Του cirut

«Βρε τον κερατά. Δεν είμαι ξενόφοβος, που να πάρει, αλλά μούχει σπάσει τα νεύρα. Έχει ένα μήνα εδώ έξω, με το Άστα τα Μαλλάκια σου και τα Κύματα του Δουνάβεως. Και είναι φάλτσος, ο μπαγάσας. Απαράδεκτος. Κι αυτό το βιολί!». Μπορεί ο ίδιος ο Μάρκος, μεγαλοεργολάβος στο επάγγελμα, να μην είχε ιδέα από μουσική αλλά είχε κάνει μια απίθανη έρευνα αγοράς για βιολί, δυο χρόνια τώρα, μέχρι να βρει ένα υπέροχο Stradivarius για τα γενέθλια του κανακάρη του. Ο Πέτρος ήταν παιδί βαθύ, στα 13 του, αγαπούσε το βιολί και χάρηκε πολύ με το δώρο. Το κοίταζε με δέος. Έπαιζε όμορφα και ήξερε ότι κάποιοι δόξασαν αυτό το όργανο, με άφταστο τρόπο.

«Μην τον παρεξηγείς, μπαμπά. Εμπειρικός είναι ο άνθρωπος. Ε, και το όργανο είναι ψόφιο, τι να κάνει ο δόλιος». «Να παίξει κάτι άλλο. Αυτά τα κύματα μου τρύπησαν το μυαλό. Μπαίνουν από το ένα αυτί μου και δε βγαίνουν.  Κολυμπάνε στο κρανίο μου. Να φύγει από δω, να πάει να δοκιμάσει και τα νεύρα άλλων ανθρώπων».

Το άλλο πρωί δεν άντεξε. «Άκου, φίλε. Εδώ που παίζεις πρωί, βράδυ ενοχλείς. Σε παρακαλώ μάστα και πήγαινε αλλού». «Ντε τέλω να φύγκω. Εντώ είναι πέρασμα και έκει και στέγκη γκια βροχή και ήλιο. Τι πειράζω; Ντεν είσαι καλός άντρωπος». Ο Μάρκος ξαφνιάστηκε. «Τι λες, ρε γύφτο; Ποιος είσαι συ να με κρίνεις; Άμα σε ξαναδώ εδώ, θάχουμε κακά ξεμπερδέματα». Έφυγε για τις δουλειές του φουρκισμένος. «Γέμισε η χώρα μας, ρε, απ’ αυτούς τους εγκληματίες, σε λίγο θα μας ζητήσουν και τις γυναίκες μας. Δεν μας έφταναν οι γύφτοι κι οι Τσιγγάνοι, πλάκωσε και η Βαλκανική μαυριδερή κομπανία. Βρωμιάρηδες».

Το βραδάκι νάτος πάλι ο …Μότσαρτ στη θέση του. Το σπασμένο βιολί έπαιζε εξαιρετικά φάλτσα και στριγγλιάρικα. Υπήρχε τώρα και …συνοδός. Τραγουδιστής. Είχαν πάρει  στη σειρά τα λαϊκά τώρα. Παιδιά της Πάτρας, Καζαντζίδη και Μητσάκη. «Ντε τέλω τη συμπόνια κανενός», έσκουζαν. Ο Μάρκος πλησίασε. «Άκου να δεις. Πάρτε από δέκα Ευρώ, παίξτε και μία φορά ακόμα τα Κύματα του Δουνάβεως, να το εμπεδώσουμε και μην ξανάρθετε στη γειτονιά». «Ντε τέλω τη συμπόνια σου, ντε τέλω τα λεφτά σου», έκανε ο ..Μότσαρτ. «Εντώ είναι γκης γκια όλους. Ντε τα φύγω». Στεκόταν μελαψός, αδύνατος, με ρούχα λερά, πλησίαζε τα πενήντα. Ο δεύτερος ήταν νεότερος και φορούσε αθλητικά, κινέζικα από τη λαϊκή. «Μη φοβερίζεις, ρε μπάρμπα. Γκια το ψωμάκι μας παλεύουμε». Ο Μάρκος θόλωσε. Το διαμέρισμα δεν πουλήθηκε, το συμβόλαιο για το νέο οικόπεδο χάλασε, έπεσε καρφωτή στην Πολεοδομία για ημιυπαίθριους που έκλεισε παράνομα, το ΙΚΑ ζήτησε επανέλεγχο. Γύρισε στο αμάξι, ένα θηριώδες SUV. Κάτι κουβαλούσε. «Άκου, ρε γύφτο. Έχω άδεια οπλοφορίας. Θα πω ότι πήγατε να με ληστέψετε και θα σας ρίξω». Παράλληλα έδειξε με τρόπο το περίστροφο. Οι δυο εξαφανίστηκαν με ταχύτητα Άκι Μπούα, χωρίς άλλη κουβέντα.

Χρειάστηκε χάπι για να ηρεμήσει. Δεν πρόλαβε να καθίσει στην τηλεόραση και το τηλέφωνο χτύπησε. «Ο Νάσος είμαι, Μάρκο. Βανκούβερ εδώ». «Καλώς το αδερφάκι μου». Αναστέναξε… «Έχεις κάτι;» «Ναι, μάλωνα με ένα γύφτο εδώ έξω, Τουρκόσπορο των Βαλκανίων. Γέμισε, αδερφέ, η χώρα μας φυλακόβιους, φονιάδες κι ενοχλητικούς. Άστους τώρα. Πώς τα περνάς;».

«Πάγος, αδερφέ, πρέπει να την κάνουμε από δω, επί τέλους. Όμορφες χώρες αλλά κρύες». «Στα λέω. Πάρε την απόφαση. Δεν είσαι όπως παλιά. Με ένα βρακί, έφτασες εκεί. Λάδωσε τώρα το αντεράκι σου. Θα σου ετοιμάσω εγώ το έδαφος. Αρκεί να φέρεις κάποιο κεφάλαιο. Θα σου δώσω, τα μπάνια κατασκευές. Τζακούζια, υδρομασάζ, σάουνες, φιοριτούρες. Θα φτιαχτείς. Άντε μάστε τα. Εκτός κι αν δεν μου τα λες όλα. Μήπως τελικά η Τζόυς τσινάει;». «Ε, είναι κι αυτό. Όσο για τους γύφτους, κι εδώ βρώμισε ο τόπος. Πέρα από τους κίτρινους, που είναι σα γυρίνοι στην ποταμιά, πλάκωσε τώρα όλη η σκούρα Ασία εδώ, ποιος θεός και ποιος χαλίφης. Και γω έχω μ’ αυτούς προβλήματα. Άλλα συμφωνάμε για δουλειά κι άλλα μου ζητούν στο τέλος. Γίνονται ταραχές, συχνά. Ευτυχώς η πολίς εδώ, δε μασάει. Αφορμή ψάχνει να τους ξυλοφορτώνει. Έτσι έδερναν κι εμάς, στην αρχή. Μα εμείς ήμασταν φιλοπρόοδοι. Φτιαχτήκαμε. Το δαιμόνιο της φυλής».

Ο ύπνος του ταραγμένος. Στο όνειρο του ήρθαν πολλοί μαυριδεροί ξένοι, ξωτικά του φόβου σαν τον μουσικό και σήκωσαν το αμάξι του στον αέρα, απίστευτα όρνια του διαστήματος, που μπορούν νάχουν μορφή έξω απ’ την ανθρώπινη φαντασία, απειλητικοί διάβολοι του ολέθρου της ευτυχίας, που μια ζωή έστηνε….

Αντί να βγει απ’ τη ζωή τους ο …Μότσαρτ, μπήκε. Κάποιο μέλος της οικογένειας καθημερινά έκανε αναφορά σ΄ αυτόν. «Τον είδα στην αγορά. Στα σκαλιά του Μετρό», έκανε η γιαγιά τη μια μέρα. «Θυμήθηκα τη μόλτσα στα μάλλινα, με δαύτους», σκέφτηκε ανατριχιάζοντας. «Εγώ τον είδα το βραδάκι, να παίζει στην πλατεία, μπροστά στη Μητρόπολη», έκανε η κυρία Άννα, μητέρα της οικογένειας. «Εγώ τον είδα, γυρίζοντας απ΄ το φροντιστήριο», είπε ο  Πέτρος. «Στα παγκάκια με παρέα. Έτρωγαν κάτι σάντουιτς, έπιναν και μπύρα. Γελούσαν. Φαινόταν ευτυχισμένος». Έτσι σχημάτισαν μια πλήρη εικόνα, πού πήγε, πώς ζούσε.

Σχεδόν δηλαδή, αφού κανείς τους δεν τον είδε τα βράδυα, που κοιμόταν στα παγκάκια, σα το δελφίνι με το ένα μάτι ανοικτό. Οι καινούριοι άστεγοι στο πάρκο, όλη νύχτα παραφυλούσαν μισομεθυσμένοι τον κίνδυνο και ο ύπνος τους έπαιρνε μόνο πρωί, σαν το φως να ήταν ο μόνος  σίγουρος φύλακας. Κι ο ίδιος άλλες φορές έστρωνε κάτω ένα στρωσίδι, κάπου ψηλά και καθόταν σταυροπόδι όλη νύχτα, κοιτώντας τα λαμπυριστά φώτα, παγκόσμια γλώσσα της νυκτερινής πόλης, συσπειρωμένος, σαν να μην υπάρχει ζωή πέρα απ’ το φως, παρά μόνο το αρχέγονο σκοτάδι της γένεσης. Ήταν δύσκολες ώρες, που σκεφτόταν παιδάκια και γυναίκα και βιολιά που δεν στριγγλίζουν και την ειρήνη της παλιάς του ρουτίνας. Καμιά φορά πήγαινε μουσαφίρης σε κάποιο συμπατριώτη, είκοσι είκοσι μαζί. Πλησιάζοντας κοντά θα απορούσες, όλο και περισσότερο, πώς μπορούν να ζουν άνθρωποι σ’ αυτό το μέρος. Ήθελε να κλάψει, να φωνάξει μα δεν τούβγαινε. Άλλωστε ήρθε εδώ για καλύτερα και για να στέλνει λεφτά πίσω.

«Τον είδα το πρωί. Κοιμάται στο πάρκο. Γιατί όμως, έφυγε από δω;», ρώτησε ο μικρός Πέτρος.. «Ναι», έκανε η μητέρα του, περιπαικτικά, «χάσαμε και τα Κύματα του Δουνάβεως. Ούτε ως την Κομπαρσίτα, δεν έφτασε ο άχρηστος». «Είχε τη ζέση των ξεκομμένων ζώων, να ξανασμίξουν με το κοπάδι τους. Κακώς, Πέτρο, πήγαινες κοντά και τούπιανες κουβέντα. Αυτοί οι άνθρωποι σέρνουν τεμπελιά, πείνα κι αρρώστιες», νουθέτησε η γιαγιά. «Είναι καλλιτέχνης», έκανε ο εγγονός. «Δεν ξέρω, πώς».

Πάλι ρουτίνα, ασφαλής κουρτίνα που κάνει δυσδιάκριτα τα δράματα. Κάποιο απόγευμα, ο Μάρκος γύρισε πολύ ευδιάθετος. «Σήμερα πήγαν όλα καλά. Και πωλήσεις έγιναν και συμφωνίες έκλεισαν», δήλωσε. «Α, κι όταν γύριζα είδα εκείνον τον ενοχλητικό. Το …βιολιστή, τρομάρα του. Τους είχε στριμώξει η αστυνομία και τους έκανε έναν παρά. Την κοπάνησε ο μάγκας, με το βιολί στα χέρια. Γάτος. Έξω από τα σύνορα να τους πετάξουν και να τα κλείσουν, οι ανίκανοι». Ο μικρός διαμαρτυρήθηκε. Μα οι υπόλοιποι επικαλέστηκαν, ομάδην, τη φωνή της λογικής. Ύστερα πήγαν όλοι για ύπνο, παραδίνοντας την πόλη στους άστεγους και στη μανία μιας ξαφνικής νεροποντής. Κι αντίθετα με κείνες τις αστραπές που αυλακώνουν τον ουρανό ολούθε, τούτη η καταιγίδα ήταν αλλιώτικη, σαν όλες οι φωτιές να ξεπηδούσαν από ένα σημείο και να σημάδευαν στο σταυρό ένα ουράνιο τέρας. Κείνο το βράδυ των κεραυνών, οι ένοικοι  των ρετιρέ θα εύχονταν να ζούσαν σε υπόγεια, έστω και τρώγλες. Ο Πέτρος κοιτούσε από ψηλά έντρομος το χαλασμό, στεναχωρημένος για το φίλο βιολιστή. Πρώτη φορά στη δροσερή ζωή του, συνειδητοποιούσε ότι κάποια προβλήματα είναι άλυτα, εδώ δίπλα, σιμά μας, ιδίως για τις παιδικές πλάτες.

Ένα απόγευμα η κυρία Άννα, γύρισε σπίτι σαν ξωτικό. Πήγε στην τουαλέττα και ξέρασε. Η γιαγιά αναστατώθηκε. «Είδα μια συμπλοκή αλλοδαπών… Εκεί στο παρκάκι μπροστά στην εκκλησία, που συχνάζουν. Κάποιος μαχαίρωσε…. το …Μότσαρτ. Το είδα, αν είναι δυνατόν!! Γράφουν συχνά, ότι ξένοι ληστεύουν ξένους. Ελπίζω να ζήσει, ο δύστυχος. Κι ας ξανάρθει κι ας μας ξεκουφάνει με τα κύματα. Άνθρωπος είναι».

Όταν συνήλθε, μετά το νοσοκομείο, ο …Μότσαρτ έγραψε δυο γράμματα, στο φως ενός φαναριού δρόμου. Το ένα στη γυναίκα του. Κάπως έτσι…

«….θάρθω σύντομα κοντά σας. Η ξενιτιά δεν αντέχεται κι ας έχω καλή δουλειά στο μαγαζί, που δουλεύω μουσικός. Είναι καλοί άνθρωποι. Έχω και φίλους μουσικούς. Θάθελα να διάβαζα εδώ, μα με το φόρτο της δουλειάς δεν προλαβαίνω. Μου λείπετε και συ και τα παιδιά. Ξέρεις πως θάθελα ένα κόσμο, που θα τον κατοικούσαν μόνο τα νιάτα. Κι ας πέθαιναν οι άνθρωποι νέοι. Δε θα χωρούσε, τότε, η αδικία και το συμφέρον. Θα είχαν τον έρωτα σουλτάνο, το καρδιοχτύπι χαλίφη και τα συναισθήματα παγκόσμια γλώσσα. Και για μας θάθελα να γλιστρούσαμε, με μια μικρή βαρκούλα, στα κύματα του Δούναβη. Όπως τότε. Θυμάσαι;…..».

Το δεύτερο γράμμα το έστειλε στον εαυτό του. Κάπως έτσι…

«….Δεν είμαι τυχοδιώκτης, είμαι νοσταλγός. Γύρω μου νεαρές αλλοδαπές πόρνες από Ανατολή, Βαλκάνια και Αφρική, με αρρώστιες και σερνικά έτοιμα να σφαχτούν. Ο μόνος μου λώρος με τη ζωή, είναι μια κάρτα τηλεφώνου. Μετά έρχεται το βιολί. Τις πιο ωραίες σκέψεις μου, τις κάνω ακούγοντας μουσική. Η γλυκιά της επαναληπτικότητα με ανασταίνει. Δεν τα καταφέρνω με τη γλώσσα. Ποτέ δεν τα κατάφερνα. Όσο νιώθω αποκλεισμένος, το μυαλό μου γυρίζει όλο και σε πιο παλιά, στα παιδικά χρόνια, στη γλύκα της νιότης. Τα λεφτά είναι τα δύσκολα. Μα έχω χρέος στα παιδιά και στις εφηβικές προσδοκίες τους, να μείνω. Οι άνθρωποι εδώ, κολλημένοι σα στρείδια σ’ ένα τρόπο ζωής, που δείχνει ξεκάθαρα πως τους σκοτώνει, θέλουν να σε παρασύρουν στη φρενίτιδα τους. Εγώ δεν μπορώ»…..

Στο κέντρο της πόλης τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα για ..πάλκο και τ’ άφησε. Γύρισε ξανά στην παλιά του θέση. Γιαγιά και μητέρα τον δέχτηκαν με χαρά στη γειτονιά, ο Πέτρος με ενθουσιασμό κι ο Μάρκος με σκοτεινό πρόσωπο. Δεν ήταν όμως ο ίδιος. Τέρμα τα λαϊκά, ακόμα και τα …Κύματα του Δουνάβεως. Έπαιζε κάποια παράφωνα πράγματα, όχι πολύ ενοχλητικά. Περίμεναν τον Πέτρο για να τα εξηγήσει. Άκουσε με προσοχή. «Δεν το πιστεύω. Είναι κλασσική μουσική. Άγνωστη μου». Ο …Μότσαρτ ήταν άκεφος, θλιμμένος, το κεφάλι σκυφτό και λίγο τον ένοιαζε η ελεημοσύνη των περαστικών. Ο Πέτρος τον κοίταζε ώρα από το παράθυρο. Κι ύστερα έγινε το θαύμα. Μες στις στριγγλιές και στα παράφωνα, μπόρεσε ο Πέτρος να διακρίνει τον κάτασπρο κύκνο. «Chaconne, Bach», σφύριξε. «Λίγοι άνθρωποι το παίζουν αυτό σωστά, λέει ο δάσκαλος». Συγκινημένος πήρε το Stradivarius κι έτρεξε κάτω. «Παίξτο μ’ αυτό. Στο χαρίζω», έκανε ανοίγοντας το μαγικό βιολί. O άλλος τον κοίταξε σαν ενήλικα και του μίλησε σαν ενήλικα.

«Είσαι καλό παιντί, το ξέρω. Ντεν μπορείς όμως να μου κάνεις τέτιο ντώρο. Ντε τα σ’ αφήσουν και γκω ντε τα ντεκτώ. Καλά, όμως. Να το παίζω μέκρι αύριο πρωί, μη το ντουν ντικοί σου. Τα το παίζω όλη νύχτα. Το άλλο βιολί ντε παίζει, όπως εσύ ξέρεις, σκούζει. Σπασμένο είναι, παράπονα λέει». Πήρε με αγάπη το Stradivarius, σαν ιερέας τα άχραντα σκεύη. Ο Πέτρος έκατσε στην άκρη. Τώρα οι νότες ανέβαιναν σα κισσοί στον αέρα, γεμίζοντας το χώρο. Μια πανδαισία ήχων και υπερήχων, σαρκοποίησης αόρατων ακουστικών φασμάτων. Μια παντιέρα, χρωματιστό σάϊσμα, ξεδίπλωνε στους αέρινους κυματισμούς της μουσικής. Τελώνια της ιστορίας ξύπνησαν και ιππότες καβάλησαν τ’ άλογα. Ο τροβαδούρος του δρόμου φόρεσε χλαμύδες και σειρήτια, μπήκε και βγήκε σε πύργους κι ανάκτορα κι έκατσε εκεί που ανήκε, στο θρόνο της Όπερας. Ένας τεράστιος πολύχρωμος παπαγάλος, σκαστός από κλουβί, κρώζοντας, ενώθηκε με την παρέα των μουσικών. Ο ..Μότσαρτ τον χαιρέτησε με το δοξάρι. «Ο μόνος ατώος πάνω στη γκη, είναι τα ζώα και τα παιντιά», είπε. «Αυτός είναι σαν εμένα. Ντεν έκει, πού να πάει. Αν ντε τον κτυπήσουν, όμως, τα ζήσει». Του έπαιξε κι ο Πέτρος. Ο άλλος ξέχασε εντελώς τα βάσανα του και χειροκροτούσε με φασαρία. «Μπράβο, μπράβο. Τα γκίνεις καλός. Ντιάβαζε μόνο, ντιάβαζε».

Εκείνη την ώρα, το τεράστιο SUV έφτασε. Παρκάρισε στην πυλωτή. Ο Μάρκος, με πρόσωπο απειλή, πλησίασε την ομάδα. Άρπαξε με μια κίνηση το Stradivarius από τα χέρια του μουσικού, σπρώχνοντας τον βίαια. «Φέρτο εδώ αυτό, ρε. Δεν είναι για τα κουλά σου. Όλους να σας πουλήσουν, δεν αγοράζεται. Μια περιουσία κάνει. Πας να το κλέψεις, έ; Και βρήκες τούτο τον μικρό ανόητο. Σπίτι εσύ. Τσακίσου και σκασμός. Θα τα πούμε μαζί. Και συ, ρε γύφτο εξαφανίσου, επί τέλους απ’ τη ζωή μας. Μια χαρά είχαμε ησυχάσει. Μη σε ξαναβρώ εδώ. Ξέρεις. Σου τόδειξα. Πάει τελείωσε». Ανέβηκαν τρέχοντας στο σπίτι.

Χρειάστηκε χάπι για να ηρεμήσει. Δεν πρόλαβε να καθίσει στην τηλεόραση και το τηλέφωνο χτύπησε. Η Τζόυς έκλαιγε μ’ αναφιλλητά. «Τον σκότωσαν, τον σκότωσαν. Το Νάσο…. Τα κτήνη… Οι απολίτιστοι…. Τα ξεπλύματα της Ασίας… Δεν τους πλήρωνε, λένε οι ψεύτες… Οι μπράβοι του τούς χτύπησαν, για να τον προστατέψουν..  Ένας τούριξε με το πιστόλι του μπράβου…  Παράλυσα… Δεν μπορώ να κάνω τίποτα…. Σας παρακαλώ ελάτε, ελάτε τώρα…. Τα παιδιά τα πήραν οι γείτονες… Δεν είμαι καλά…. Ελάτε στο Βανκούβερ… Είμαι μόνη μου… Σας παρακαλώ…….».

Ο Μάρκος θόλωσε. Ο κόσμος χάθηκε. Έμεινε ζωντανός νεκρός στην κόλαση, για κάμποση ώρα. Ναι, ήξερε ποιος φταίει για όλα. «Τώρα θα πληρώσεις. Εσύ για όλους. Εσύ είσαι η μόλτσα, η λάμια της κοινωνίας μας. Τόπε και η μάνα μας». Μπροστά στα μάτια του έπεσε ένα μαύρο πανί, ίσα – ίσα έβλεπε πού πηγαίνει. Ο…Μότσαρτ τον κοίταξε απορημένος, νάρχεται καταπάνω του. Ύστερα το όπλο κροτάλισε δυο φορές…. Ευτυχώς, έρριχνε πρώτη φορά κι από την ταραχή του δεν τον πέτυχε, όπως ήθελε. Τον τραυμάτισε ελαφρά στο πόδι και βαριά στην ψυχή. Μόλις βγήκε πάλι απ’ το νοσοκομείο, έφυγε για το σπίτι του, κοντά στις Σιδηρές Πύλες του Δούναβη, απ’ όπου ποτέ ξανά δεν απομακρύνθηκε…..   Cirut