Του cirut

Οι μεγάλοι δρόμοι έχουν τη χάρη τους. Ιδίως αν είναι ορεινοί με ανοιχτές στροφές, περνάν από ωραία τοπία και είναι ήσυχοι έως έρημοι. Κι ακόμα αν έχεις δυνατό αμάξι, χαλαρό χρόνο και είναι και νύχτα. Οι άσπρες γραμμές καταπίνονται γρήγορα, το μυαλό σου πετάει σε ό,τι ωραίο θυμηθεί και πιστεύεις ότι το ποτάμι της ζωής περνάει ακριβώς από δω, τώρα και εσύ είσαι μέσα του. Και κάποιες στιγμές αφήνεις το ποτάμι και πετάς πάνω του, σαν πουλί που νίκησε τη βαρύτητα. Μουσική; Ναι, για λίγο μόνο. Μεγαλώνοντας την κλείνω όλο και περισσότερο, για να ακούω τη σιγή του νου, να ξαναφέρνω παλιές θύμησες και να μηρυκάζω σκέψεις, σαν τις κατσίκες το μελισσόχορτο. Φαίνεται πως κι ο νους έχει πολλά διαμερίσματα, όπως το στομάχι της κατσίκας και οι ανεπάντεχες ανακλήσεις ομορφαίνουν τη στιγμή. Όλα μαζί φτιάχνουν την ευδαιμονία.

Κάτι φώτα μακρινά μούδειξαν ότι ο δρόμος ανήκει σ’ όλους και κάθε ιδιοκτησιακή μου αίσθηση, πρέπει να είναι προσεκτική. Τελευταία στιγμή ανακάλυψα ότι είχα φώτα και μπροστά μου. Από το ύψος τους κατάλαβα ότι επρόκειτο για μεγάλα αμάξια. «Νταλίκες», σκέφτηκα. «Το αναγκαίο κακό των δρόμων. Τώρα το υφίσταται και η ολόφρεσκια Εγνατία Οδός. Ή μάλλον γι’ αυτές την κάναν. Για το εμπόριο γίνονται όλα. Για το χρήμα», έφτασα και στην κοινωνική κριτική. Ήταν το μόνο ίχνος ζωής, ωστόσο, συντροφιά στο δρόμο μου. Από τα φώτα μπόρεσα να μετρήσω. «Έχουμε , λοιπόν. Μία, δύο νταλίκες έρχονται από απέναντι, μία είναι μπροστά μου». Σε λίγο έφτασα από πίσω της αλλά ο οδηγός έκανε ό,τι μπορούσε για να μην τον προσπεράσω. Η ησυχία μου χάλασε. Έπαιξα φώτα, κόρναρα, ανώφελα όλα. Περίμενα κάπου να ανοίξει ο δρόμος για προσπέραση αλλά οι κούρμπες ήταν απανωτές και χωρίς ορατότητα. Ο εκνευρισμός μου κορυφώθηκε. Έχασα, καθώς φαίνεται την ψυχραιμία μου και αποφάσισα την προσπέραση με επισφαλείς προϋποθέσεις, ακόμα χειρότερες που η νταλίκα ήταν διπλή και μακρουλή με το συρόμενο. «Σιγά, ποιος θάρχεται νύχτα τώρα, από απέναντι; Δε φαίνονται φώτα και οι αντίκρυ νταλίκες είναι ακόμα μακριά». Σανίδωσα το γκάζι και έφυγα, μπαίνοντας στο άλλο ρεύμα, ξεκοιλιάζοντας  τη διπλή γραμμή. Ο νταλικέρης άρχισε να κορνάρει περιπαικτικά και να ψιλοτσιγκλάει τη νταλίκα αριστερά, σα για να με χτυπήσει. Και γω στην άνοη προσπέραση.

Η τεράστια μαύρη αρκούδα, ορθωνόταν ακριβώς μπροστά μου, εκεί στο βάθος των προβολέων μου. Στεκόταν σαστισμένη μη ξέροντας από πού να ξεφύγει, βρίζοντας προφανώς το ανθρώπινο είδος με τις ιδέες του, τις διαμάχες του, την Εγνατία Οδό, που κατάστρεψε τα λημέρια της και μένα τελικά, που κατευθυνόμουνα πάνω της. Άρχισα να φρενάρω απελπισμένα, ο χρόνος έπεσε σε διαστημική διαστολή, τα δευτερόλεπτα κυλούσαν, ίσως χτύπησα τη νταλίκα ή αυτή εμένα κι αρχίσαμε μια ανεξέλεγκτη πατινάδα κινδύνου και οι τρεις. Εγώ, μια αρκούδα, μια νταλίκα. Μα όταν είναι να γίνει το κακό, γίνεται λένε, μεγαλειωδώς. Το κουβάρι μας έκλεισε και το άλλο μισό του δρόμου κι όταν έφτασαν οι δυο απέναντι νταλίκες και ενώ η δεύτερη πάλευε επί ώρα να προσπεράσει την πρώτη, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο, απ’ το να πέσουν πάνω μας κι όλοι μαζί, σπάζοντας τα διαζώματα της Εγνατίας Οδού, να εκτοξευτούμε στο γκρεμό…. …………….

Έχετε ακούσει σίγουρα ιστορίες για τη μετάβαση στον άλλο κόσμο και την επιστροφή. Έχετε ίσως, ακούσει για τον απειρισμό του χρόνου την ώρα του ατυχήματος και του θάνατου. Το δευτερόλεπτο γίνεται έτος, η ώρα αιώνας. Τα γεγονότα τρέχουν, όπως δεν τρέξαν σ’ ολόκληρη τη ζωή σου και η κατάληξη είναι συνήθως τραγική. Η δικιά μου επιθανάτια – μεταθανάτια εμπειρία ήταν λίγων τέτοιων δευτερολέπτων και τελικά όχι μοιραία, αφού, να και η καλή πλευρά της τύχης, η πλαγιά σ’ εκείνη τη θέση ήταν έντονα δασωμένη, με πεύκα κοντά τριάντα μέτρα ύψος, που κανένας δεν προσέχει περνώντας με ταχύτητα πάνω από εκατό χιλιόμετρα την ώρα. Οι κορμοί ανέκοψαν τη φόρα μας και τις κουτρουβάλες. Έτσι η πτώση στο κενό αποδείχτηκε πτώση επί εμποδίων και τελικά προσγειωθήκαμε σε ένα επίπεδο ξέφωτο του δάσους, ένα ταμπάνι όπως το λεν κάποιοι, όλοι μαζί, δηλαδή εγώ, μια αρκούδα, τρεις νταλίκες. Με τους νταλικέρηδες, βέβαια.

Ήμουνα σίγουρος πως πέθανα, πονούσα αρκετά, οι κουτρουβάλες ασφαλώς έφεραν εσωτερική εγκεφαλική ανακατάταξη, ένιωθα το πνεύμα μου να πετάει προς τη μαριόλα σελήνη και νόμιζα ότι εξερευνούσα κάποια απόμακρη στοά του άλλου κόσμου, ψάχνοντας το κεντρικό κολαστήρι, όταν μια φωνή έφτασε στ’ αυτιά μου. «Είναι τελικά κανένας άλλος ζωντανός, εδώ μέσα;». Η βρισιά που συνόδευε το ερώτημα, εκτός περιγραφής. «Είμαι ζωντανός», ανακουφίστηκα. «Γιατί αλλιώς, πού ξέρουν ελληνικά αυτοί άγγελοι ή διάολοι;». «Εδώ», φώναξα. «Δεν μπορώ να κουνηθώ». Μια άλλη βρισιά οπωσδήποτε ακούστηκε, αυτή τη φορά σ’ άλλη γλώσσα, ίσως σλάβικα. Άρχισα ξανά να κλονίζομαι για τους διαόλους και τη γλωσσομάθεια τους, όχι μόνο απ΄ αυτό το άκουσμα, όσο από ένα τρομακτικό μουγκρητό, όμοιο με φωνή πλάσματος της Καμαλόκο. Δεν κατάφερα να το εξηγήσω κι αυτό ξανακούστηκε εφιαλτικό. «Τι διάολο είναι αυτό», ρώτησα παγωμένος, όποιον ακούει. «Μια αρκούδα», απάντησε η φωνή. «Έχουμε πολύ καλή παρέα. Και δε μοιάζει με τσίρκου. Μόλις πλησιάζεις ορμάει». «Βόηθα να ξεσφίξω», παρακάλεσα.

Είμασταν όλοι μαζί εγκλωβισμένοι, σε ένα σα σιδερένιο δωμάτιο και γύρω – γύρω καρότσες. Μια σκιά πλησίασε στο σεληνόφως και άρχισε να με τραβάει. Ευτυχώς δεν είχα παγιδευτεί σφιχτά. Πονούσα ωστόσο. «Υπάρχουν τελικά άλλοι;», ρώτησα. «Ναι, ένας Βούλγαρος νταλικέρης. Τον ξεσφήνωσα κι αυτόν. Έπρεπε να τον άφηνα στην πρέσσα. Με κυνηγούσε να με προσπεράσει απ΄ την Ηγουμενίτσα. Σάμπως το ταξίδι Ιταλία – Βουλγαρία να του το καθυστερούσα εγώ…. Για να κάνουμε το λογαριασμό. Είμαστε εδώ τρεις νταλίκες, το κουρσάκι σου, τρεις οδηγοί και μια αρκούδα. Ο οδηγός της τρίτης νταλίκας πού είναι;». «Τόσκασε», απάντησα πικρόχολα, «μην τον δείρω, γιατί αυτός είναι ο υπαίτιος του κακού. Μούκλεινε συνέχεια το δρόμο». Τη δική μου ευθύνη την απέκρυψα, ένοχα. «Καλά, κατάλαβα. Εσείς κυνηγιόσασταν απέναντι μας και κοπανήσατε τελικά απάνω μας. Εμείς τι σας φταίγαμε;». «Άσε τώρα τον καυγά. Να ψάξουμε τον τέταρτο και να δούμε πώς θα βγούμε από δω». «Μην είσαι αισιόδοξος, φίλε. Κοίταξα, μα δεν έχουμε διέξοδο. Στο σκοτάδι τουλάχιστον. Έχουμε σίδερα απ’ όλες τις μεριές, με κενά που δε μας χωράμε».

Εκείνη τη στιγμή η αρκούδα ξαναβρυχήθηκε. «Είναι επικίνδυνη», έκανε ο άλλος. «Πρέπει να την καθαρίσουμε, πριν μας καθαρίσει αυτή. Το Βούλγαρο πριν τον άρπαξε λιγάκι». Καταφέραμε να πλησιάσουμε το γείτονα Βαλκάνιο, που τα είχε επίσης χαμένα. «Ιβάν, Ιβάν», έκανε αυτός, για τις συστάσεις. «Ιβάν», του εξήγησα, «πρέπει να φωνάξουμε όλοι μαζί – βοήθεια, βοήθεια». Μάλλον δεν καταλάβαινε. Η σκέψη μου ήταν στον τέταρτο οδηγό, αν βέβαια ζούσε, αν μας άκουγε κι αν μπορούσε να φέρει κάποια βοήθεια. Τελικά, ας πούμε ότι συνενοηθήκαμε και κάναμε τη μεγάλη προσπάθεια. «Βοήθεια, βοήθεια». Ουρλιάζαμε με την κραυγή της αυτοσυντήρησης. Η φωνή μας ήταν άγρια και παρακλητική, σάλπισμα απελπισίας. Στο άκουσμα της η αρκούδα τρόμαξε, ούρλιαξε και ταυτόχρονα έκανε να μας αρπάξει, κόβοντας μας το αίμα. Μέχρι τότε καθόταν ήσυχη στη γωνία και κοίταζε, εναλλάξ, όποιον είχε το λόγο, σα βουβός συνομιλητής. Τώρα έδειξε την καχυποψία της. Μείναμε άφωνοι, μέχρι να ησυχάσει. Ύστερα συντονιστήκαμε μήπως και μετακινήσουμε τα σίδερα, που μας έκλειναν το δρόμο προς την ελευθερία. Ήταν πέραν των ανθρωπίνων δυνάμεων. Χρειαζόταν σίγουρα μηχανήματα γι’ αυτό. Δεν ανησυχούσαμε ιδιαίτερα, εκτός για τους πόνους των πληγών μας. Τι διάολο, μια οργυιά απόσταση από αυτοκινητόδρομο είμασταν. Φέγγοντας η μέρα όλο και κάποιος θα προσέξει το σπασμένο διάζωμα.

Η αρκούδα έδειχνε όλο και πιο ανήσυχη. «Κάτι πρέπει να γίνει μ΄ αυτήν. Ή αυτή ή εμείς», έκανε ο Μενέλας. «Όχι», απάντησα. «Απλά πρέπει να δούμε τι την εκνευρίζει». Με νοήματα στο σεληνόφως, ο Ιβάν υποστήριξε την άποψη του Μενέλα. «Πρέπει να τη σκοτώσουμε», δήλωσε ο Μενέλαος γελώντας τάχα, θεωρώντας ότι αυτό παραπλανά την αρκούδα. «Ναι, να τη δώσω εγώ μια στο κεφάλι», χειρονομούσε ο Ιβάν, με την πλάτη στο ζώο. Αυτό παρακολουθούσε ανήσυχο. «Διάολε. Χάσαμε επαφή μαζί της. Την τρομάξαμε και πια δεν μας εμπιστεύεται. Κάτι να την ηρεμήσουμε χρειάζεται», είπα. «Σιγά μη στήσουμε και κουβέντα μαζί της. Θα τη σκοτώσουμε. Ή αυτή ή εμείς, τόπαμε. Αλλιώς κάποια στιγμή θα μας ορμήσει. Πολύ συμπονιάρη για ένα ζώο σε βλέπω. Αλλά είμαστε δύο – ένα στο σκορ. Θα γίνει το δικό μας».

Η αρκούδα κοιτούσε πάλι εναλλάξ, ίσως επειδή έβλεπε πρώτη φορά ανθρώπους από κοντά και σίγουρα η γνωριμία δεν την ενθουσίασε. Πού και πού γρύλιζε, όχι όμως επιθετικά. Ήταν ωστόσο σίγουρο ότι δε γνωρίσαμε την κωδική γλώσσα της. Ο Ιβάν αδημονούσε. Πήρε μια σιδερόβεργα. «Δεν θα σ΄αφήσω να το κάνεις», φώναξα, μα δεν κατάλαβε ακριβώς. Σήκωσε το χέρι με τη σιδεριά. Πήδηξα δίπλα του. Άρπαξα το χέρι, την ώρα που κατέβαινε. «Είσαι ηλίθιος», του είπα ανώφελα. Ο Μενέλας αγρίεψε. «Άς τον άνθρωπο, ρε, να την καθαρίσει να τελειώσουμε. Φιρί, φιρί το πας να σου χάψει κανένα χέρι». Ο Ιβάν κατάφερε τελικά να δώσει μια στην αρκούδα, όχι όμως όσο δυνατή θάθελε. Αυτή πετάχτηκε και μ’ …άρπαξε, κάνοντας μου μια γερή γρατσουνιά στα μούτρα. Οι δυο άλλοι τόρριξαν στο γέλιο. «Δεν σε συμπαθεί, φαίνεται. Εμάς και που τη βαράμε, στα πούπουλα μας έχει», ξεράθηκε στα γέλια ο Μενέλας. «Ναι, ναι», ένευε χωρίς να καταλαβαίνει ο Ιβάν. «Πάρε, Χριστιανέ μου, ένα λοστό στο χέρι κι αν σε ξαναχαϊδέψει κοπάνα την».

Με έζωσε ξανά η συμφορά. Δεν μπορούσα να συνεννοηθώ ούτε με τους ανθρώπους, ούτε με το …ζώο. Τη μια στιγμή νόμιζα πως το καταλαβαίνω και την άλλη αντιλαμβανόμουνα το φυσικό χάος των ειδών. «Τι να απέγινε τελικά ο τέταρτος της παρέας μας», σκέφτηκα δυνατά. «Αυτός θα μας σώσει», έκανε ο Μενέλας. «Κάπου χτύπησε. Μόλις ξυπνήσει, θάρθει να μας βγάλει για μια τετράδα πρέφα. Το λέει, εδώ μέσα μου». Και χτύπησε δυνατά το στήθος του. «Κι άμα, κι άμα …τα τίναξε; Δε θα μας άκουγε που φωνάζουμε;». «Μη στεναχωριέσαι. Οι φορτηγατζήδες είναι σκυλιά. Εδώ τρεις εμείς δε πάθαμε τίποτα. Αυτός γιατί να πάθει; Σ’ άλλο γκρεμό έπεσε;».

Κείνη την ώρα από το φεγγίτη που έφτιαχναν τα σίδερα προς τον ουρανό, περνούσε ένας δορυφόρος. Γλιστρούσε αθόρυβα, περνώντας ανάμεσα από εκατομμύρια αστέρια, χαράσσοντας μια φαινομενικά αυθαίρετη νοητή γραμμή, διατρυπώντας το άμορφο αλλά αρμονικό, χαοτικό στερέωμα, «χωρίς να συγκρούεται με τίποτα. Εμείς, πάνω στη γη, πώς τα καταφέραμε έτσι;», σκέφτηκα πικρά. «Εκείνοι άνθρωποι μακριά μας, που δε μας ακούν… Σάμπως αυτοί εδώ κοντά μου, ακούν;». Το αμπρί, που έφτιαχναν οι νταλίκες και τα σίδερα γύρω μας, άρχισε να πιέζει την καρδιά μου. Ένιωθα αδιόρατα πως δε θα βγούμε ζωντανοί απ΄ αυτό. Ξανασυντονιστήκαμε και κάναμε νέα προσπάθεια να φωνάξουμε και να σπρώξουμε τα σίδερα της οροφής μας. Στάθηκε αδύνατο. «Και να μας βρουν, θέλουμε δυο μέρες να κοπούν με οξυγόνα αυτά τα σίδερα», έκανε ο Μενέλας. «Ας βγούμε από δω κι ας είναι όποτε θέλει», έκανα, ενώ η κλειστοφοβική φωνή μέσα μου, ενισχυόταν κι απ΄ την παρουσία του ζώου. Αυτό πάλι ανάσαινε λαχανιαστά και κάθε λίγο γρύλιζε παραπονιάρικα. «Πρέπει τελικά να είναι χτυπημένη», αποφάνθηκα. «Ναι, δος της κι ένα φιλάκι να της περάσει», συμβούλεψε ο νταλικέρης. «Θα σας το πω», έκανα, «μπορεί όμως να είναι και μεγάλη βλακεία». «Ρίχτο. Σάματι έχουμε και τίποτα άλλο να κάνουμε;». «Να βάλουμε την αρκούδα να ανοίξει τα σίδερα!».

Ο Μενέλας με κοίταξε, υποθέτω με συμπόνοια, στο σκοτάδι. «Σούστριψε νομίζω. Αλλά αφού τη συμπαθείς, φίλα την και παρακάλεσε την να μας σώσει. Άλλωστε δεν νομίζω ότι μπορεί να κάνει οτιδήποτε μ’ αυτά τα μέταλλα». Πλησίασα την αρκούδα πολύ. Ήμουν παγωμένος από το φόβο αλλά και τι άλλο νάκανα; Η κλειστοφοβία και το κακό μου προαίσθημα κόντευαν να με τρελάνουν. Η αρκούδα με κοίταξε. Ύστερα συνήθισε την εγγύτητα. «Μάλλον θηλυκιά είναι», συνεπέρανε ο Μενέλας. «Τα θέλει..». Ο Ιβάν γελούσε χοντρά με το θέαμα. Ύστερα την άγγιξα. Το είχα δει σε ταινίες, αυτό με τη σταδιακή εξοικείωση. Μετά τράβηξα το χέρι της προς την κατεύθυνση των κάγκελων αργά. Δεν αντέδρασε, μα φυσικά δεν κατάλαβε και τι της ζητούσα. Έπιασε τελικά με το ένα χέρι το κάγκελο. Μια ελπίδα γλιτωμού σπίθισε τρελά μέσα μου. Μα εκείνη την ώρα, ένας λύκος άρχισε ξαφνικά ν’ αλυχτά και όλα έτρεξαν γρήγορα. Η αρκούδα ξαφνιάστηκε, παραπάτησε πίσω και έπεσε πάνω στους δυο, ο Ιβάν αρπάχτηκε μαζί της, τη χτύπησε άγρια με το λοστό και τη σκότωσε……

Είχε φέξει, πριν καμιά ώρα στην Εγνατία Οδό, όταν ο Χριστόφορος Νακλής με μια μακριά πολύροδη νταλίκα, χαιρέτησε πανηγυρικά τον πρωινό λαμπερό ήλιο, με τις θορυβώδεις αέριες απεκκρίσεις του. Ύστερα προβληματίστηκε αν θα έκανε πρώτα τσιγάρο ή καφέ. Είχε το δίλημμα αυτό, κάθε πρωί. «Ο γιατρός λέει, άμα καπνίζεις κλείνεις ραντεβού με μια σκιά στο πλεμόνι. Τρίχες, εγώ σαρανταπέντε, αυτός εξηνταπέντε. Τέτοια λέει». Τελικά άναψε τσιγάρο και ύστερα έβαλε στο αυτοσχέδιο ηλεκτρικό ματάκι ένα μεταλλικό σέικερ με καφέ. Έπιασε σταθμό, άρχισε να τραγουδάει κι ένιωθε βασιλιάς σε άλογο, που καλπάζει στον κάμπο. Τότε ακριβώς πρόσεξε, στην άκρη της ματιάς, το σπασμένο διάζωμα. Φρέναρε, το θηρίο του συσπειρώθηκε, ενώ τα λάστιχα κάπνισαν. «Φτου να πάρει. Ατύχημα», έκανε χλωμιάζοντας. Απ’ το φρενάρισμα ο καφές χύθηκε στο χέρι του και τον έκαψε. «Τι με νοιάζει εμένα ρε, για το ατύχημα; Εγώ θα σώσω τον κόσμο; Να πάτε όλοι στον αγύριστο. Εγώ δεν μπλέκω», ακούστηκε, μετά τα πρώτα άγρια βρισίδια για το κάψιμο. Έβγαλε έξω απ’ το παράθυρο σταυρωτά το καμένο χέρι για να κρυώσει, βρίζοντας και πατώντας περισσότερο γκάζι. Κάπως ανακουφίστηκε. Μα ξαφνικά απ’ το πουθενά, ένα ιπτάμενο τρομερό ον άρπαξε το χέρι του. Τρόμαξε, όσο ποτέ ως τότε στη ζωή του. «Χριστός κι Απόστολος τι είναι αυτό;», θυμήθηκε τα πατερικά. Τράβηξε το χέρι μέσα. Μια τεράστια κουκουβάγια, περιεγνάτιος κάτοικος, είχε γαντζωθεί στο χέρι και το έγδερνε με τα νύχια της, σα να υπερασπιζόταν μανιασμένα την περιοχή της. Η καμπίνα γέμισε φτερά και πούπουλα. Φρέναρε, έδιωξε δύσκολα το πουλί κι έκανε το σταυρό του. «Σημάδι θεϊκό είναι τούτο, που δε σταμάτησα στο ατύχημα», έκανε με τύψεις. Ύστερα άρχισε να πισωκινείται με πολύ αργή όπισθεν….

Μ’ όλα τα κιλά του, κατέβηκε την πλαγιά τρέχοντας κι έφτασε στο περίεργο σύμπλεγμα σίδερων και τζαμιών. Φώναξε ξανά και ξανά, ανατριχιασμένος. Σιγή. Αλαφιάστηκε. Σκαρφάλωσε ψηλά στα σίδερα. Κοίταξε σαν υπνωτισμένος από την ανοιχτή δίοδο…  Ξανανηφόρησε πίσω στο δρόμο. Ανέβηκε στη νταλίκα με χιλιάδες σφυγμούς απ’ τη λαχτάρα του, πήρε το Ci-Bi και μετά από δεκάδες άτακτες αναπνοές, κατάφερε να ειδοποιήσει. «Ατύχημα, ατύχημα στην Εγνατία Οδό. Μεγάλο ατύχημα. Στο 258 χιλιόμετρο. Τρεις νταλίκες και ένα ΙΧ στο γκρεμό. Σταμάτησαν στα δέντρα. Όλα είναι ένα κουβάρι. Τρεις οδηγοί νεκροί και παραμορφωμένοι, από τα χτυπήματα. Σφυγμό κανείς. Τέταρτος πουθενά». Έδωσε και τα στοιχεία του και το κινητό του. «Κάτι δεν πάει καλά, εδώ», προβληματίστηκε. «Αφού από πάνω όλα ήταν ανοιχτά, γιατί δεν έφυγαν; Νεκροί ήταν όλοι;». Έκανε κανα δυο τσιγάρα. Σταμάτησαν κι άλλοι οδηγοί. Το συζήτησαν το πράγμα και συλλογικά κατέληξαν. «Σκοτώθηκαν αμέσως με την πτώση. Τέλος». Αυτό αποφάνθηκε κι ο ιατροδικαστής. «Θάνατος ακαριαίος. Παραμορφώσεις από αιχμηρές απολήξεις μεταλλικών μερών. Η υπόθεση κλείνει». Τις επαγγελματικά ανεξήγητες λεπτομέρειες, τις κατάπιε η προχειρότητα και η κατ’ ουσίαν αδιαφορία του.

Στο ορεινό διάσελο των δρακολιμνών του Σμόλικα, κάποιος αναχωρητής των εγκόσμιων, άνοιξε ένα δασικό περίπτερο. «Δίνω πληροφορίες για το βουνό», έλεγε, εξηγώντας και την ταμπέλα του, «κάνω τον ξεναγό, πουλώ ξύλινα χαρακτικά». Όσοι περνούσαν σταματούσαν, έκπληκτοι για το απρόσμενο μαγαζί. Ο αναχωρητής έμοιαζε μέρος του άγριου τοπίου. Οι τιμές του έδειχναν ότι δε θεωρούσε τις ασχολίες του επάγγελμα αλλά χόμπυ. Οι ιστορίες του ήταν θολές, ανάμεσα στα γεγονότα και στις φαντασίες, την αλήθεια και το ψέμα. Τα νεαρά ζευγάρια άκουγαν, δίπλα στο τζάκι. Μια ιστορία, που πρώτη φορά έλεγε, σαν εξομολόγηση. «..Ναι, η αρκούδα πρέπει να κόντευε να πεθάνει, όταν άκουσε να την καλεί η φύση της. Τρία αρκουδάκια πλησίασαν το ατύχημα που παγίδεψε τη μητέρα τους, καλώντας την απεγνωσμένα. Δεν εύρισκαν το δρόμο ούτε για τη φωλιά τους. Η αρκούδα αφήνιασε κι άρχισε να ορμά στα κάγκελα. Στον πανικό τσαλαπάτησε τους ανθρώπους και πάλευε με τα σίδερα. Όταν κατάφερε να τα σπάσει, μετά από ώρες πολλής προσπάθειας και συμπλοκής, κανείς απ’ τους ανθρώπους δεν ήταν ζωντανός.

Βγαίνοντας πέρασε δίπλα μου, τρέχοντας με τα αρκουδάκια. Ήμουνα ακριβώς παρακάτω, μέσα σε φτέρες, χτυπημένος. Μ’ όρμηξε……, (σιγή), μ’ άφησε να ζήσω και έφυγε». Ένα παιδάκι, με φακίδες στη μύτη, πανέξυπνο, ρώτησε δειλά.  «Αυτό σας συνέβηκε αλήθεια ή είναι φανταστικό;». «Ο νους έχει πολλά διαμερίσματα, σαν το στομάχι της κατσίκας», απάντησε αυτός αόριστα. «Μα ό,τι κι αν κάνεις, όπου κι άν πας, δεν μπορείς να ξεχάσεις τα βαλμένα πράματα στα μεγαλύτερα κουτιά». Ύστερα, βλέποντας πρόσωπα στεναχωρημένα, είπε. «Δε θέλω σεκλέτια. Μια ιστορία ήταν. Πέρα για πέρα φανταστική. Παραμύθια». Ο μικρός με τις φακίδες δεν τόβαλε κάτω. «Καλά… έχει κάποια σχέση και με…το κομμένο χέρι σας;». Άργησε ν’ απαντήσει. «Σου είπα. Φαντασία ήταν μόνο». Έτσι απόσωσε, σκουπίζοντας με το άδειο μανίκι πονηρά δυο δάκρυα, που ξεκίνησαν στις βαθειά χαραγμένες ρυτίδες των ματιών του….