13oct07 137

Δεν με θαμβώνει πάθος

κανένα’ εγώ την λύραν

κτυπάω, και ολόρθος στέκομαι

σιμά εις του μνήματός μου

τ’ ανοικτόν στόμα

(Ανδρέας Κάλβος)

Κάποιοι ρωτάνε «γιατί Μπουγατσαδούπολη», κάποιοι άλλοι παρεξηγούνται κιόλας. Θα σας κάνω μια πρόχειρη μικρή λίστα με τους λόγους που η Θεσσαλονίκη έχει μετατραπεί σε Μπουγατσαδούπολη:

  • Στην αξιολόγηση καμιά 300σαριά ευρωπαϊκών πόλεων, με κριτήρια την ποιότητα ζωής, την εργασία, τις δυνατότητες ψυχαγωγίας, τις μετακινήσεις, την παροχή υπηρεσιών υγείας κλπ, η πόλη μας βρίσκεται στην πρώτη πεντάδα. Από το τέλος.
  • Η πόλη βρωμοκοπάει, σε αφόρητο βαθμό. Στα δυτικά, έχει τα χάλια του Καλοχωρίου. Στα ανατολικά, έχει τους Ταγαράδες.
  • Έχει μια από τις πλέον μολυσμένες ατμόσφαιρες. Και είναι πολύ φυσικό, αφού ρυπογόνες βιομηχανικές εγκαταστάσεις εφάπτονται ή περιβάλλονται από οικιστικά σύνολα, ενώ η ανυπαρξία αξιόπιστου δικτύου ΜΜΜ επιβάλει στους κατοίκους την καθ’ υπερβολήν χρήση του ΙΧ αυτοκινήτου, με όλα τα παρεπόμενα.
  • Η οικιστική επέκταση και η οικοδόμηση της πόλης έγιναν με τριτοκοσμικούς όρους. Ο Δενδροπόταμος θάφτηκε. Τα ρέματα της Τούμπας χτίστηκαν. Το κέντρο δεν έχει ελεύθερους χώρους – ούτε εκατό αντίσκηνα δεν μπορούν πια να στηθούν όταν θα γίνει ο επόμενος μεγάλος σεισμός (προσέξτε: δε λέω αν, λέω όταν)
  • Σα να μην έφτανε η πλήρης τσιμεντοποίηση του κέντρου, δόθηκαν παροχές φυσικού αερίου στις οικοδομές που είχαν ήδη καταπονηθεί στο σεισμό του 1978. Αν δεν καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό, μπορείτε να ρωτήσετε οποιονδήποτε αξιωματικό της Πυροσβεστικής.
  • Στο κέντρο της πόλης (και με κριτήριο την εξυπηρέτηση μεγάλων ή μικρών συμφερόντων) σωρεύονται λειτουργίες που δε χωράνε – και την πνίγουν.
  • Το συγκριτικό πλεονέκτημα της πόλης, ο Θερμαϊκός, αντιμετωπίζεται ως ανοιχτή χαβούζα – και τίποτε περισσότερο. Η κατάσταση θα χειροτερέψει τραγικά με το μπάζωμα που γίνεται για την επέκταση του διαδρόμου 10/28 στο αεροδρόμιο.
  • Σε καμιά άλλη πόλη του πολιτισμένου κόσμου δεν θα συζητούσαν σοβαρά για το τερατούργημα της υποθαλάσσιας. Στην Μπουγατσαδούπολη το έργο παραλίγο να γίνει!
  • Η πόλη όχι μόνο αγνοεί, αλλά διαστρέφει συστηματικά την ίδια της την ιστορία.
  • Η πόλη (μια πόλη ενός εκατομμυρίου +) δεν παράγει απολύτως τίποτα. Ούτε καν τουριστικές υπηρεσίες. Ζει από τους φοιτητές και την οικοδομή (τελευταία, η οικοδομή απέθανε).
  • Καλύτερα να μη μιλήσουμε για τις ευκαιρίες που δίνει η πόλη στην επιχειρηματικότητα των νέων, στην καινοτομία κλπ.
  • Ας μην πούμε τίποτα, επίσης, για την καλλιτεχνική και πνευματική της ζωή.
  • Το πολιτικό προσωπικό της πόλης (σε όλες τις βαθμίδες) είναι για γέλια και για κλάματα. Σε ΟΛΑ τα κόμματα, της αριστεράς συμπεριλαμβανομένης.
  • Οι διανοούμενοι της πόλης (κορμός της μεσαίας τάξης) βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με τους πολιτικούς της. Θυμάστε κάτι καλό για την πόλη, που να ξεκίνησε από το ΑΠΘ; Αντίθετα, ακόμα και την (κάποτε όμορφη) Πανεπιστημιούπολη, η κλίκα (του κατ’ ευφημισμόν «δημόσιου» πανεπιστημίου) κατάφερε να την τσιμεντώσει απ’ άκρη σ’ άκρη.
  • Η πόλη ελέγχεται απολύτως από ελάχιστες οικογένειες. Αυτές στηρίζονται σε μια μάλλον συμπαγή μάζα μερικών χιλιάδων μεσοαστών, με ανάλογα (δικά τους) συμφέροντα. Ό,τι γίνεται (ή δε γίνεται) καθορίζεται αποκλειστικά από αυτούς, οι οποίοι ελέγχουν τα κέντρα αποφάσεων και τους πολιτικούς των δυο μεγάλων κομμάτων. Το υπόλοιπο ένα εκατομμύριο άνθρωποι απλώς …κρατάμε το φανάρι.
  • Η αισθητική της πόλης και ΟΛΩΝ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ των προαστίων της έχει υπογραφή: του κιτσ’ η μάνα! Δεν είναι τυχαίο που σε ολόκληρο το συγκρότημα δεν υπάρχει ΟΥΤΕ ΜΙΑ γειτονιά που να χαίρεσαι να την περπατάς. Ωραία σπίτια, υπάρχουν. Γειτονιές και προάστια, όχι.

Σταματάω εδώ. Όχι γιατί ολοκληρώθηκε η λίστα, αλλά γιατί αυτά που έγραψα αρκούν για να δικαιολογήσουν και με το παραπάνω το «Μπουγατσαδούπολη».

Το να αγαπάς και να παινεύεις τον τόπο σου, είναι εύλογο. Το να μη βλέπεις ποια είναι στην πραγματικότητα η πόλη που ζεις, είναι ο καλύτερος τρόπος για να μην αλλάξουν τα πράγματα ποτέ. Διαπιστώνω ότι το Μπουγατσαδούπολη «περπατάει» στη μπλογκόσφαιρα. Δεν το επινόησε η καλύβα, η καλύβα συνέβαλε στο να διαδοθεί. Και το θεωρώ σωστό, γιατί έχω παιδιά, που μεγαλώνουν και θα ζήσουν σ’ αυτή την πόλη. Για να ζήσουν, λοιπόν, στη Θεσσαλονίκη και όχι στη Μπουγατσαδούπολη (όπως, δυστυχώς, θα συμβεί) η μοναδική ελπίδα είναι να δουν και να καταλάβουν οι Μπουγατσαδοπολίτες την πόλη που ζουν – και να νοσταλγήσουν την πόλη που τους αξίζει. Κάτι που, σήμερα, μοιάζει απίθανο.

Αυτό, όμως, δε μπορεί να εμποδίσει όσους αγαπάνε και ταυτόχρονα καταλαβαίνουν, να χρησιμοποιούν το σαρκασμό, ως αντίδοτο στην αφασία.