έψαχνε επίμονα κι αμήχανα το βλέμμα της.. Ανέβηκε στο δωμάτιο της, βρίσκοντας κάποια πρόφαση, πλήρωσε στη ρεσεψιόν το λογαριασμό. Φόρτωσε κρυφά το αμάξι της, κατεβαίνοντας από την πίσω πόρτα, φόρεσε τα μαύρα γυαλιά της κι εξαφανίστηκε κλαίγοντας κι ουρλιάζοντας μέσα στη νύχτα…