Του Cirut

Το τραπέζι φορτωμένο και γιορτινό κι έξω χιόνι κι ερημιά. Αναψοκοκκινισμένα μάγουλα απ’ το κρασί. Ζεσταμένες οι καρδιές απ’ την αντάμωση. Το σόι όλο στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Ενωμένο. Θεσσαλονίκη κι Αθήνα, Βαρδούσια και Βρυξέλλες. Μόνο σκυλιά αλυχτούν έξω, τραβώντας τις αλυσίδες, περιμένοντας δώρο τ’ απομεινάρια. Μουσική του χωριού στο μηχάνημα, κλαρίνα και λαουτοκιθάρες παιγμένες με το φτερό, τραγούδια παλιά και γλυκά, διάολος για τη νοσταλγία.

Η μικρή Ανέτ, του μεγάλου γιου απ’ τις Βρυξέλλες, πανέμορφη. Δυο μπούκλες ξανθές, κόκκινα κοκαλάκια, πράσινα αθώα ματάκια, συμπεριφορά δουλεμένη. Η μαμά της στέκεται επίσης σικ, ίσως λίγο απρόσιτη, όπως πρέπει στις Ευρωπαίες κυρίες. Γαλλίδα. Δεν της είναι άγνωστα όλα αυτά τα έθιμα. Δέκα, δώδεκα χρόνια, κάθε Χριστούγεννα εδώ τα περνάνε. Και τα καλοκαίρια. Της αρέσει το χωριό. Εξοικειώνεται σιγά-σιγά με τον αυθορμητισμό και εφευρίσκει νέα πράγματα για τη ζωή. Χρυσή γυναίκα. Δουλεύει στο Βέλγιο σκυλίσια, άταχτες ώρες. Μόλο που όλοι γελάνε με την προφορά της, επιμένει να μιλάει μόνο Ελληνικά εδώ. Ξέρει και λίγα απ’ το γυμνάσιο, αρχαία βέβαια. Θαυμάζει τους αρχαίους. Και, αυτό το κρύβει απ’ όλους, ο Γάλλος πατέρας της αξιωματικός στ’ Αλγέρι τότε με τα γεγονότα, λέει: «Άμα δεν ήμασταν εμείς παιδί μου, αυτοί οι κανίβαλοι κράτος δεν θάταν. Χαμένοι στο Λεβάντε ήτανε. Δύσκολη κι ανάποδη ράτσα. Πρόσεχε».

Δεν πρόσεχε. Ούτε χρειάστηκε. Ζούσε καλά με τον Θόδωρο. Καλός άνθρωπος. Λίγο απότομος, σαν τα βράχια στα Βαρδούσια, αλλά μπεσαλής. Έδειχνε νάχει προσαρμοστεί στα Ευρωπαϊκά ειωθότα. Κι αυτή στα δικά του.  Αγαπιόνταν άλλωστε. Μετανάστες στο Βέλγιο.

Ο παππούς μίλησε. «Πιδίμ’ έναν γκαφέ θέλoυ, σερμπέτ. Σερμπέτ τούρκικο. Ξέρς. Αι να χουνέψου λίγου». Έσμιξε ξανά τα φρύδια, σταύρωσε τα χέρια κι απόμεινε να καμαρώνει ασάλευτος μέσα στη χλαλοή. Η μικρή Ανέτ, πρόθυμα έτρεξε στην κουζίνα. Πήρε τον τσεσβέ, έβαλε νερό, καφέ, ζάχαρη μπόλικη, τον έβαλε στο μάτι. «Καλέ, τι κάνεις εκεί; Μικρό παιδί, θα καείς», έκανε η θεία Φραγκίτσα. Η Ανέτ χαμογέλασε. Έ όχι και να καεί.

Το πρώτο που της έμαθε ο παππούς όταν πρωτοήρθε στις Βρυξέλλες αυτό ήταν. Παρακαλούσε το γιο του για καφέ κι αυτός δεν προλάβαινε ποτέ, ολημερίς τρεχάλα μες την μπούντα, νύχτα στο σπίτι. Μόνος του ο παππούς πώς να κουμαντάρει τα ξένα σέα; Γράμματα ξένα στα κουμπιά, καλώδια και ματάκια, άιντε βγάλε άκρη. Στην ξένη νύφη πώς να το πει; Δεν της είχε θάρρος, αν και καταλάβαινε ότι τον αγαπούσε. Έβλεπε την ζεστή ψυχή της. Μα… Δουλεύει κιόλας… Κι έτσι έμενε η Ανέτ για τα χατίρια. Τρεις φορές τη μέρα, ο κόσμος να χαλούσε, η Ανέτ τούκανε καφέ. Μερακλήδικο, καλοψημένο, με πλούσιο καϊμάκι, παραδείσιο νέκταρ. Στην πέτρα να φυτρώσει.

Φούσκωσε ο καφές, η Ανέτ τον σερβίρισε στο κεντητό φλιτζάνι, έβαλε και κρύο νερό απ’ τη βρύση. Τον πήγε αργά, αργά μόλη την αγάπη για τον παππού. Ακούμπησε με προσοχή το δίσκο στο τραπεζάκι και είπε τη μαγική φράση. «Βουαλά, μπον-παπά» – Ορίστε, παππού. «Βουαλά, μπον-παπά, πασιάμ’ ».

*

Ο πίνακας είναι του Ιρανού ζωγράφου Μορτέζα Κατουζιάν.