εμου του Ιδίου                 

               ~  κοψοραψωδια ~

                               *

Τεχνικες οδηγιες προς τους ανα-γνωστες:

1) Οσοι στιχοι ειναι με μωβ γραμματα ειναι προϊον πνεβματικου μοχθου του Παπουλη, ενω …»οι ατσιδες με τα μαυρα» ειναι τα γνησια παιδια του θειου Ισιδωρου (οταν γαμησε την ποιηση).

2) Απομακρυνατε τα παιδια απο τις οθονες.

 Μοτερ, παμε:                      

* * * 

Προοιμιον

Ι

-Τωρα που βλεπω να’ρχεται η τελευτή του βίου

ακουσατε προσεχτικα τις συμβουλες του θειου.

 

Τα οσα ειδα κι εμαθα πρεπει να τα αφησω

κληρονομια στους ΙΘΙστες, τωρα, πρωτου τα φτυσω,

 

γιατι η ζωη είναι θαλασσα: κι ας μαθουνε οι νεοι,

πως οσους μουτσους γαμησα γιναν καπετανεοι!

 

*

ΙΙ

-Ετσι κι αυτοι αργοτερα θα λεν: «-Ο μαστορας μου

να μαστορευω μ’εμαθε, μα τωρα ηρθε η σειρα μου»

 

και στην επομενη  γενεά κι αυτος θα μεταδωσει

όλα οσα ειδε κι εζησε με φρόνηση και γνωση!

 

*

ΙΙΙ

-Τοτε δεν χανεται η σειρα και μπαινει μια ταξη

αρμονικη αναμεσα σε θεωρια και πραξη,

 

γιατι αν ποτε καταργηθει αυτή η ιεραρχια

τα παντα καταρεουνε κι επερχεται αναρχια:

 

oι επιστημες θα χαθουν, τα γραμματα, οι τεχνες,

θα σφαζονται οι θεωρητικοι με τους εμπειροτεχνες!

 

Και επειδη ειμαι ο στερνος που εκπροσωπει το ολον

του πραγματος, ακουστε με καλα και στρωστε κωλον!

 

Κι οσο διαρκει το μαθημα, ΙΘΙστές και καλυβίτες,

δεν θ’ ανεχτω την αιθουσα να ιπτανται σαϊτες.

 

*

IV

-Κι αυτοι, εν κυκλω, γυρω του στου προεδρου τα λογια

κλεισαν με μιας τα κινητά, κρυψαν τα κομπολογια,

 

ν’ακουσουν τι ειχε να τους πει, το μυνημα να παρουν

κι αυτος τους ειπε -αν ηθελαν- μπορουσαν να φουμαρουν!

 

Κανεις δεν εκανε στριφτο, δεν εβγαλε αναπτηρα,

μονο τη γνωση ρουφαγαν και την δικη του πειρα.

 

Κι αφου τον  ανασηκωσαν λιγο για ν’ανασαίνει

εκεινος τοτε αργα-αργα αρχισε να τους κρενει:

 

 

 

 

 

* * *

 

Κοψωδια Α

 

Εξηντα χρονους αρτοποιός και δεκα στα μπετά

κι ακομα δε χαμπάριασα τι γινεται μετα….

 

(οταν ο γεροχαροντας μαζι του θα με παρει).

Μα τωρα ξετυλιγωντας του βίου το κουβαρι

 

αναρωτιεμαι  βλεποντας να τελειωνει ο σπάγκος

αν της εσχάτης κρισεως  θε να στηθει ο παγκος

 

που θα καθησω να κριθω ο αθλιος κατεργαρης

ή ταχατες παραγραφη προβλεπει η θεια χαρις?

 

Γιατι αν στο ακροατηριο η υποθεση μου φτασει,

αποριφθει η αναβολη κι ο Κυριος με δικασει

 

για όλα μου τα ανομηματα και για τα αισχρα μου χούγια,

με βλεπω για την κολαση, κι ας εχω και τον Κούγια.

 

Γιαυτο και τωρα στα στερνα συχνα αναρωτωμαι

«περι (του) τίνος προκειται εάν δεν απατωμαι?».

 

Και μια και αναφερθηκα πιο πανω «..περι τίνος?»

ας βαλει το χερακι της η (+) παναγια της Τηνος (+) !

 

*

Μα για να μη χανομαστε με κεινα και με τουτα

αφηνω το «επεκεινα» κι ερχομαι στο «επετουτα»:

 

 

* * *

 

Ραψωδια Β

 

Ειδαν πολλα τα ματια μου κι ακουσανε τ΄αυτια μου

κι απ’ οσα ειδα κι ακουσα πριστήκαν τ’απαυτά μου.

 

*

 

-Ειδα ποιητες που βουλιαζαν μες σε βαρια σιωπη

πριν στης ανυπαρξιας τους χαθουνε την οπή!

 

-Τραγουδιστες να κουβαλουν νερο με το καλαθι

πασχιζοντας να σβησουνε του ερωτα τα παθη!

 

-Ηθοποιους  λευχείμωνες -που ο ρολος τους το ειχε –

ν΄αποτελουνε το κενο που τους εμπεριείχε!

 

-Παρθενες που λικνίζοννταν σ΄ολανθιστους αγρους

μες σε χορούς ανάερους, κυκλωτικους κι αργούς!

 

*

 

-Απ τη ζωη μου περασαν κοπαδια απο Μπουρούχες,

Λαχταροψώλες, Άπαρτες, με Ντόγιες και Σαλούφες 

 

πλαγιασα, με Ασκημόχτιστες, τρελες Ρουφοκαυλέτες,

γριες Μανικοκάπισες και γύναια.

Και γυναικες!

 

*

 

-Ειδα τη Σούλα ανασκελα  , στα τεσσερα να ερπει

τη Μπίρμπω, τη ‘Δυσσέενα να υφαινει, την Ευτερπη

 

να παιζει  το …φλαούτο της, και, ειδα τη Νεφελη

σε ουρανια  νεφελωματα να πνιγει το κουνελι!

 

à [Κι οσο η Ευτερπη επαιζε το φλάουτο στα χειλια

ανάβλυζαν απ’το οργανο λαγοι με πετραχήλια,

 

τοσοι, που απο αμφια και λαγους τα συνεφα ειχαν πηξει

κι εκεινη δεν προλαβαινε ποιόνε να πρωτοπνιξει!]

 

*

-Ειδα του ναυτη τη μνηστη να καρτερει στ’ αγνάντι

και τη μικρη Ιφιγενεια να παιζει με τον μάντη.

 

*

 

-Του σκοτωμενου τη μαμά να σκιζει τα κιτάπια

κι απέ να κρενει του φονια: «-Ολα τα φλόκια τά’πια»

 

και διπλα η μανα του φονια -που εγενησε το τερας-

να την κραταει αγκαλια του διαολου ο πατερας.

 

*

 

-Του Φίτσουλα την αδελφη να καθαριζει βρούβες

και την Πυθια να τις μασά και ν΄αμολαει αρλούμπες

 

*

 

-Κι ακομα, ειδα  ένα ορνιό να καθεται στα στράλια

με εικοσιτεσσερα βυζια και δωδεκα κεφαλια

 

και να τσιφτετελιαζεται πανω στα παταράτσα:

Ναι!   Ειδα την τρομερη Ζοντό να κρώζει σα μπεκάλτσα!

 

 

 

 

 

*  * *

 

Κοψωδια Γ

 

Καποτε, μεσα απ’ την κοιλια του Ίππου του Δουρείου

το φέγγος παραμονεψα του Σέλας του Βορείου

 

ν’ αστραφτει πανω στη γυμνη πανώρια Βρυσηϊδα,

καθως εκοβα κινηση απ΄την κωλοτρυπιδα

 

(που ητο κατω απ’ την ουρα κι οφειλετο σε ρόζον)

ενω ο Ιππος εκλανε κι αφανιζε το όζον

 

* * *

 

Ραψωδια Δ

 

Κι όταν η Τροια έπερσεν, ιππευοντας -στη σελα-

δια «σιδήρου & Πειραιώς» εφτασα στη Καστέλλα

 

(αφου περιπλανηθηκα για καμποσους αιωνες)

και σ΄αλλους τοτε ριχτηκα  -ποιητικους-  αγωνες!

 

*

 

-Να γραψω αποσυρθηκα αυτό το μεγα επος

εις της Καστελλας το βουνί (που κατοικει κι ο Zepos)

 

ψαχνοντας να’βρω αναπαημό, ζητών την ησυχια

και τακτικα κατεβαινα μεχρι τη Μουνυχία

 

και αφηνα τη θαλασσα να μου φιλαει τα ποδια

ενώ τριγυρω μου επλεαν σαλαχια και χταποδια.

 

Εμπαινα με τις κάλλιτσες -δεν ειχα ουτε παπουτσα-

κι ο παφλασμός του κυματος μου εθωπευε τη μπουτσα:

 

-Πραγματα απλα, που στη ζωη προσδιδουν σημασια,

κι η μουσα ενώ πλατσούριζε μεσα στην υγρασια

 

τον ιστρο και την εμπνευση αναζητωντας να ‘βρει,

τα’ρχιδια μου μαλάγρωναν και μαζευόνταν γαύροι,

 

μικρα χελιδονοψαρα, μέδουσες, ιπποκάμποι

καθως τον Ήλιο εβλεπα στη θαλασσα να λαμπει,

 

-Ο Ήλιος Ο Ηλιατορας, Ο Ήλιος Ο Πρωτος-

που επαιζε με τα νερα τη «διάθλαση του Φώτος»!

 

Κι όταν πνιγοτανε σ’αυτά, το φως του αποσπεριτη

σαν επαιρνε τη θεση του, επεστρεφα στο σπιτι

 

εβανα σωβρακο στεγνο, αναβα το λιχναρι

και μες στα χερια μου άδραχνα χαρτι και καλαμαρι

 

να γραψω οσα εζησα κι αλλα πολλα ακομα

και πως με διαγραψανε καποτε από το κομμα,

 

τι κερδισα από τη ζωη, τι εχασα, τι πηρα

κι απανω στο λογαριασμο ανοιγα καμια μπυρα !

 

*

 

 

-Ομορφες μερες, μαγικες ν’απολαμβανω απεμεινα,

μα τα Ορέα διαρκουν μοναχα λιγα τέρμινα:

 

-Του θερους τελειωσαντος και μπαινωντος χειμωνος

τα γεγονοτα εξέλθωσαν τον μαγκα της κρυψωνος

 

κι εκει που ημανε καλα κι Ορεα θαλαμωμενος

η ιστορια εκανε μπάμ και ξεσπασε με μένος:

 

 

*

 

-Άλλα η ζωη, χειροτερα, βασανα μου ειχε ορισει

που απορω πως τα’αντεξε η ευαισθητη μου φυση!

 

* * *

 

 

Κοψωδια Ε

 

Σαν τελειωσε ο πολεμος -αυτος για το φουστανι-

το’μαθαν και πλακωσανε κι οι Γυφτοι, κι οι Περσιάνοι.

 

Τα νεα για τους Περσιανούς και για τα Κατσιβέλους

σαν τα ‘μαθα ειπα μεσα μου «Ηρθε η αρχη του τελους,

 

χαιρετα τη γλυκεια ζωη -ειπα στον εαυτο μου-

φαινεται ηταν ως εδώ, ετσι ητανε γραφτο μου!»

 

*

 

– Οι γυφτοι κάτσαν φρονιμα και πλεκανε καλαθια

μα, δυστυχως, οι Ιρανοί ήσαντο κατακάθια.

 

Για αρχηγο τους ειχανε εναν αραπη -Ξέρξης

τονε φωναζανε- που ητανε …ου μπλεξεις,

 

Δαρειο το μπατέρα του τη δε μαμά του Ατόσσα,

κι απταιστως την Αχαιμενιδική εμιλαγε τη γλωσσα.

 

Εκλεβανε τις κοτες μου,  βουταγανε το βιος μου

μου μυνησε ο Τηλεμαχος (που ητανε σαν γιος μου),

 

ακομα και στη ντάτσα μου καταληψη ειχαν κανει,

ψωνιζαν με τις καρτες μου, ρημαζαν το μποστανι

 

και μεσα στον ορυμαγδο, μεσα στην αναρχια

παρενοχλουσανε συχνα μεχρι και τη Λουκια

 

που τη Σκουπίτσα ( ) βοηθαγε για να μου πλεξει κάλλιτσες,

και τα κρασια μου πινανε και τρωγαν τις μπεκάλτσες,

 

ουτε πουλι πετουμενο δεν ειχε απομεινει,

στο τελος χλαπακιάσανε κι αυτο το Καρχαρινι.

 

Ως που ένα βραδυ ακουσα εις το δελτιο των νεων

πως οι αραπαδες φαγανε και τον Μυρμηγκολέων

 

αφου τον βαλαν ζωντανο στο φουρνο, με πατατες(!).

Τα πραγματα ηταν καθαρα δεν ετρεφα αυταπάτες

 

και αποφασισα αυτό πως δεν θα μεινει ετσι,

μα τι εστι «βερίκοκο» θα μαθαιναν οι λέτσοι,

 

κι οτι ετσι και τον τσακωνα στα χερια μου τον Ξερξης

θα’βλεπε τοτε τι θα πει και Ξερξης και Ξεξερξης!

 

*

-Τους μυνησα να μαζωχτουν να ιδουμε το τι γένεσθαι

αλλιως, φινίτο μούζικα πασάτο και …τετέλεσθαι!

 

-Να συγκεντρωνεται αρχισε γλήγορα ο κοσμος ολος,

ολοι οι δικοι μας ηρθανε. Και βγηκε και ο στολος!

 

* * *

…………………………………………………………………..

 

Πάροδος

 

Ο Πρόεδρος που κράταγε του Ιδρύματος τας τύχας

στα χέρια του , δεν άντεξε τον έπιασ’ ένας βήχας

 

το μάκρος της αφήγησης  , η ασθενική του κράση

και των παθών του ο τάραχος τον είχανε κουράσει.

 

Κοντά του αμέσως τρέξανε γιατροί και νοσοκόμες

( τις ρόμπες τους ξεκούμπωτες αφήνανε οι βρώμες

 

γιατί σκοπό τους είχανε να προκαλούν το Θείο 

που ως τα βαθειά γεράματα είναι πιστός στο αιδοίο ).

 

Φέραν τον απινιδωτή , γάζες , ενέσεις ,  χάπια

μα η Σκουπίτσα πρακτική τους φώναξε : « Τη πάπια

 

θέλει ο Θείος Ισίδωρος  και λίγο ν’ ανασάνει

γιατί  με τα τσιγάρα σας φουντώσατε ντουμάνι»

 

και έπειτα τους έδιωξε όλους στο κυλικείο

και απόμεινε στο θάλαμο μονάχη με το Θείο.

 

*

 

Οι ΙΘΙστές πλακώσανε τις μπύρες και τα ούζα

και στο μπουφέ ορμήσανε σα νάκαναν παρτούζα

 

και αφού η μέρα ήταν καλή βγήκαν στο περιστύλιο

στα σκαλοπάτια κάθησαν και εκεί μαζεύαν ήλιο.

 

Βαρυς χειμωνας ητανε κι ο ηλιος ειχε δοντι,

τους ειδαν που λιαζόντουσαν και πλακωσαν κι οι ποντιοι.

 

Αντίκρυ τους μες την αυλή ήταν συγκεντρωμένες

κάτι γριες Κατσίβελες και μαυροφορεμένες

 

περίμεναν την είδηση τη μαύρη ν αγροικήσουν

και του Προέδρου το χαμό για να μοιρολογήσουν.

 

Πετάγετ’ ο προφέσσορας που τον ελέγαν Σούη

όπου είχε τις μπαρότσαρκες μοναδικό του χούι

 

και λέει στους άλλους Ιθιστές : «Άιντε μωρέ ζαγάρια

του Ιδρύματος τη διαδοχή θα παίξουμε στα ζάρια,

 

βλέπω πως δεν απομεινε πολύς καιρός ακόμα

που πόστο καθοδηγητή στης κόλασης το κόμμα

 

θα αναλάβει ο Πρόεδρος ..» μα στο σημείο εκείνο

αρχίσαν οι κατσίβελες τον εν χορώ τους θρήνο:

 

*

 

  ΧΟΡΟΣ (Κατσίβελες) :

 

«Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός τις αγαπούσες όλες

ξανθές και μαυρομάτισσες , λιανές και χοντροκώλες

 

το πόδι ελαφροπάτητο , δεν άφησες στο ράφι

ούτε ένα κώλο απήραγο, μουνι να πάει στράφι!»

 

*

Τότε πετάχτηκε αψύς ο μέγας Βιογιάννης

που αν πάρεις τα ματζούνια του ολότελα θα γιάνεις

 

αυτά  όπου τα φύτευε στου Ιδρύματος το Κήπο :

« Ρημάδια μου τα κάνατε τόσο καιρό που λείπω

 

και διάβαζα σαν τα φυτά να δώσω εξετάσεις

μα έχει αυτό το μπάχαλο υπόγειες διαστάσεις

 

γιατί πλακάκια τάκαναν ο Θείος με το Ζέπο

βρεθήκαν κοντοχωριανοί , εγώ μονάχα βλέπω

 

την ίντριγκα που πλέκεται , τον ειδεχθή το ρύπο;

Για καταφύγιο κυνηγών τον θέλουνε το Κήπο

 

όπου ο Ζέπος πονηρός θα πιάνει καλαμάρια,

τους Οικολόγους έγραψε ο Θείος στα παπάρια

 

του και σε ψαράδες , κυνηγούς προτίθεται ν’ αφήκει

το Κήπο και το Ίδρυμα με επίσημη διαθήκη…»

 

*

ΧΟΡΟΣ  (Κατσίβελες):

 

«Θειέ μου σπλάχνο των σπλάχνων μας , και πρόεδρε του ΊΘΙ

πουλάκι στη φτωχειάν αυλή με δίκαννο εβλήθη

 

πως κλείσαν τα ματάκια του και κλαίει ο Βιογιάννης

δεν το μπορείς τέτοιο κακό στο κήπο μας να κάνεις».

 

 *

 

Τοτε ο Άλκης ο τρανός σηκώθηκε με βία

(των Κατσιβέλων ο χορός λούφαξε στη γωνία)

 

και οργισμένος άρχισε σηκώνοντας το φρύδι :

« Ποιος είναι αξιώτερος εμού; ..το δαχτυλίδι

 

της διαδοχής στο Ίδρυμα , εγώ το δικαιούμαι

και τίποτε άλλο σοβαρό δεν έχουμε να πούμε

 

γιατί εγώ το Πρόεδρο τον τάιζα στο στόμα

τα καρχαρίνια τα ψητά και τα λιθρίνια ακόμα

 

ΧΟΡΟΣ  (Κατσίβελες):

 

 

« Μάτια γλαρά  που μέσα τους κατάπιναν τα μάκρη

 τράβαγες τις κωλότριχες, ξεπήδαε ένα δάκρυ

 

 

και τώρα πού θα κρατηθώ σε ποια αγκάλη θα’μπω

εσύ που ήσουν μαχητής εφάμιλλος του Ράμπο»

 

 

*

 

Ευθύς  στητός σηκώθηκε ο μέγας καλυβάρχης

πολύ σπουδαίος ΙΘΙστής , του διαδικτύου μονάρχης

 

 

«Τι τσαμπουνάτε ορέ αρνιά, τι κλαίτε σα μεμέτια

την εξουσία έχω εγώ , σ’ όλα τα βιλαέτια

 

 

καλύβα και το Ίδρυμα εγώ αναλαμβάνω

να σαλαγάω τα πρόβατα , να μη με λένε Πάνο

 

 

αν δεν μπορέσω στο ντορό όλους για να σας φέρω

 τώρα που τονε χάνουμε τον ένδοξο το γέρο.»

 

 

*

 

 

ΧΟΡΟΣ  (Κατσίβελες):

 

 

«Την άχνα απ την ανάσα σου νοιώθω σιγά να σβήνει

 σ’ έχουν προδώσει οι ΙΘΙστές , μόνο οι δικοί μας θρήνοι

 

 

σε συνοδεύουν Πρόεδρε στο τελευταίο ταξίδι

 σε τούτα τα κοπρόσκυλα θ’ αφήσεις δαχτυλίδι ; »

 

*

 

Μαλώνανε οι ΙΘΙστές , Πιδύος , Νικαθένια

μες τα αλώνια του ΙΘΙ (που ήταν μαρμαρένια)

 

 

σχολιαστής , Θανάσημος και τ’ άλλα ανεψούδια

και οι μπεκάλτσες έκραζαν μαζί μ’ όλα τα ζούδια.

 

Τότ’ ο Παπούλης ο παληός ο σύντροφος του Θείου

που αντάμα τους διαγράψανε εκ του Κ(αφε)Κ(οπτείου)

 

 

αργά αργά σηκώθηκε και άρχισε να λέει :

« Όλη η φύση σήμερα το πρόεδρο τον κλαίει

 

 

και εμείς εδώ μαλώνουμε για άδεια πουκαμίσα

για εξουσία άχρηστη μας έχει πιάσει λύσσα

 

 

γιατί σαν φύγει ο Πρόεδρος μας βλέπω για μπατήρια

χωρίς χρηματοδότηση και για τα πανηγύρια

 

 

της κρίσης επερχόμενης , στεγνώσαντας του Σόρος

ο Πρόεδρος σχεδίαζε να πάει στο Άγιον Όρος

 

 

απ’ τον Εφραίμ ενίσχυση μεγάλη να ζητήσει

προτού αυτό το Ίδρυμα τελείως  φαληρίσει»

 

 

 *

 

 

ΧΟΡΟΣ  (Κατσίβελες):

 

«Νιότη απ τη νιότη σου έπαιρνα , δεν μ’ ένοιαζε για λούσα

τα γηρατειά δεν τρόμαζες , πιστά σε υπηρετούσα

 

Γλυκέ μου εσύ δεν χάνεσαι ,  λίγο ακόμα ζήσε

και τα προβλήματα του ΙΘΙ στο Άγιο Όρος λύσε»

 

*

Όλοι ευθύς σωπάσανε , θλίψη βαρειά τους ζώνει

και η Σκουπίτσα φάνηκε απάνω στο μπαλκόνι

 

με τα μαλλιά της ξέπλεκα , τα χέρια απλωμένα

τα μάτια της τα όμορφα να είναι δακρυσμένα

 

*

 ΣΚΟΥΠΙΤΣΑ (Κορυφαία ) :

 

«Μέρα μαγιού μου προκυψες, Χριστούγεννα σε χάνω

και ντολμαδάκια νόστιμα ξανά δεν θα σου κάνω

 

τις κάλτσες σου Ισίδωρε ξανά δεν θα μπαλώσω

από το ντέρτι , το καημό η έρημη θα λειώσω»

 

*

 

Αλλά εκείνη τη στιγμή , στο κορυφαίο δράμα

που όλοι επεδείροντο εγένετο το θάμα

 

και από μέσα ακούστηκε του Θείου το βρυσίδι

που έβριζε της φυσεως και της ζωής τα είδη :

 

*

ΘΕΙΟΣ  ΙΣΙΔΩΡΟΣ ( εμού του ιδίου ) :

 

«Γαμω τη βαγγελίστρα μου, γαμω το ουρανιο τοξο,

μονο με παρατησατε και βγηκατε ολοι οξω

 

γαμω της γης τον αξονα, να χεσω οτι πεταει

οτι ερπει, οτι κολυμπα και οτι περπαταει,

 

τη πάπια μου τη γέμισα , πού ‘σαι μωρή Σκουπίτσαααα

να μου αλλάξεις σωβρακο για να μη πιάσω γλίτσα»

 

*

 

Ακούγοταν καλυτερα, του’χε περασει η κριση

κι εζηταε τους ΙΘΙστες δια να συνεχισει

 

τα λογια που ειχε να τους πει, να μαζωχτουνε παλι,

και με διαολους και θεους τωρα τα ειχε βαλει.

 

Κι όταν τους ειδε γυρω του να είναι μαζωμενοι

αρχισε τοτε αργα-αργα και παλι να τους κρενει:

 

* * *

…………………………………………………………………………………………..                                      

 

 

 

Ραψωδια Ζ

 

-Ητανε τετοια εποχη θαρρω, Δεκεμβρη μηνα,

που ο στολος εναυλούχησε εξω απ΄τη Σαλαμινα.

 

Κι αφου ο στρατος υπεφερε επανω στις Τριήρες

εγω πως στιχους θαγραφα και θα’πινα και μπυρες?

 

-Αφήκα τη στιχοπλοκη, πηρα μια δράκα αντρες

κι αρχισαμε να τρεχουμε, πηδουσαμε τις μαντρες!

 

Στο Κερατσινι πεσαμε και φτανοντας Ταμπούρια

κοβαμε δρομο απ΄τα στενα με δυναμη και φουρια,

 

μα απ’ την πολύ βιασυνη μας να παμε στη δουλεια μας

γυρναγανε οι πατουσες μας κι εβάριανε στ΄αυτιά μας

 

και μεχρι να περασουμε του Αη Γιωργιού τους λοφους

ολοι τους κουφαθηκανε, ξεμεινα από συντροφους

 

κι απομεινα ολομοναχος  -με γλυτωσε το κρανος.

Χεσε ψηλα κι αγναντευε: τι μονος και τι Μανος!

 

* * *

 

κοψωδια Η

 

-Μπαρκαρισα απ’το Πέραμα να παω στου Τελαμώνος

το ξακουστο βασιλειο, μεσούντος του χειμώνος

 

ταξιδεψα με  τον καιρο πνεοντα  εναντίον,

αλλα εξωκείλας βρεθηκα στη χωρα των Ποντίων.

 

Χοροπηδουσαν αδωντες και παιζοντες τη λυρα

και προς αποδωσιν τιμών πόντισα την αγκύρα!

 

Μα πανω στη βιασυνη μου πόντισα τη σταβέντα

και τοτε μαζευτηκανε κι αρχισαμε κουβεντα:

 

«-Τοσο καλα που πόντισες δικος μας θα ‘σαι ξένε»

μου ειπαν μολις με ειδανε, κι αρχισανε να κλαινε! 

 

Κλαιγαν για την αλαργινη χαμενη τους πατριδα

κι εγω για να σωπασουνε τους μπούκωσα σταφιδα,

 

τη θλιψη και τον πονο τους λιγο για να γλυκανω,

αλλα, «ο σουρβάς ετσούκνιε» …κι ακομα παραπανω!

 

Και αφου δε σταματαγανε τ’ ασματα και τη κλαψα

(γιατι ητανε περηφανη και τιμημενη ρατσα),

 

‘πα στο καταρτι δεθηκα, (ξ)εβουλωσα τ’αυτιά μου

κι οσο αυτοι τραγουδαγαν έξυνα τ’απαυτά μου

 

διοτι τα τραγουδια τους μου φερνανε φαγουρα

ενω ο κοσμος γυριζε σαν τρελαμενη σβουρα!

 

 

*

 

-Ευθυς την πλωρη εστρεψα σ’ ενάντιους καιρους

αφηνων γεια στους ποντιους (& τους αριστερους)

 

που ειχανε συνωστησθει ολοι, …παρα θιν άλος

κι εστριψα …αλα γαλλικα (πως θα ‘στριβε ενας Γάλλος?).

 

* * *

 

Χορος (Κατσίβελες)

 

 

«Γιατι είναι νομος στη ζωη: σαν Γαλλος αν δεν στριβεις

τοτε θα πεσεις σιγουρα στο στομα της Χαρύβδης!

 

Το αναφερει κι ο Ομηρος σε μια του σελιδα

για ένα μεγαλο ποιητη που ζουσε στην καλυβα

 

και στιχους εγραφε τρανους εις το χελιδονειον,

πώς ζωντανος επιαστηκε στα χερια των Ποντιων!»

 

* * *

 

*

 

Ο Ηλιος εκαιγε ψηλα σα γυφτικο καμινι

καθως στων μαυρων σκεψεων χανομουνα τη δυνη!

 

 

 

* * *

 

Ραψωδια Θ

 

Μπορει από τη Χαρυβδη και το συνωστισμο

να γλυτωσα, όμως επεσα εις τον Συνασπισμο.

 

Το ζωo φαινοταν πλαδαρο κι ηταν σε μαυρα χάλια

και μεταξυ τους χτυπαγε τα δυο του κεφαλια

 

-εκεινο της αριστερας με το αλλο της προοδου.

Αμεσως εμουβάρισα και σταθηκα αρόδου

 

και το ‘βλεπα από μακρυα που ‘παιζε μαλακια

αλλα καθως το κοιταζα επαθαινα ναυτία!

 

Δεν ειδα κονσερβοκουτιά, σφάζονταν με βαμβακι,

παιζανε τις πιτσικουλιές κι ειχανε γινει ράκη

 

Και ακουσα το ένα να ρωτα το αλλο το κεφαλι:

«-Ποιος σκυλας γιος μας μουτζωσε κι εχουμε τετοιο χαλι?»

 

κι εκεινο κατακοκκινο (ητανε μες το ιώδιο)

του’πε: «-Θα φταινε οι απόκριες, που ανοιγει το Τριώδιο!»

 

*

 

– Βιράρισα ολα τα πανια και στου ανοιχτου πελάου

χωθηκα τη γλαυκή αγκαλια κι εφυγα λάου-λάου!

 

 

*

 

Κοψωδια Ι

 

Καθως απομακρύνομουν σιγα και τσικι-τσικι

συνεχεια το δικεφαλο σκεφτομουνα κατσικι

 

-το ζωον το πολιτικο της ραψωδιας Θήτα-

κι εκαθησα στην κουπαστη αναβοντας μια πιπα.

 

Μα οι στεναγμοι μου μελανάς εμορφωσαν νεφέλας

και ο ορίζων εγινε ολογυρα μου μέλας

 

 

κι αναμεσα σε ερευγμούς και πληρη στεναχωρια

φυσαγα και ξεφυσαγα και σηκωσε μποφόρια:

 

Λυσσών ο νοτος επνεε, τα κυματα επυργούντο

κι ολα της φυσεως τα στοιχειά νομιζες πως γαμιούντο

 

κι εν μεσω αυτης της φυσεως την τοση αστασία

προσορμισα εις τας ακτας καπου στη Μικρασία.

 

Εκει αποβιστηκα -μεσανυχτα και κατι-

και ειδα μπροστα μου ένα μικρο παιδι: τον Μικρασιατη!

 

Η σκουφια του εβασταε απ’ της Λυκίας τα μερη

και τα σκουπιδια εψαχνε γυρευοντας κασέρι

 

σε μια γωνιά καθότανε , τη μπουτσα  του κρατούσε

της έκρενε , τη μάλωνε γιατί δε κατουρούσε:

 

«-Ακου όξω τι γίνεται , φυσάει πολύ και βρέχει

κάνε μωρή το θάμα σου , η φούσκα δεν αντέχει»

 

και μέγα ήταν το πάθος του τα δάκρυα ποτάμι

μα δε κατάφερνε ο φτωχός να κατουρήσει δράμι

 

Τρόμαξε σαν μ’ αντίκρυσε  φωνή μεγάλη βγάζει

«Ήρθαν οι Τσέτες μάνα μου…» ο δόλιος ανακράζει

 

Γιατί  από τη κούραση και τη ταλαιπωρία

που τράβηξα στη θάλασσα και μες τη τρικυμία

 

είχε αγριέψει η μούρη μου , με τον Ομέρ Βρυώνη

 έμοιαζε το σουλούπι μου και με το Κατσαντώνη

 

μα εγώ του αποκρίθηκα για να τον ησυχάσω

«Μη με φοβάσαι αδελφέ κι ας μη φοράω ράσο

 

Έλληνας είμαι χριστιανός τις θάλασσες γυρίζω

και ψάχνω άνθρωπο να βρώ , σεμνά καλησπερίζω

 

μα σε ακούω να βογγάς, ποια νόσος σε κατέχει

γιατί βαρειά παραμιλάς , μολόγα μου τι τρέχει ; »

 

Τότε αυτός ησύχασε καθίζει σε μιαν άκρη

και από τα μάτια σφούγγισε το τελευταίο δάκρυ

 

με το λερό μανίκι του κι αρχίζει να μιλάει

τη δύστυχη τη μοίρα του σε μένα να εξηγάει

 

Από μικρός χανότανε μα τώρα πάει καλλιά του

γιατί απ τη Προύσα κράταγε η ένδοξη γενιά του

 

και αφού εις το Σαγγάριο στεφάνωσεν η δόξα

τα όπλα τα ελληνικά  , τους έπιασε μια λόξα

 

τους Τσέτες και πλακώσανε ολούθε γκαβλωμένοι

και ερημώσαν τα χωριά  ,οι πρόσφυγες καημένοι

 

στη Σμύρνη μαζευτήκανε για να συνωστιστούνε,

είχε τελειώσει το λαβείν και άρχιζε το …δούναι!

 

Εκεί τον συνωστίσανε και το Μικρασιάτη

τον σέρνανε το φουκαρά δεμένο πίσω απ τ’ άτι

 

(το δράμα του Ελληνισμού , τόγραψε κι η ρεπούση

μες τις βρυσιές ο Άνθιμος έσπευσε να τη λούσει)

 

Εκεί στη κόκκινη μηλιά  και στης τουρκιάς τα βάθη

εκει του κοπηκε η λαλιά και φίμωση είχε πάθει.

 

Ετρεχε χρόνια στους γιατρούς και τους κομπογιαννίτες

και στο Κωλούμπια έφτασε πούχει γιατρούς μαγκίτες

 

τη φίμωση να γειάνουνε , η φούσκα του ν’ αδειάσει

πιστός εις την παράδοσιν εκόντευε ν’ αγιάσει

 

αμνοερίφια έσφαζε κι έτρωγε για να ζήσει

αλλά δεν τα κατάφερνε ποτέ να κατουρήσει

 

Τότε τον διαβεβαίωσα πως έχω θεραπεία

να του ξαναρθει η φωνη (να βριζει ως και τα θεία).

 

Στα άχερα τον ξάπλωσα  τούβαλα καθετήρα

κι ύστερα σηκώθηκα , των ομματιών μου πήρα

 

η καταιγίδα μέρεψε  έδυσε το φεγγάρι

η θάλασσα γαλήνεψε , ξυπνήσανε οι γλάροι.

 

Αυτόν που δεν μπορέσανε οι doctor του Κωλούμπια

με λάδια , καταπλάσματα , γητειές και σκορδοστούμπια

 

να το γιατρέψουν ,  μόνο εγώ το είχα καταφέρει

 και τώρα μου εκούναγε απ τη στεριά το χέρι

 

για νέα περιπλάνηση στα πέλαγα κινούσα

με σύντροφο μοναδικό μια ζαλισμένη μούσα

 

*

 

– Κι ετσι καθως ξεμακραινα απ΄της Ασιας τα μερη

με χαιρετουσε κι ο Αιολος μ’ ένα δροσατο αερι!

 

 

 

Ραψωδια Κ

 

Παντα περιπλανομενος στης θαλασσας τα πλατη

από την πεινα η κοιλια μού κολλησε στην πλατη,

 

μα ξαφνικα αναθάρρησα, στερια στο βαθος ειδα

κι εβγηκα εξω ογληγορα μπας κι έβρω καμια γιδα.

 

Να αποφυγω επρεπε του Ηλιου τις γελαδες

γιατι οποιος τις χλαπακιαζε θα ‘μπλεκε σε μπελαδες

 

συμφωνα  μ’ ένανε χρησμο παναρχαιο της Δωδωνης

του οποιου υπαρχει αντιτυπο στ΄αδυτα της Σορβόννης!

 

*

 

-Κι ενώ η κοιλια εγουργούραε  βλεπω ένα τσομπανο

σαραντα πυχες αψηλο (περιπου σαν τον Πανο)

 

τον λεγανε Πολυφημο κι εφοραγε μια καπα,

-οφειλε δε τη φημη του στη ραψωδια Κάπα,

 

όχι εκεινη του Ομηρου μα αυτή που τωρα γραφω-

με κοιταε περιεργα κι εφούμερνε ένα μπαφο.

 

 

Στο ματι τονε κοιταξα -ειχε μοναχα ένα-

το ονομα μου ρωτηξε, του ειπα: «-Με λεν «Κανένα»!

 

Εκατοικουσε στο βουνο ψηλα σε μια καλυβα,

καθοταν χαμου οκλαδον αρμεγοντας  μια γιδα,

 

η δε καρδαρα του ητανε σα μια κολυμπηθρα

και μεσα εκει εφτυνε μετα κι επηζε τη μυτζηθρα.

 

Κι εν μεσω πληθους ερευγμών, ρόγχων και εμπτυσμάτων

διασταυρωναμε διαρκως τα ξιφη των βλεμμάτων.

 

Να περιμενω μου’γνεψε, και το τυρι σαν πήξει

και φάμε, την καλύβα του θα πάμε να μου δειξει.

 

Με το που αποφαγαμε και λιγο πριν νυχτωσει

κινησαμε για το μαντρι τα γιδια να μαντρωσει.

 

*

 

– Τυφλά τονε ακλούθησα, μα σαν μπηκα στη στανη

απ’ την πολυ την τυφλα μου εψαχνα τον τζομπανη.

 

Τα γιδια τοτε αρχισανε με ανθρωπινη λαλιά

να λενε πως τα μαντρωσε ο τσομπανος στη σπηλια

 

και πως τα παραπλανησε και τα ‘κλεισε στη στρουγκα.,

τους εκοψε τον κόρυζα κι επεβαλε τη  μούγκα.

 

*

 

– Μ’ αξαφνα ακουω βογκητά ,φθόγκους βελαζομένους

σαν απο ανθρωπους και τραγιά συναγελαζομένους

 

ομαδεόν, και ακουσα τοτε της Τρανς τους ηχους

ν’αντηλαλουν στην οροφη και στης σπηλιας τους τοιχους:

 

-Σ’ ολου του κοσμου ηταν γνωστο τα πλατη και τα μηκη

του Αλύτη αυτο το ποιημα  σε συνθεση του Μικη:

 

Του «Ηλιου του Αλιγατορα» το κλαμα κροκοδείλιο

(εκαψε τη στομάχα του  γιατι εφαγε τον ηλιο)

 

ακουγα, και ηχουσε σα  ….να σκιζουνε μπεκαλτσες!

Τα’απλυτα σωβρακα του Μπουλ, του Χάντικτον τις καλτσες

 

εβλεπα γυρω μου, σωρους, ατάκτως ερριμένα.

Σε ιστούς σημασιολογικούς σεντονια απλωμενα

 

πελωρια, Υπερ-κειμενικά, κι ένα σωρο σκουπιδια

ενώ ο Αλιγάτορας της Τρανς σαλάγαε τα γιδια. 

 

*

 

– Και μεσα στη χλαπαταγή και μεσα στα ντουμανια

ξεπροβαλε ενας  συγραφευς, φαινοτανε διάνοια,

 

εμοιαζε πνευμα ελευθερο, ξεχωριζε απο τ΄αλλα

τα αιγοπροβατα, ητανε σα μυγα μες το γαλα!

 

Ενα παναρχαιο Macintosh στο ενα του χερι εβάστα

κι εφοραε το πουκάμισο μαζι με την κρεμαστρα!

 

Φαινοτανε ανησυχος -σα να’χει αλαμπασία-

κι εβγαζε λογους πυρινους για τη λογοκρισια,

 

ενα παλουκι εξυνε για να του κανει μυτη

κι ο λογος ξεχειλιζε -ποταμι διχως κοίτη!

 

 

*

 

– Μα τοτε ανοιγει ξαφνικα η εμπασιά της στανης

και σαν ανημερο θεριο μπουκαρει ο τσομπανης

 

«-Μυαλο να βαλεις δεν μπορεις κι αρχισες παλι τα ιδια

και με τις μαλακιες σου μού φευγουνε τα γιδια»!

 

Αρχισε εξω να πετα γρηγορα τη σαβουρα

το συγραφεα τσακωσε τον γυριζε σα σβουρα,

 

κι ενώ αυτος προσπαθαε να του μπιξει το παλουκι

ροδάνι επήενε η γλωσσα του, συνεφο το πουστλούκι

 

κατά δαιμονων και θεων και του ‘κανε τον κάργα,

ως που τον εξφενδονισε απ΄τη καλυβα αλαργα!

 

*

 

– Καθως ο αλιγατορας εβασταε το σιγοντο

ο συγραφεας κουτσαινοντας ετραβαε για τον ποντο!

 

*

 

– Τοτε κι εγω ξεγλυστρησα και μεσα στο σκοταδι

καταφερα και συρθηκα κι εφτασα στο κοπαδι,

 

χωθηκα κατω από την κοιλια σ’ένα χοντρο κριαρι

(κρεμαστηκα απ’ τα ‘ρχιδια του και από το παπαρι).

 

Ετσι τηνε κοπανισα κι εφτασα στο παπόρο

κι εβαλα ευθυς τη πλωρη μου κατά τον καβο Ντορο,

 

μα καθως περναγα ανοιχτα απ’ τις Καβο-Κολωνες

στεκονανε εξω στη στερια και μουριχνε κοτρωνες.

 

Τον ακουγα από μακρια λεει «-Πουστη «Κανενα»

να σου καει το laptop σου παλιοπουτανας γέννα»!

 

*

 

Αργα η σελήνη ανέτειλε σαν επουράνιος φαρος

ενω ψηλα στον ουρανο εκρωζε ενας γλαρος!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

…………………………………………………………………………

[-Τα υπολοιπα τα ξερετε, σας ταχω ξαναπει,

τα ειπε και το MEGA, τα λεν και στα ΚΑΠΗ].

 

 

*  * *

 

Κοψωδια Λ   (αλλες 2 μεινανε)

 

Παρ’όλα όμως τα εμποδια και τα μεγαλα λουκια

στο τελος -αθλιος ναυαγος-  εφτασα στα Παλούκια.

 

Εκει ένα ντοπιο απαντησα, ένανε  Μπακαούκα

που εφοραε στο κεφαλι του μια τζίβινη καούκα,

 

αμεσως τονε ρωτησα αν ειδε κανα Περση

κι εκεινος μου απαντησε πως φυγανε, από πέρσυ.

 

«-Μα μου ‘μεινε ενας Πρόπερσης να σου τονε ζυγιασω?

 Ποσο εχει? Μονο φραγκα εφτα, παρτονε να σχολασω!

 

Κι επειδη σε συμπαθησα σου’χω και μια Περσόνα

που δουλευε στο Μυστικό το Δείπνο σα γκαρσόνα

 

είναι κοματι σπανιο, γι’αυτο σου λεω παρτο,

είναι κομψη κι αναλαφρη, δε μπαει ουτε ένα κουάρτο!».

 

*

 

ραψωδια Μ

 

Ξαναφτιαξα τη ντάτσα μου και ιδρυσα το ΊΘΙ

(στα’ρχιδια σας το γραψατε και τοχει φαει η λιθη)

 

θαυμα αρχιτεκτονικης με στρογγυλες αψιδες

και σ΄όλα τα παραθυρα εκρεμασα Περσίδες

 

που ειχαν πιαστει αιχμαλωτες και που τις ειχα παρει

απο ένανε Κατσίβελο μια μερα στο παζαρι.

 

Τις κρεμασα αναποδα, σα να ‘ταν νυχτεριδες,

κι αφου τις ευθυγραμισα  τους εβαλα και βιδες

 

 

και τις καργαρισα γερα να μη μπορουν να φυγουν

μονο να καθονται εκει τον ηλιο να μου κρυβουν.

 

Τα μεσημερια τα ζεστα τους τραβαα τις κοτσιδες

με ολη μου τη δυναμη να βαζουν τις τσιριδες

 

του Ηλιου του Αλιγατορα να μην ακουω το κλαμα,

τ΄αυτια μου να ησυχασουνε, να λυτρωθω απ΄το δραμα!

 

*

κοψωδια Ν

 

Μεσα στον κηπο εδιδασκα της ΙΘΙκης το πνευμα

του σωματος και του μυαλου το επικουρειο γευμα.

 

-Με τη Σκουπιτσα στο ΙΘΙ ναναι πρωτη Κυρια

και τον Παπουλη που ειμαστε μαζι στην εξορια,

 

ομου με το Σχολιαστη και με τον Καλυβαρχη

κι έναν μεγαλο ποιητη (ναναι καλα οπου υπαρχει,

 

εκεινον που δεν εστριβε -το’χε αυτό το χούι),

το Βιοαννη τον τρανο και τον προφεσορ Σούη,

 

Πιδυος, Νικασθένιας, καθως κι ο Ασμοδαίος

κι ο Αλκης που ητο  ΙΘΙστης παρα πολυ σπουδαιος!

 

*

ραψωδια Ξ

 

-Μα τα εξοδα ητανε πολλα: νοικια, μισθοι και φορος

και για να σωσω το Ιδρυμα προσεφυγα στο Σόρος,

 

πηγα στη λεσχη Bildemberg, σ΄ολη τη Νεα Ταξη

και στην αρχη τα βολεψα, φαινοσαντο ολα ενταξει.

 

Μα ξαφνικα τους χορηγους τους χτυπησε η κριση,

και κλεισανε την κανουλα, εστερεψε η βρίση

 

κι επεσα στην ανεχεια (δεν εχω ουτε να βρισω)

κι οσοτου οι μερες οι καλες να ξαναρθουνε πισω,

 

αυτοι να ορθοποδισουνε κι η κριση να περασει,

δε θα προκαμω να το δω, εχω πολυ γερασει,

 

βαρυνανε τα ποδια μου -δεν ειμαι πια γι αγωνες-

αφου από τα ‘ρχιδια μου κρεμονται τοσοι αιωνες.

 

-Ετσι λοιπον ξεπεζεψα από το «ξυλινο άτι»

και ξαπλωσα φαρδυς-πλατυς στου πονου το κρεβατι.

 

*

Ο ηλιος εγερνε αργα τραβωντας προς τη δυση

καθως σταλια με τη σταλια εστερευε κι η βρυση!

 

 

* * *

 

κοψωδια Ο

 

-Η επιθυμια μου η στερνη είναι να μη με κλάφτε

ουτε παπα, ουτε γιατρο δε θελω, ουτε ράφται

 

για να μου ραψουν σαβανα και να μου φτιασουν τσεπες

γιατι ως κι ο Αδης σημερα εχει γεμισει κλεπτες.

 

* * *

 

Χορος (Κατσίβελες)

 

 

-«Ετσι κι αλλιως μεσα σ’αυτες τα χερια του όταν βανει

κι οι τσεπες θα’ναι αδειανες, τα ‘ρχιδια του θα πιανει»!

 

-«Μοναχα να του βαλετε το κινητο στο μνημα

μα μη τον θαψετε βαθεια (γιατι δε θα’χει σημα)»!

 

* * *

Κοψω/ραψωδια Π  (η τελευταια)

Τουτο το Υπερκειμενο αφηνω για υποθηκη
μαζι με το προεδρικο, στους ΙΘΙστες, καθικι:

Επιτομη

  «Πληρης υπηρξε ο βιος μου αγωνων κι ερώτων
κι ως ΊΘΙσται εις τους ΙΘΙστάς και αλλων Δον Κιχώτων

εχθρους να εχουν τα εφικτα, τα ανεφικτα για φιλους,
να πολεμουν με δρακοντες και με ανεμομύλους

κι οτι ποθουνε πιο πολυ να ειναι …τ’ αλλουνού
μα αυτοι να επεδείρονται δια την Μυλωνού!

Κι ενω χτυπιουνται οι ποιητες με τους τραγουδισταδες
…η Μυλωνού τον αντρα της με τους πραματευταδες !

Η τεχνη, η επανασταση και η ζωη η ιδια
είναι η Κα Μυλωνά -γιαυτο σου σπαει τα ‘ρχιδια-

που, αφου πρωτα εκλασε στη σκαφη με το αλευρι,

μεσα σε συνεφα λευκα ψαχνει μετα να σέ ‘βρει…

 

για να σου δωσει οσα ομορφα -καποτε- σου’χε ταξει,

ενω, ο κοσμος γυρω σου εχει για παντα αλλαξει!

 

*

 

-Και ως οριζει η ζωη -αυτή η ειμαρμενη-

στο τελος ολοι, Ομαδεόν, βγαινουμε αλευρωμενοι!

 

*

-Ετσι κι εγω βαδιζοντας στου βιου μου την δυση
-ενω τελω εν διαυγεια αλλα κι εν πληρη στυση-

 

κι αφου η κλανια της Μυλωνους ασπρισε τα μαλια μου

……….από παιδι βιαζομουνα μα τωρα παω καλλιά μου!

*

Επιμυθιον  (και βγαινω)

Γιαυτο το μονο που μετρά στον κοσμο οσο θα ζουμ’
ταρατατζούμ ταρατατζούμ ταρά ταρά  τατζούμ!»

 

~ * ~

 

Εξοδος

Αυτά τους ειπε ο προεδρος, ο βετερανος ναυτης

που τωρα στα γεραματα εγινε κοπτοραπτης

 

και πριν σωσει τα λογια του εγειρε και …ροχαλιζε

ενώ η Σκουπιτσα εκλαιγε και ο ουρανος ψιχαλιζε!

 

 

 

 

                ~ * * * ~

 

 

 

ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΙΟΣ ΙΣΙΔΩΡΟΣ

* *

                   * ΙΘΙ *     

 

ΙΘΙpedia

Ισ τι’ν’τουτο,  γλωσσολογικων σπουδων (?)

 

·        Εδρα ετοιμολογιας

  • Κεντρο λογοδιαρροιας
  • Μοναδα επεξεργασιας & διαχειρισης λημματων

 

                    ~ * ~

 

Μεγαλο λεξικο της  ΙΘΙpedia  

 

ΤΕΥΧΟΣ Νο 1

(Διανεμεται δωρεαν με το επος)

 

Το μεγαλο λεξικο της ΙΘΙpedia παραμενει ανοιχτο και συνδεδεμενο με το δίκτυο αποχετευσης προκειμενου να (συμ)πληρωνεται διαρκως με λημματα υπο των ΙΘΙστων

 

 

 

Α) ΙΘΙpedia:  

1)  Τα παιδία του ΙΘΙ. Τα μελη του Ιδρυματος Θειου Ισιδωρου στα οποιοια συμπεριλαμβανονται οι διαβιουντες στον επικουρειο κηπο του Ιδρυματος, οι χελιδονισταί και γενικωτερα οι Κalivistas.

2)   Η μεγαλη ανοιχτη εγκυκλοπαιδεια του ΙΘΙ η οποια γραφεται και συμπληρωνεται από τα εκατομυρια μελη του.

3)   Η ευρυτερη περιοχη περιξ του ΙΘΙ, προκειται για τον επικουρειο κηπο και τις γυρω εκτασεις ιδιοκτησιας του Ιδρυματος τις οποιες κατεχει με βαση βυζαντινα και οθωμανικα χρυσοβουλα καθως και ανταλλαγες με το δημοσιο. Ο όρος είναι αντιστοιχος με το Αγιο Ορος: ΒΑΤΟpedia, αλλα και με αυτους των Ηλισιων πεδιων (των παιδιων του Ηλιου) και του Πεδιου του Αρεως  (Θεσαλονικης -Souper3)

 

Β) ΗΘΙpediaΗ ΙΘΙκη συγκροτησις, η επικουρεια παιδεια, η ποιητικη καλιεργεια, οι εγκυκλιες γνωσεις, η επιστημονικη καταρτηση και γενικωτερα η κουλτουρα το ΗΘος και η εν γενει καλιέπεια των ΙΘΙστων, των χελιδονιστων και των Κalivistas όπως αυτή εκφαινεται και εκφραζεται μεσα από το πολιτισμικο πνευμα του Ιδρυματος και ειδικοτερα του προεδρου του

 

τ΄απαυτά μου = τ’αποτέτοια μου

 

Ερωτας = μικρος φτερωτος θεος μεσω του οποιου μεταδιδεται ο Ιος της καψουρας,  επικινδυνης νοσου κατά την οποια ο ασθενης καιει εγκεφαλο. Συμπτωματα:

Α) σταδιο:  αισθηση αγαλιασης χωρις λογο και αιτια, ηληθιο χαχαχουχα, αδυναμια συγκεντρωσης, ακρατεια σιελων, εθισμος κλπ. 

Β) σταδιο: απογνωση και απογοητευση σε επιπεδο μανιοκαταθλιψης,  απωλεια βαρους, εντονη ανορεξια και αυπνια, ελκος ή/και διάτρηση στομαχου, απωλεια βαρους, μαυροι κυκλοι κατω από τα ματια, ενονη ταση για αλκολισμο, απωλεια εισοδηματων, απωλεια φιλων, απωλεια αξιοπρεπειας κλπ 

 

Μπίρμπω =  φανατικη θεούσα την οποια γνωρισε ο θειος όταν κατά την διαρκεια των περιπλανησεων του στις θαλασσες βγηκε σ΄ ενα αγνωστο νησι.
Εκει την ξεχώρισε αμεσως -αναμεσα σε αλλες ιθαγενεις- βλεποντας τη ν’ ακολουθει γονατιστη ένα τοτέμ ενώ οι γοφοι της πηγαιναν περα-δωθενες.
Τοτε την …πηρε παραμερα και της εξηγησε ότι οι ανθρωποι εδώ και εκατονταδες χιλιαδες χρονια περπατανε ορθιοι και αυτή του ειπε ότι δεν την νοιαζει τι κανουνε οι αλλοι διοτι αυτή ετσι ακολουθει το δρομο του θεου.
Τοτε ο θειος ξαφνιαστηκε κι εκανε πως δεν ακουσε και τη ρωτησε «-Τίνος?».
Ετσι πηρε το ονομα της η νησος Τίνος.
Μετα η Μπίρμπω τον καλεσε να την ακολουθησει αν θελει να σωθει κι αμεσως ο θειος -που ηθελε να σωθει- τηνε …πηρε γονατιστος από …πισω και στο τελος ακλουθωντας τη φτασανε στο σπιτι της. Όταν επεστρεψε ο αντρας της και τους βρηκε σ΄αυτή τη σταση τονε ρωτησε: «-Τι κανετε σ’αυτή τη σταση» και ο θειος του απαντησε ότι …περιμενουνε το λεοφωρειο! «-Και γιατι το περιμενετε γονατιστοι?» απορησε ο συζυγος και τοτε ο θειος του ειπε ότι του επεσε ένα γροσι που ειχε για να πληρωσει το εισητηριο και ψαχνουνε να το βρουνε. Τοτε ο συζυγος αρχισε να αναποδογυριζει όλα τα επιπλα με μανια και -Ω του Θαυματος!- βρηκε ένα γροσι κατω από ενανε καναπε!
Μολις το ειδε η Μπίρμπω ειπε «Θαυμα-Θαυμα» κι αρχισε να σταυροκοπιεται και τοτε ο συζυγος καταλαβε αμεσως το λαθος του και γονατισε και αυτος, αλλα ο θειος πηρε το γροσι και ειπε: «-Εγω να πηγαινω σιγα-σιγα γιατι εχω ολοκληρο ταξειδι μπροστα μου κι αφου εχασα το λεοφωρειο να μη …χασω και το πλοιο, γιατι εχει βαλει βρωμοκαιρο και υπαρχει κινδυνος να το πεταξει εξω, στα βραχια»

 

       

 

‘Δυσσέενα= η γυναικα του (Ο)δυσσεα, ηΠινελόπη.

Όταν ο θειος περιπλανωμενος περασε από ένα νησι που του φανηκε γνωριμο κιαφου βγηκε εξω ρωτησε ένανε ντοπιο πως το λενε και του απαντησαν:«-(Ι)ΘΙακη».

Εκει τη συναντησε ναυφαινεικαι μετα να ξυλωνει και τηνερωτησε:«-Γιατι το κανεις αυτό?». Αυτή (επειδη στην αρχη δεν ηξερεμε ποιονε εχει να κανει) ισχυριστηκε ότι δεν ξερει ναυφαινεικαλακαι του ειπε ότι επειδη λειπει ο αντρας της που τη βοηθαγε τονε ρωτησε αν μπορεινα τηνε βοηθησει και τι δουλεια κανει. Τοτε ο θειος απαντησε με νοημα:«-Αυτή είναι η δουλεια μου, ΥΦΑΝΤΗΣ!»και σηκώνοντας τη χλαμυδα του της εδειξε ένα τεραστιοπαριζάκι.

Η Πινελοπη, απογοητευμενη από τα πλουσιοπαιδα που παριστανανε τουςμνηστήρες, μολις το ειδε εντυπωσιαστηκε πολύ και του ειπε:Μνηστη τι μου κυριε[=Μνηστη(ρα μου εσυ!)τι(θα)μου(κάνεις)Κυριε(?)]!Αντε μπραβο, γιατι αν περιμενω από τουςπουστοφλωρους …»και του εξηγησε ότι ειχανε μαζευτει ολοι οι αχρηστοιχαραμοφαϊδες σπιτι και το μονο που κανανε ητανε να τρωνε και ναχεζουνε.

Μετα (…) ο θειος της ειπε ότι η άλλη του δουλεια (διπλοθεσιτης) είναι ναγυρναει στα πελαγα και ενεκα τουτου …

«-Πολλων ανθρωπων γνωρισα τους τροπους και τη γνωση».

«-Θα ειδες και θ’ακουσες πολλα, γιαυτο την εχειςτοση», παρατηρησε αμεσως αυτήκαι κουνωντας με νοημα το κεφαλι της συμληρωσε…«καταλαβα, φτυστος ο…προκομενος»και τονε ρωτησε αν εκει που γυριζε ειδε πουθενα τονΟδυσσεακαι ο θειος την ενημερωσε ότι καπου στη ραψωδιαΘγια τοΣυνασπισμοτον ειχε παρει το ματι του νασυνασπιζεται με τηνΚίρκηκαι η Πινελοπη ρωτησε«-Ποια είναιπαλι αυτή?»και ο θειος της εξηγησε ότι είναι η γκομενα τουΛεωνιδατου Κίρκουκαι να μην ανησυχει καθολου.

Όμως τοτε η Πινελοπη ανησυχη τονε ρωτησε«-ΠοιανούΛεωνιδα, με αυτή τη χαμουρα που συνασπιζοτανε με τους τριακοσιους πηγε κιεμπλεξε?»

 

Ξαφνικα απ΄εξω ακουστηκαν φωνες&φασαρια κι αρχισανε να σπανετζαμαριες και να πεφτουνε μολοτωφ και ο θειος ανησυχος ρωτησε τι είναι αυτόοποτε η Πινελοπη του εξηγησε ότι γινεταιΤηλεμαχίαγιατι ο γιοςτης οΤηλεμαχοςτσακωνεται με τους μνηστηρες και τονε παρακαλεσεαν μπορει να τονε βοηθησει.

Πραγματι ο θειος βγηκε αμεσως στο παραθυρο κι εκανεπαρεμβαση υπερ του παιδιου λεγοντας στους μνηστηρες«-Δεν ντρεποσαστε ρεμαλακιστήρια να τα σπατε? Αντε μπαβο σπιτια σας οσοι δεν εχετε δουλεια γιατι αμακανω ότι πηδαω από παραθυρο θα σας πιασω και θα σαςεγαμήσω».

Τοτε, επειδη υπηρχε μεγαλη ανεργια και οι νεοι δενειχανε δουλεια (γιαυτο τα σπαγανε) ακουσανε τα σοφα λογια του θειου και …πηγανεσπιτια τους και ετσι αμεσως τα πραγματα ησυχασανε, ο δε Τηλεμαχος του ειπε:«-Μετα από αυτό που εκανες σε θεωρω πατερα μου!»και τοτεσυγκινημενος ο θειος του απαντησε :«-Κι εγω, θελω να ξερεις, οτι σ’εχω σαγιο μου»και του’κλεισε με νοημα το ματι!

Τοτε η Πινελοπη και ο Τηλεμαχος τονε παρακαλεσανε ναμεινει μαζι τους και να αναλαβει τη διακυμερνηση του βασιλειου αλλα ο θειος τουςεξηγησε ότι δεν εχει (άλλη) δουλεια εκει και γιαυτο πρεπει πρωτος αυτος να δωσει το καλο παραδειγμαστους νεους και να παει κι αυτος σπιτι του που τονε περιμενει ηΣκουπιτσακαι τοτε η Πινελοπη ειπε :«-Α,αυτή?»

 

Ετοιμολογια:Πινελόπη= συνθετοονομα που αποτελειται από τοΠινέλο+οπή(πινέλογυρω από τηνοπή). Η γυναικα του τουΟδυσσεως πηρε αυτό το ονομα διοτι -συμφωνα με τον Ομηρο:

«…εν οσο ελειπε ο αντρας της -και είναι προς επαινοντης-

ξενη ψωλη δεν χωθηκε ποτε στον πισινότης!».

με αποτελεσμα η οπη της να παραμεινει ανεπαφη.

Αναλυτες του Ισιδωρειου «Αμ’Επος~ Αμ΄Εργο» εστιαζουν τηνπροσοχη τους στο γεγονος ότι ο θειος στους στιχους του δεν την αποκαλει με τοονομα αυτό(Πινελόπη)αλλα …‘Δυσσέενακαι ταυτοχροναπαραπεμπουν στο ετερο «Αμ’Επος~ Αμ΄Εργο» του ιδίου «Η Τοματοφλουδα (1και 2)»επισημαινοντας την επιρρέπεια του συγραφεως στα μετοπισθεν(πισοκέντης).

 

Ρουφοκαυλέτα(ισπανιστί Ρουφοκαβιγιέτα-Rοufokaviyietta)= αυτή πουπαιζει διπλο αυλό -γνωστο και ως ρουφοκαύλι: αρχαιο πνευστο οργανο το οποιο αρχικαοργανοπαικτρια φυσαει και στο τελος (ρεφρέν) ρουφαει. Αυτό της προκαλουσε μιαευ-χαριστητερψηστη μουσα τηςατμοσφαιρικηςμουσικηςΕυτέρπηςη οποια επαιζε διπλοαυλό όταν ηατμοσφαιραειχενεφημεσα στα οποια ημικρηΝεφεληεπνιγε το κουνελι!

 

Γυναίκα= αυτό που είναι γυρω από τοαιδοιο!

Ετοιμολογια:συνανταται και ως«αιδοιαφερουσα»(αιδοια-φέρουσα) = αυτή που φερει δυο(ή περισσοτερα)αιδοια (= διπλομούνα ή Πολύμ’νια) ενώ στη μορφη«αιδοιαφέρουσες»(πληθυντ.)<αιδοία-φέρουσες. =αυτες που φερουν αιδοια(προκειμενου να γινεταισαφης διακριση αναμεσα σε πραγματικεςγυναικες και τραβέλια).Το λήμμα συχνα -μετα από επιτυχημενη χριση τουαιδοιου- μεταβαλεται (συναιρειται) σε «ενδιαφερουσες» (=αυτές πουείναι σε ενδιαφέρουσα=εγκυμονουσες) και αρκετες φορες σε«ενδυοφέρουσες»<εν-δυο-φερουσες=αυτες που φερουν στηνκοιλια κανα-δυο κουτσουβελα(εγκυμονου και/= αναγκαζονται να φορουν κυμονό).

Στους αρχαϊκους χρονους συνανταται και τολημμα «ενΔιαφερουσα»(ενικος)<εν-Δια-φερουσα=αυτή που διατηρουσε ερωτικη σχεση με τον Δία και εφερε παιδι το οποιο ειχεσυλαβει από αυτόν. Απανταται και ως «Θεογκόμενα»ή«Θεομουνα»κοκ.

Συμφωνα με τον μυθο, η «ενΔιαφερουσα»μετααπό την γεννηση των παιδιων -που ηταν ημιθεοι- αποκτουσε μεγαλα δικαιωματα, κατιπου δεν αρεσε στην ΄Ηρα, αφου η θνητη γυριζε και ελεγε στη θεα«σκασε, γαμωτο Δια σου»,γιαυτο ο Διαςπροκειμενου να κατευνασει τη θεα συζυγοτου αναγκαστηκε, να αλλαξει ονομα και με αυτό να συναψει γαμο με την θνητη κιετσι εφτιαξε μιαζεύγλα καιζεύτηκε μαζι της προκειμενουν’αποτελεσουνΖευγαρι. Ως εκ τουτου προσελαβε το ονομαΖεύ(ς),αυτή δε αρχισε να μένει μαζι του καιελεγετοΖευμένη, αλλα από το πολύ γάμα-γάμα στο τελος προστεθηκε τογκι ετσι διαμορφωθηκε ο οροςΖευγμενη>Ζευ-γ(αμη)μενη.

Επειδη όμως – συμφωνα παντα με το μυθο- ο λογοςπου ειχε χωρισει στον θνητο συζηγο της ηταν ότι θα υπανδρευτει τονΔια,και επειδη ο λογος αυτος ανεγραφη πανω στο επισημο χαρτι που υπεγραψαν, το χαρτιαυτό ονομαστηκεΔιαζυγιο οποτε η πονηρη θνητη πατησε πανω στο γραμμα τουνομου ώστε να τοχει διπορτο διατηρωντας τοσο τα προνομια τηςΖευ-γ(αμη)μενης οσο και αυτά τηςΔια-Ζευ-γ(αμη)μενης

 

Η θεα Ηρα τοτε θυμωσε πολύ από την απληστια τηςκαι την καλεσε να της εξηγησει …δυο (2) φωνιεντα -και πιο συγκεκριμενα έναφωνιεντο και έναν διφθογκο: «επειδη (της εξηγησε) τοσο τοΖευ-γ(αμη)μενηοσο και τοΔια-Ζευ-γ(αμη)μενη γραφεται με ητα (η) μπορεις να βγαζεις ταματια σου οσο θελεις μαζι του, όμωςεπειδη το «μένει» είναι του ρηματος «μένω» και γραφεται με εψιλον γιωτα (ει)μαζεψετα και δινε του απο ‘δω μεσα γιατι ετσι και σε ξαναδώ στον Ολυμπο -καιεπειδη εμένα με λενε ΗΡΑ …με τ΄ονομα- θα φωναξω τον ΗΡΑκλή να σου χωσει τοροπαλο στον κωλο».

Τοτε οΔιαςαναγκαστηκε να της φτιασει ένασπιτι για να μενει η εκδιωχθεισα και -επειδη το σπιτι του θεου είναι ναος(Μονή)- ο τοπος αυτος ονομαστηκε τοποςΔιαμονής ενω ανελαβε τα εξοδα νατην τρεφει και γιαυτο το συγκεκριμενο κονδυλι ονομαστηκεΔιατροφή!

Η συνηθεια αυτη αργοτερα επικρατησε και μεταξυ τωνθνητων, δημιουργησε (οικογενειακο) δικαιο και διατηρειται μεχρι τις μερες μας.

Τελος, η κατασταση που διαμορφωθηκε από τησυγκεκριμενη σταση που γρατησε οΔιαςονομαστηκεΔιασταση.

Όλα αυτά τα εξοδα ειχαν σαν συνεπεια ναχρεοκοπησει ο Διας με αποτελεσμα να εκλειψει η θρησκεια του!

Κατοπιν ολων των ανωτερω το αρχικο λημμα«ενΔιαφερουσα»μετεβληθησεενδειαφερουσα =ένδεια-φέρουσα=αυτή που φερνει μαζι τηςτην ένδεια = φτώχεια ( πχ: «βγηκα χθες με μια πολύενδειαφερουσαγκομενανα διασκεδασουμε και σημερα δεν εχω ουτε μαντηλι να κλαψω»

 

Παρα το συγκεκριμενο σκανδαλο (καθως και αλλωνπαρομοιων μεταξυ θεων και θνητων) και τα καταγγελτικα ψηφισματα του φεμι-νηστικού κινηματος κατάτων θεων για σεξουαλικη εκμεταλευση των θνητων γυναικων, …ενδιαφερον για μια θνητη εδειξε και ο«ενας και μοναδικος»ΘεοςΓιαχβεόταν του γυαλισε ηΜαρια. Οστοσο Αυτος καθοτι Οβρέος απεφυγε να κανει το λαθος του Δία γιαυτοφροντισε α) ναναι παρθενα και β) όταν προεκυψε ο καρπος του ερωτα τους αποφασισενα της περασει το μυνημα …περι οικομικων κλπ στελνωντας τη να γεννησει σ΄ένασταυλο αντι να πληρωνει κλινικη.

Στη συνεχεια της επετρεψε να συζει με αλλον αντρακαι εστειλε τον βλασταρι του να μαθει μαραγκος προκειμενου να βγαζει το ψωμι τουενώ για το …κασερι του δεχθηκε να του μαθει και μερικα κολπα (θαυματα) από τηδουλεια του, όπως να …πολαπλασιαζει τα ψαρια (ιχθιοκαλιεργεια -κοινως: «φατεματια ψαρια» κ.ο.κ.

Ταφτοχρονωςεβαλε τα τσιρακια του -τουςΑγιους Πατερες- ναδημιουργησουν πολλεςOffshoreεταιρειες και να ανοιξουνλογαριασμους για να εισπρατουν τοντόκοαπο την εκμεταλευση των ιερωνκονδυλιων χωρις όμως να πληρωνουνφόρο.

Ολλες αυτέςχρηματοοικονομικες μανουβρες ειχαν σαν αποτελεσμα στην ιερη χριστιανικη αργόνα μεταβληθει το λημμαΘεογκομενασεΘεοφόροςκαιΘεοτόκος!

 

Α(χ)μην !  

 

 

 

Να παιζει με το μάντη=εδώ ο ποιητηςεννοει τον μάντηΚάλχαΚάχλακατά τον Αργυριο Σαλιαρελη:«-Και που θες να ξερω εγω τι θα γινει την κυριακη στο ματς, ο μάντηςΚάχλαςειμαι;»)ο οποιος εδωσε το χρησμο ότι πρεπει νασφαγει η Ιφιγενεια προκειμενου να φυσιξει ουριος ανεμος ωστε ν΄αποπλευσουν ταπλοια. Εδώ ο ποιητης υπαινισεται ότι ειδε τη μικρη να …(του τον) παιζει μαζι τουστην προσπαθεια της να τον μεταπεισει ν΄αλλαξει το χρησμο (τελικα βρεθηκε η…μεση λυση).

 

 

Βρούβες= χαμογελαστικό φυτο με χοντρακοτσανες το οποιο μαζευε η αδελφη του Φίτσουλα από τους αγρους και αφου τοκαθαριζε το εδεινε στην Πυθια να το μασησει

(Για περισσοτερες πληροφοριες στονΒίο).

 

Αρλούμπες= τα κοτσανια (ή κοτσάνες) απότις μασημενες βρουβες κακης ποιοτητας που εφτυνε η Πυθια τις οποιεςπρομηθευοτανε από την αδελφη του Φίτσουλα.

 

 

ορνιό= αρπαχτικο τερας με μεγαλα φτερα καιγαμψα νυχια. Συχνα το λημμα απανταταικαι ωςόρνιο

 

Ζοντό=αρπαχτικο τερας (με μεγαλα φτερακαι γαμψα νυχια) τρομαχτικο στην οψη που(δια)τρεφεται από τις σαρκες του αρσενικο ομοιου του όταν το πιασει στα νυχιατου και αφου προηγουμενως γονιμοποιηθει μαζι του.

Κυκλοφορει σε σμιχτά κοπαδια (σμάρι) με αλλα ομοιατου και οποιος τα βλεπει μαζεμενα νομιζει ότι όλα μαζι είναι ένα (προφανως αυτόεπαθε και ο ποιητης!).

Ανεβαινει στα τραπεζια και κουνιεται σα ναχορευει.

(Πανο, για περισσοτερες πληροφοριες βαλε έναΑθανασολινκ)

 

Μουνυχία= η αρχαια ονομασια του Τουρκολιμανου (ομοηχο τουΜουνηχεία =μουνιαπουκανουν σαν ηχεια: χλάπα-χλούπα κλπ)

 

Zepos(Ανδρεας) =περιφημοςκαπετανιος της εποχης ο οποιος παλια ψαρευε στα θολα νερα του πορτο Λεόνε(γνωστο στους νεους και ως Πειραιας, όπως αναφερεται στο δημοτικο τραγουδι:«Ετσι γαμαει ο Πειραιας») και παλαιοτερα -μαζι με τον Πιπιτσουλ- ειχε διατελεσεικαι «αγροφυλακας στα φυκια»στην περιοχη της Τρούμπας.

Όμως με την εμφανιση του τάγκα και τη μεγαλη κριση τουψαριου που ακολουθησε (Πανο, λινκ),ολοι καλαρανε μα δεν πιαναν ψαριακαλαρε οZeposκι επιανε καλαμαρια

Απογοητεμενος τοτε ο καπεταν Ανδρεας αναγκαστηκενα εγκαταλειψει για παντα τη θαλασσα και παιρνωντας μαζι του μονο ένα κουπιανεβηκε στο πιο ψηλο σημειο του όρους της Καστελλας απ’οπου ειχε καταπληκτικηθεα και φαινοταν ο εναστρος ουρανος.

Εκει συναντησε πληθος ντοπιους οι οποιοι καθοσαντοσιωπηλοι σε παγκακια βασταγανεΗλιοτρόπια, τρωγανε τα σπορια και εφτυνανετα κουκουτσια κοιταζοντας εκθαμβοι το υπερπεραν.«-Τι είναι αυτό?»τους ρωτησε και τοτε ενας ντοπιος, -χωρις να γυρισει να τον κοιταξει- τουαπανταει«το Βορειο Σελας»,οποταν ο Ζεπος του λεει«Δενεννοουσα αυτό ρε τριμάλακα»και του αστραφτει μια με το κουπι μεςτη μουρη και του πεταγονται οι σποροι από τα ρουθουνια.«Α, αυτο?είναιΗλιου φαϊ(νότερο)»του απαντα τοτε ο ντοπιος πουαυτή τη φορα νομισε ότι τον ρωτουσε τι σκατα μασουλάει.

Αμεσως ο Ζεπος καταλαβε με τι ζωα εχει μπλεξει καιαφου εμπηξε το κουπι στη γη ειπε: –Δεσαμε μουτσο!

Τοτε το κουπι ανθισε και αρχισε να βγαζει Ηλιοτροπια (όλαμπορουν να συμβουν όταν εχεις να κανεις με ηλιθιους) από τα οποια ο καπιτάνοςσυγκεντρωνε τους σπορους και τους πουλαγε στους αποχαυνωμενους ντοπιους (πουβλεπανε τα φωτα της Αθηνας και νομιζανε ότι είναι το Βορειο Σελας) κανοντας«χρυσες» δουλειες και βγαζοντας μεγαλοprofit(κερδος). Ετσι η περιοχηονομαστηκε του …«προφιτ’Ηλίου».

Αφου εφτιαξε καλο μπαγιόκο οcptΑνδρεας αρχισε να συχναζει σε μιακαλυβα (ψηλα στο βουνο) που ανακαλυψε, εκει τον συναντησε ο θειος επιστρεφονταςαπό την Τροια δια (μεσου) Πειραιως&σιδηρου και μολις τον ειδε του ειπε:«καπεταν Ανδρεα Ζεπο χαιρομαι όταν σεβλεπω»!

 

διαΠειραιως&σιδηρου=η διαδρομη που ακολουθησε ο θειοςεπιστρεφοντας από την Τροιαàκατεβαινωντας την οδο Πειραιως ο οδοιπόρος στο υψος τουΚεράνη εστριβε δεξια και αφου περναγε τα«Σιδερα»(γραμμες τουτρενου) κοντα στο τουβλάδικο του Δηλαβέρη επαιρνε τη Ρετσίνα (οχι το κρασι) καιαπεκεί παενε στη δουλεια του (Καστελλα κλπ).

Παλια η διαδρομη εθεωρητο πιο επικινδυνη από αυτέςτου «Προκρουστη», τη«Σκυλας&Χαρύβδεως»,του«Μαλιακου»και«της γριας το πηδημα»,αλλα αξιζε τον κοποαφου οποιος καταφερνε να περασει τα ζωντανος εθεωρητο μαγκας.

– Ο θειος ητανε ο μονος που καταφερε να περασειαφου ολοι οι αλλοι μαγκες που επιχειρησαν δεν υπαρχουν πια, τους πατησε τοτρενο!

-Εκτοτεεπικρατησε η εκφραση«μη με κοιτας εμενανε γιατι για να φτασω εδώ πουεφτασα εχω περασει δια …Πειραιως&Σιδηρου»η οποια αποδιδεται ότι την απηυθηνε ο θειος σε καποιονεστραβό που τονε κοιταε (στραβοκοίταε) -επειδη τονε πατησε κατά λαθος ο θειοςεκει που ζητιανευε ξαπλαρωμενος-, (θε)ωροντας ότι εφτασε μεχρι εκει που εφτασε πατωντας επιπτωματων.

-Τατελευταια χρονια η συγκεκριμενη διαδρομη εχει μεταβληθει σε τουριστικηατραξιον:χιλιαδες ψευτόμαγκες απ’ολη τη χωρα επιβιβαζονται σε τρενακιτου δημου και ακολουθωντας τη συγκεκριμενη διαδρομη φτασουν στα «σιδερα», εκειξαπλωνουν κατω και κανουν ότι παιρναει το τρενακι από πανω τους.

-Στηνπεριοχη εχει αναπτυχθει παζαρι από πληθος μικροπωλητες που διαθετουν αναμνηστικα(κομπολογια, σουγιαδες κλπ) καθως επισης πωλουνται και τουριστικα εντυπααμφιβολου ποιοτητας στα οποια αναφερεται ότι ο θειος πηρε το ονομα Ισιδωρος ότανπερασε τα …σιδερα!

– Σημερα εχει κατασκευαστει ένα πολυπλοκαμοδικτυο γεφυρων και υπογειων διαβασεων από το υψος του ΣΕΦ μεχρι το λιμανιπροκειμενου να διευκολυνεται η ασφαλης κυκλοφορια των περιηγητων και η γρηγορηπροωθιση τους στα πλοια ενώ -επισης για την ασφαλεια τους- καταργηθηκε οσιδηροδρομικος «Σταθμος Πελοπονησου» στον Πειραια και τωρα το τρενο φευγει απόΑθηνα.

Αντιστοιχα εργα που εχουν γινει αφορουν τηνδημιουργια της νεας εθνικης οδου με τα τουνελς -στο κοματι πανω από την«Κακιά Σκαλα»-(Προκρουστης), την Εγναντια οδο (προς και από Τροιακλπ), την διαπλατυνση της εθνικης οδου στο «Μαλιακο», ενώ για της «γριας τοπηδημα» η κυβερνηση …κρυβει χρονια και παραλληλα το εχει ενταξει στο προγραμα«…φαρδυ μουνι&μαλακο κρεβατι».

 

πόντισα(ποντίζω) = ριχνω (φουνταρω) τηναγκυρα θαλασσα.

Οι ποντιοι (&αριστεροι) όταν ειδαν τον θειονα ποντιζει την αριστερη αγκυρα θεωρισαν (και πολύ σωστα) ότι ηταν δικος τουςκαι συγκινηθηκαν (επισης πολύ σωστα).

 

Σταβέντο= η υπήνεμος πλευρα. Στηνπροκειμενη περιπτωση (σταβέντα=) η αγκυρα που ηταν στην υπηνεμη πλευραàδηλαδη: τη λαθος αγκυρα!).

Η προσήνεμος πλευρα λεγεται«σοφράνο»

 

Εμουβάρισα=μετακινησα(μουβάρω = μετακινω). Ο ορος χρησιμοποιείτε από ναυτικους όταν προκειταινα μετακινησουν το πλοιο σε μικρή αποσταση πχ:εδώ που εχουμε αραξει δενει τοπλοιο της γραμμής που ερχεται σε λιγο και πρεπει ναμουβάρουμε, αλλακαι σε άλλες περιπτωσεις πχ:εφαγα σα λυκος και τωρα δε μπορω ναμουβάρωήμουβάρισεαπό διπλα μου γιατι θα συγκαούμεήποσα θες να μουμουβάρειςτο μπουτσο γιατι βαριεμαι να τονεμουβάρωμονος μου?.

Ετοιμολογια:Προκειται για μεταφορα σταελληνικα του αγγλικουmove.

 

Μαλάγρωναν(ουσιαστ.μαλάγρα) =υδατοδιαλυτόμειγμα από προσμιξεις διαφορων υλικων (σαπιες σαρδελες,χαλασμενο τυρι κλπ) με εντονη οσμη το οποιο φτιαχνουν οι ψαραδες και το ριχνουνστη θαλασσα προκειμενου να προσελκυσουν ταψαρια

 

 

Κάλλιτσες=χοντρα περιπόδια (τσουράπια)που από την παρατεταμενη και αδιαλειπτη χριση εχουνε γινει …σωμα με το ποδι καιγια την αφαιρεση τους απαιτειται χειρουργικη επεμβαση. Προφερεται με τολπαχυ(Θεσαλονικιωτικη προφορα)à…κά-λλ-ιτσες

 

γιατι ο σουρβας ετσουκνιε κι ακομα παρα πανω= στιχος που συνανταται σε ποιημα τουΠαπουλη και αναφερεται σε γνωμικο το οποιο αναγραφεται σε αναθηματικη πλακαανευρεθησα στην αρχαια Τραπεζουντα. Κατ΄αλλους το εν λογω γνωμικο αποδιδεταιστον καλυβαρχη.

 

 

Μπακαούκας=ο Τελαμώνιος ανθρωπος (κοινως:Σαλαμινιός) και ειδικωτερα Παλουκιώτης (σε οσους υπηρετησαν στο ενδοξο ΠΝ η χωρατου Αιαντος του Τελαμώνος είναι γνωστη και με την ονομασιαΜπακαουκίακαιοι κατοικοι της ως Μπακαούκες).

 

καούκα=η περούκα (στηναργκό)

 

τζίβινη=αυτή που αποτελειται απότζίβα:φυτο από τις ινες του οποιου εφιαχναν παλια σκοινια καθως επισηςγεμιζαν στρωματα, μαξιλαρια κλπ.

 

Κόρυζας= μεταδοτικη λοιμωδης ασθενεια τωνπουλερικων, βοοειδων και αιγοπροβατων κατά την οποια επριζετο η γλωσσα μεαποτελεσμα να μην εξερχεται η φωνη. Παλια οι κτηνοτροφοι παριστανοντας τουςγιατρους κοβανε την υπογλωσσια περιοχη με αποτελεσμα τα ζωντανα συνηθως κακοψοφο να’χουνε. Ετσι δημιουργηθηκε η εκφραση«εβγαλε τον κόρυζα»ή«του ‘κοψε τον κόρυζα»ή και«θα σου κοψω τον κόρυζα αν δενσταματησεις να μιλας»:η μεθοδος εχει εφαρμοστει στοΚεντροΛογοδιαρροιαςτουΙστιντουτου γλωσσολογικων σπουδωντουΙΘΙμεθετικα, μεχρι στιγμης, αποτελεσματα.

 

Ευτέρπη= μία από τιςΜούσες,τις κόρες τηςΜνημοσύνης,με πατέρα τονΔια.Αποκαλούμενη ηΔωρήτρια τηςΕυχαρίστησης, όταν αργότερα οι ποιητές όρισαν ρόλους σε κάθε μία από τιςΜούσες, αυτή ήταν η μούσα τηςΜουσικής. Στους μεταγενέστερους κλασικούς χρόνουςονομάστηκε μούσα της λυρικής ποίησης και απεικονίστηκε κρατώντας έναν αυλό.Κάποιοι ισχυρίζονται πως αυτή εφηύρε τον αυλό ή διπλό φλαούτο(διπλοτσιμπουκο).

Ο γιός τηςΡήσοςηγήθηκε ομάδαςΘρακώνκαι σκοτώθηκε από τονΔιομήδηστηνΤροία,σύμφωνα με τηνΙλιάδατουΟμήρου.

Ετοιμολογια:το όνομα «Ευτέρπη» προέρχεται από τοεπίρρημαευ(καλά,ωραία) και το ρήματερπέω/-ώ(ευχαριστώ) = καλαευχαριστω!

 

 

Νεφελη= ΟΔίας(επιρρεπής στις περιπέτειες με τις θνητες) κάποτε τη δημιούργησε δίνοντάς της τημορφή τηςΉρας,προκειμένου να ξεγελάσει τονΙξίονα.Από την ένωσή τους γεννήθηκαν οιΚένταυροι,τους οποίους βοήθησε η Νεφέλη στη συμλοκή τους με τονΗρακλή.ΗΝεφέλη παντρεύτηκε το βασιλιάΑθάμαντα,ο οποίος αργότερα ξαναπαντρεύτηκε τηνΙνώ.Τα παιδιά του από τον πρώτο του γάμο, οΦρίξοςκαι ηΈλλη,αποτέλεσαν αντικείμενο μίσους από τηνΙνώ, η οποία ήθελε να δει στο θρόνο τους δικούς της γιους,ΚλέαρχοκαιΜελικέρτη.Μέσω μηχανορραφιών και δήθεν χρησμών από το Μαντείο, διατάχτηκε να θυσιαστεί οΦρίξος, αλλά την τελευταία στιγμή η Νεφέλη έστειλε έναφτερωτό χρυσό κριάρι, που έσωσε τα δυο της παιδιά και τα απομάκρυνε πετώνταςπάνω από τη θάλασσα. ΗΈλλημολις ειδε τονποντιο (&αριστερο), που εκανε μπανιοπηδηξε από το κριαρι κι έπεσε στα νερά τουΕλλησποντου, ο οποιος στην αρχη νομισε ότι …τουεπεσε ο ουρανος στο κεφαλιαλλα όταν καταλαβε τι συνεβη γυρισε καικοιταξε ψηλα και ειπε:«-Ποιος μαλακας πεταει γκομενες από κειπανω?». Η Ελλη του εξηγησε ότιγλυστρισε ενω προσπαθουσε να πιασει ένα κουνελι για να το πνιξει και τον ρωτησεαν ηθελε να τηνε βοηθησει να το πνιξουνε μαζι. Αφου το πνιξανε αυτος τοτεαναρωτηθηκε«-Μια χαρα μ’νι είναι, γιατι το πεταξανε?»και τοτε ηΕλλη του απαντησε αλληγορικά:«-Μονη μου …επεσα από τα συνεφα, ρε χαζουλη,μολις σε ειδα!».

 

ΟΦρίξοςέφτασε ως τηνΚολχίδα,όπου χάρισε τοΧρυσόμαλλοΔέραςστο βασιλιάΑιήτηκαι παντρεύτηκε την κόρη του,Χαλκιόπη.

Ετοιμολογια:= ηΝεφελη πηρε το ονομα τηςαπό τανέφη(στα οποια ζουσε πνιγοντας κουνελια τα οποια αναβλυζαν από τοφλαούτο της Ευτερπης) + (το ονομα της κορη της)Ελλη,ενώ οΕλλησποντοςονομαστηκε ετσι από την αναπαντεχη συνευρεση τηςΕλληςμετονποντο(&αριστερο).

 

 

Συνεχάει…………………….

Advertisements